Feeds:
Posts
Comments

 

58171a9933aaf

 

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΧΕΛΩΝΑ (LA TORTUE ROUGE) – 2016

Σκηνοθεσία : Μίκαελ Ντούντοκ ντε Βιτ

Ένας ναυαγός ξεβράζεται από τα κύματα σ’ένα νησί αλλά κάθε φορά που φτιάχνει σχεδία για να να μπορέσει να φύγει μία τεράστια κόκκινη χελώνα του χαλάει τα σχέδια

Τα τελευταία χρόνια το σινεμά κινουμένων σχεδίων μας έχει χαρίσει ουκ ολίγα μικρά διαμάντια, τόσο από το χώρο του “εμπορικού” όσο και από αυτόν του “δύσκολου”. Τα animation που απευθύνονται σε ενήλικες πληθαίνουν συνεχώς, κερδίζουν βραβεία, και το κοινό τους μεγαλώνει. Ο Μίκαελ Ντούντοκ ντε Βιτ έχει ένα εντυπωσιακό βιογραφικό, κέρδισε βραβείο Σεζάρ animation ­μικρού μήκους με το Le Moine et le Poisson (1994 ) και βραβείο όσκαρ στην ίδια κατηγορία για το Father and Daughter (2000). Η ιστορία μοιάζει απλή και συνηθισμένη και πιθανότατα ορισμένοι να περιμένουν να δουν ένα Castaway (Ο Ναυαγός) σε κινούμενα σχέδια, αμ δε! Η Κόκκινη Χελώνα εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες που δίνει η τέχνη του κινούμενου σχεδίου έτσι ώστε να γεννηθεί ένα πραγματικά υπέροχο παραμύθι γεμάτο συμβολισμούς και αλληγορίες. Αλλά εδώ δεν έχουμε τον πλούτο των χρωμάτων και τις λεπτομέρειες που συναντούμε σε αντίστοιχα φιλμς από τις ΗΠΑ, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα λιτό αλλά ιδιοφυές κόμικ το οποίο ..κινείται!

Ο θεατής είναι ελεύθερος να βγάλει τα δικά του νοήματα, να διαμορφώσει τις δικές του “φιλοσοφίες” και τα υπαρξιακά του συμπεράσματα βάση των όσων παρακολουθεί στην οθόνη. Τα κύματα της φαντασίας σε παρασέρνουν όπως αυτά της θάλασσας τον ναυαγό, καταλήγεις μαζί του στο νησί και το παραμύθι αρχίζει. Στοιχεία από την Ελληνική Μυθολογία, από την Παλαιά Διαθήκη ίσως, από τον Ρωβινσώνα Κρούσο, από τις μελέτες του Φρόϋντ πάνω στα όνειρα, αλλά και από πολλούς οραματιστές και δασκάλους του κινηματογράφου. Στην ταινία δεν ακούγεται ούτε μία λέξη, μόνο κάποιες κραυγές, απελπισίας, μοναξιάς, ή και θυμού. Το λόγο έχουν οι εικόνες και ο αυτός τους ο λόγος αιχμαλωτίζει. Συγκίνηση, όνειρα, αγάπη, συντροφικότητα, πεπρωμένο, προορισμός, όλα μαζί σε μια ακτή με συντροφιά τα πουλιά, τα καβούρια, τα δέντρα και τα έντομα.

Η συναισθηματική δύναμη αυτού του φιλμ βρίσκεται σε αυτήν ακριβώς τη λιτότητα των εικόνων του, άλλωστε όπως μερικές φορές  τα πιο σημαντικά πράγματα μπορείς να τα πεις με απλές λέξεις έτσι και τις μεγαλύτερες συγκινήσεις και αλήθειες μπορούν ενίοτε να τις αποκαλύψουν λίγα- απλά σε χρώματα και σχέδια- πλάνα. Θα μπορούσα να γράφω ώρες προσπαθώντας να εξηγήσω πως έπαιξαν με το δικό μου μυαλό οι ονειρικές σκηνές της Κόκκινης Χελώνας αλλά αυτό θα τα χάλαγε όλα, ανέφερα παραπάνω για την “ελευθερία” του θεατή. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως πέρασα 80 λεπτά  τα οποία θα τα θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή.

Ιδιαίτερη αναφορά στη μουσική του Λοράν Περέζ ντελ Μαρ αλλά και στο ηχητικό κομμάτι γενικότερα που συνδυαζόμενα με τον εικαστικό μινιμαλισμό μας φέρνουν  αντιμέτωπους με έναν Brian Eno του σινεμά κινουμένων σχεδίων. Όταν θα έχετε βγει από την αίθουσα θα έρθει μια στιγμή που θα θελήσετε να κλείσετε τα μάτια και να ζωγραφίσετε τη δική σας κόκκινη χελώνα, θα θελήσετε να κάνετε τη δική σας ταινία γιατί σίγουρα ορισμένες από τις εικόνες αυτού του φιλμ θα τις έχετε ονειρευτεί. Φυσικά θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σάρκα και αίμα στο σκελετό της ιστορίας του Ντούντοκ ντε Βιτ έδωσε το σενάριο της Πασκάλ Φεράν (Λαίδη Τσάτερλυ, Bird People) που μαζί με τη σκηνοθεσία απογείωσαν την αφήγηση. ‘Όσο για την ιστορία, η Κόκκινη Χελώνα είχε 29 υποψηφιότητες για βραβεία και κέρδισε 11.

Το ιαπωνικό στούντιο Ghibli έκανε και πάλι το θαύμα του κι εσείς δε θα πρέπει να χάσετε με τίποτα αυτόν τον ύμνο στο συναίσθημα, στη συγκίνηση, στον άνθρωπο, στη τέχνη και στον πολιτισμό.

Καλή Διασκέδαση

 

Advertisements

Π.Μ…Προ Μαρξ

IMG_20170902_144949[1]

ΜΑΞ ΜΠΕΕΡ : ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Εκδόσεις : ΕΚΑΤΗ

Μετάφραση : Π.Σ

Αν η εξωτερική πολιτική του Κλεομένη ήταν πολιτική ειρήνης, η Σπάρτη θα γινόταν και πάλι ένα πρότυπο για όλες τις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Αλλα η πολεμική πολιτική του τον έκανε επικίνδυνο για όλους τους γείτονές του. Αντί να εμπνεύσει την αγάπη και την εμπιστοσύνη, η μεταρρυθμισμένη Σπάρτη ενέπνευσε την δυσπιστία και το φόβο. Μέσα στο φόβο τους οι γειτονικές πόλεις έκαμαν έκκληση στους Μακεδόνες για να τους υπερασπιστούν κατά των αδιάκοπων επιθέσεων των Σπαρτιατών. Για πολλά χρόνια ο Κλεομένης κατόρθωσε, επί κεφαλής του πιστού στρατού του, να νικήσει και να αποκρούσει όλο τον συνασπισμό των εχθρών του αλλά στο τέλος υπέκυψε. Ο Πλούταρχος αφηγείται έτσι την πορεία των γεγονότων : ” Όχι μόνον ο Κλεομένης κατόρθωσε να εμπνεύσει στους στρατιώτες του θάρρος και εμπιστοσύνη, αλλά εθεωρείτο και από τους εχθρούς του υπέροχος στρατηγός. Γιατί το να κατορθώνει με τη βοήθεια του στρατού μίας μόνης πόλης να ανθίσταται συγχρόνως στις δυνάμεις των Μακεδόνων, ενωμένες με τις δυνάμεις των πόλεων της Πελοποννήσου και όχι μόνο να υπερασπίζεται τη Λακωνία εναντίον κάθε εχθρικής επιθέσεως αλλά και να εισβάλει στη χώρα των αντιπάλων του και να κατακτήσει τόσες μεγάλες πόλεις, δείχνει  μια επιδεξιότητα και μια ευφυία που δεν είναι συνηθισμένες. Εκείνος όμως που ονόμασε το χρήμα νεύρο όλων των πραγμάτων το είπε κυρίως για τον πόλεμο. Καθώς οι Μακεδόνες είχαν άφθονα όλα τα μέσα για την συντήρηση του πολέμου επί μακρόν, έμελλε να νικήσουν τελικά και να κουράσουν τον Κλεομένη, που δυσκολευόταν πολύ να πληρώσει τους στρατιώτες και να βρει τους πόρους που ήσαν αναγκαίοι για την συντήρηση της πόλης”. Όταν ο Κλεομένης νικήθηκε οριστικά το 222 π.Χ στη Σελλασία, συμβούλευσε τους πολίτες της Σπάρτης ν’ανοίξουν τις πόρτες της πόλης στον βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο. Αυτός κατέλαβε την πόλη, αλλά μεταχειρίστηκε τους κατοίκους με επιείκεια και, χωρίς να προσβάλει την αξιοπρέπεια της Σπάρτης, ούτε να την ειρωνευτεί, της απέδωσε τους παλαιούς νόμους και το σύνταγμά της, δηλαδή αυτά που είχε πρίν από τον Άγι και τον Κλεομένη.

Κατά το 580 περίπου, αφηγείται ο Διόδωρος ο Σικελός, ένας αριθμός Κνιδίων και Ροδίων, δυσσαρεστημένων από τον ζυγό που τους είχαν επιβάλει οι βασιλείς της Λυδίας, αποφάσισαν να εκπατρισθούν. Όταν έφτασαν στο νησί Λιπάρα (βόρεια της Σικελίας) έγιναν φιλικά δεκτοί από τους κατοίκους και επείσθηκαν απ’αυτούς να ενωθούν μαζί τους και να αποτελέσουν μία μόνη κοινότητα. Λίγο αργότερα, εκτεθειμένοι στις επιθέσεις των Τυρρηνών πειρατών, κατασκεύασαν ένα στόλο και μοιράστηκαν έτσι, που ένα μέρος από αυτούς ανέλαβε να καλλιεργεί τα άλλα νησιά. Τέλος αποφάσισαν να μοιράσουν όλα τα κτήματα ανεξαιρέτως για είκοσι χρόνια μετά τα οποία θα γινόταν νέα διανομή.

Ο θεσμός των κοινών γευμάτων υπήρχε και στην Κρήτη. Τα γεύματα αυτά, στα οποία έπαιρναν μέρος όλοι οι πολίτες, οργανώνονταν με τους δημόσιους πόρους. Ο Πλάτων είναι της γνώμης πως αυτός ο θεσμός έχει σκοπό να διατηρεί τους πολίτες σε πολεμική διάθεση και να τους προστατεύει κατά της ανάγκης. Τον θεωρεί “θείαν ανάγκη” (Νόμοι) και θεσμό ιδεώδους πολιτείας (Πολιτεία)

Continue Reading »

ΔΟΥΝΚ

ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ (DUNKIRK) – 2017

Σκηνοθεσία : Κρίστοφερ Νόλαν

Πρωταγωνιστούν : Φιον Γουάϊτχεντ, Σίλιαν Μέρφυ, Κέννεθ Μπράνα, Τομ Χάρντι, Ονοριν Μπάρναρντ

 

1940, στην ακτή της Δουνκέρκης στη Γαλλία βρίσκονται περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς περίπου 400.000 Βρετανοί στρατιώτες οι οποίοι περιμένουν με αγωνία την επιστροφή στην πατρίδα τους.

Η ήττα των συμμάχων στην Δουνκέρκη είχε γεμίσει με αγωνία όλο τον κόσμο γιατί έδειχνε πως η ναζιστική πολεμική μηχανή ήταν ασταμάτητη. Ο Νόλαν αυτή την αγωνία ήθελε κυρίως να μεταφέρει στην οθόνη καθώς και το φόβο των απλών ανθρώπων μπροστά στον θάνατο. Η ταινία ξεκινά εντυπωσιακά με αποτέλεσμα αυτή η αγωνία των στρατιωτών για επιβίωση  να μεταφερθεί αμέσως και στους θεατές της κινηματογραφικής αίθουσας. Δε θα δούμε τα γεμάτα φρίκη πλάνα που συναντάμε στο ξεκίνημα της Διάσωσης Του Στρατιώτη Ράϊαν, το στομάχι μας δεν θα ανακατευτεί από το θέαμα αλλά από τον φόβο. Ακούμε την ανάσα του στρατιώτη που κρύβεται για να γλυτώσει και η σφαίρα που πέφτει δίπλα του μας τινάζει από τη θέση μας. Ο Νόλαν χωρίς τον παραμικρό ακρωτηριασμό έχει πετύχει να μας “φυλακίσει” στον εφιάλτη του πολέμου. Όταν τα γερμανικά αεροπλάνα επιτίθονται στους Βρετανούς που περιμένουν στην ακτή ο θεατής δεν έχει ανάγκη την παραμικρή σταγόνα αίμα για να νοιώσει την καρδιά του να χοροπηδάει, μόνο τα τρομαγμένα πρόσωπα είναι “αρκετά”.

Μπορεί λοιπόν η Δουνκέρκη να μην έχει τις επικές και συγχρόνως τρομακτικές εικόνες άλλων πολεμικών ταινιών όμως το εικαστικό της κομμάτι είναι εκπληκτικό. Τόσο οι σκηνές στην ακτή και στο μόλο, όσο και αυτές στον αέρα και στη θάλασσα κόβουν την ανάσα. Αριστοτεχνική εκμετάλλευση του φωτός και των χρωμάτων, διαολεμένα γρήγορος ρυθμός και ρεαλισμός στο φουλ. Οι αερομαχίες, οι τοπριλισμοί πλοίων, οι ανταλλαγές πυροβολισμών παίζουν με τον ψυχισμό των ηρώων και του θεατή. Π.Χ όταν βλέπουμε ένα καράβι να βυθίζεται η κάμερα εστιάζει στο κλειστοφοβικό περιβάλλον των χώρων που γεμίζουν απότομα νερά και στην απελπισμένη προσπάθεια των στρατιωτών να σωθούν από πνιγμό, ακούμε κραυγές και περισσότερο φανταζόμαστε παρά βλέπουμε τους πνιγμούς και αυτό συχνά είναι πιο οδυνηρό. Η χρησιμοποίηση των εφέ είναι η απολύτως απαραίτητη και δεν γίνεται καμία κατάχρηση, ο Νόλαν δεν ήθελε να κάνει μια Χολλυγουντιανή ταινία όσο κι αν αυτό ακούγεται κάπως παράξενο. Ήθελε να γυρίσει ένα φιλμ φόρο τιμής στους ανθρώπους που συμμετείχαν σε αυτό το γεγονός. Ίσως και γι’αυτόν τον λόγο ουσιαστικά να μην υπάρχει βασικός πρωταγωνιστής. Οι τρείς “ήρωες” του “Δουνκέρκη” είναι η παραλία, η θάλασσα και ο αέρας.

Βλέποντας τα ονόματα των ηθοποιών μας έρχονται στο μυαλό κάποιες παλαιότερες πολεμικές ταινίες όπως τα Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ του Ντάρυλ Ζάνουκ, Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΑΡΝΕΜ του Ρίτσαρντ Αντένμπορο ή το ΚΑΨΤΕ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ του Ρενέ Κλεμάν στις οποίες φιγουράριζαν μεγάλοι αστέρες του κινηματογράφου αλλά με μικρούς ρόλους γιατί αυτό που είχε σημασία ήταν το ιστορικό γεγονός οπότε δεν υπήρχε και αρκετός χώρος στο σενάριο για τη δημιουργία πιστών και καλοδουλεμένων χαρακτήρων. Πάνω σε αυτή την φιλοσοφία έχει δουλέψει ο Νόλαν, κανείς δε θα θυμάται μετά από λίγο καιρό ούτε τον Μπράνα, ούτε τον Χάρντυ, ούτε τον Μέρφυ (άλλωστε έχουν υποδυθεί ρόλους και ρόλους για τους οποίους θα τους θυμόμαστε), και ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ο Νόλαν ανέλαβε να γράψει ο ίδιος το σενάριο, γιατί στο μυαλό του υπήρχαν εικόνες και συναισθήματα, όχι συγκεκριμένα πρόσωπα.

Σε παλαιότερες αναρτήσεις είχα υποστηρίξει πως τόσο ο τελευταίος Μπάτμαν όσο και το Interstellar ήταν δύο ταινίες που αν τις είχε αναλάβει άλλος θα χασμουριόμασταν από το πρώτο μισό, ίσως το ίδιο να συνέβαινε και με το Δουνκέρκη που είναι ένα κινηματογραφικό πλάνο η υλοποίηση του οποίου απαιτούσε ιδιαίτερη σκηνοθετική μαεστρία, η οποία υπάρχει ευτυχώς και με το παραπάνω. Πολλά μπράβο για άλλη μια φορά στην σπουδαία φωτογραφία του Χόϊτ Φαν Χότεναμ, τον οποίον είχαμε θαυμάσει στα Interstellar, Her, The Fighter και το Άσε Το Κακό Να Μπεί (την Σουηδική ταινία), ενώ παράλειψη θα ήταν να μην αναφερθούμε και στη μουσική του Χανς Ζίμμερ του οποίου ο συνδυασμός ambient και κλασικού δένει υπέροχα με την εικόνα αλλά έχω την εντύπωση ότι στέκεται και μόνος του.

ΠΟΥΛΗΜΕΝΟς

Πωλ Μπέϊτι : Ο Πουλημένος

Εκδόσεις : Καστανιώτη

Μετάφραση : Νίκος Μαντής

 

Είναι 1932 και ο αλληγορικός Εβραίος Μαξ Φλάϊσερ* επιδεινώνει μια ήδη χαωτική παγκόσμια κατάσταση. Όχι ότι η Μπέτι νοιάζεται, γιατί σ έναν κόσμο όπου οι γάτες και οι αγελάδες πετούν και όπου η βροχή πέφτει πρός τα πάνω, η Νούμερο Ένα προτεραιότητα είναι να συγκρατήσεις το φόρεμά σου από το να αναληφθεί στους ουρανούς, αποκαλύπτοντας το προχώρημένο σου κιλοτάκι. Και ποιός μας λέει ότι η Μις Μπουπ δεν είναι κι εκείνη μία από μας; Για τα επόμενα εξήντα λεπτά, μερικοί μεθυσμένοι, ξεπουπουλιασμένοι Ινδιάνοι προσπαθούν μάταια να πιάσουν τον γκρίζο λαγό της Γουόρνερ Μπρος, πόσο μάλλον να αφομοιωθούνε. Ένα μεξικάνικο ποντίκι πάει να ξεγελάσει την γκρίνγκο γατούλα, ώστε να περάσει τα σύνορα και να κλέψει το τυρί. Μια φαινομενικά ατελείωτη σειρά από αφροαμερικάνικες γάτες, κοράκια, βατράχια, υπηρέτριες, μπαρμπουτατζήδες, χαρτοπαίχτες, βαμβακοσυλλέκτες και κανίβαλους εμφανίζονται ως κωθώνια με βαριά φωνή στα καρτούν της Looney Tunes, με μουσική υπόκρουση το Swanee River και το Jungle Night At Harlem του Ντιουκ Ελλινγκτον. Καμιά φορά η εκπυρσοκρότηση ενός όπλου ή η έκρηξη ενός μασουριού δυναμίτη μετατρέπει έναν τυπικά λευκό χαρακτήρα, όπως ο Πόρκυ Πιγκ, σε έναν επιθεωρησιακό μαυρούκο καλυμμένο από πάνω μέχρι κάτω με μπαρούτι, αποδίδοντάς του το τιμητικό στάτους του αράπη, το οποίο του επιτρέπει να τραγουδάει χαρωπές μελωδίες όπως το Camptown Races κατά την διάρκεια των τίτλων τέλους ατιμώρητα.

Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται με τον Ποπάϊ και τον Μπαγκς Μπάννυ να πολεμούν εναλλάξ στις μάχες του Β Παγκοσμίου Πολέμου υποδυόμενοι τις γκέϊσσες και κοπανώντας με τεράστια σφυριά τους παραζαλισμένους πεταχτοδόντηδες, σχιστομάτηδες Γιαπωνέζους που μιλάνε αλαμπουρνέζικα. Τελικά αφού ο Σούπερμαν, με την υποστήριξη των γκονγκ και ενός ενθουσιώδους κοινού, κονιορτοποιεί το Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό μέχρι και την τελική συντριβή του, τα φώτα ανάβουν και πάλι. Όλοι μπορούν να δουν το πρόσωπό σου, και νιώθεις λες και η μάνα σου σε έχει πιάσει να αυνανίζεσαι.

Τρείς σειρές μπροστά μου ένας μαύρος, ένας λευκός και ένας Ασιάτης ετοιμάζονταν να φύγουν, μαζεύοντας τα μπουφάν τους και προσπαθώντας να ξεσκονίσουν από πάνω τους το μίσος. Το μαύρο παιδί, ντροπιασμένο που είχε γελοιοποιηθεί σε κλασικά καρτούν όπως ” Η Φουμάτη Και Οι Εμπντα Νάνοι” και ακόμα κρυμμένο πίσω από την κάπα του Σούπερμαν, επιτίθεται παιχνιδιάρικά στον Ασιάτη φίλο του, φωνάζοντας: “Πιάστε τον Πάτρικ! Αυτός είναι ο εχθρός!” καθώς ο Πάτρικ σηκώνει τα χέρια αμυνόμενος ακι λέει “Δεν είμαι ο εχθρός, είμαι Κινέζος”, με την ατάκα του Μπαγκς Μπάννυ “Βρωμο-Γιαπωνέζε, σχιστομάτικη μαϊμού”, ακόμα στα αυτιά του.

*Ο Μαξ Φλάϊσερ (1883-1972) ήταν Αμερικανός σχεδιαστής κινουμένων σχεδίων, εφευρέτης , σκηνοθέτης και παραγωγός. Υπήρξε πρωτοπόρος στην ανάπτυξη ταινιών με κινούμενα σχέδια. Δημιούργησε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων όπως ο Κόκο ο Κλόουν και η Μπέττυ Μπουπ, ενώ έκανε ταινίες με ήρωες κόμικ όως ο Ποπάϋ και ο Σούπερμαν

 

Ανατρεπτικό, βλάσφημο (για κάποιους), ανελέητο, ισοπεδωτικό και κυρίως καθηλωτικό το μυθιστόρημα του Πώλ Μπέϊτι πολύ πιθανόν να είναι ένα καινούργιο “Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας”. Θέλει κότσια για να το αφήσεις να εισχωρήσει στο μυαλό σου και η πάλη με τις σελίδες του αφήνει μελανιές….γι’αυτό αξίζει τόσο.

 

0129507_9786185257101

 

Κώστας Κωστάκος : Η Πεζή Αλφαβήτα

Εκδόσεις : Bibliotheque

 

Ζήλεψα το λευκό του πουπουλένιο πάπλωμα. Είχε αυτά τα τετραγωνάκια, είχε όγκο που φούσκωνε, τον είχε κρύψει σχεδόν τελείως. Ε, δεν κοίταξα κιόλας πολύ, είμαι άνθρωπος διακριτικός. Ήθελα όμως να πάω να χουχουλιάσω δίπλα του. Είχε πιάσει μια γωνιά ψηλά στην Μπενάκη, δυο- τρία στενά πρίν την Καλλιδρομίου. Η λευκότητα του παπλώματος ήταν βγαλμένη θαρρείς από διαφήμιση. Πως το διατηρούσε τόσο καθαρό στα κατακατουρημένα πεζοδρόμια; Να του το είχαν προσφέρει πολύ πρόσφατα; Να το πήγαινε στο καθαριστήριο; Όπως και να είχε γίνει, το λευκό του πάπλωμα έφερνε κάτι από παραφωνία αιγαιοπελαγίτικου καλντεριμιού στο μουντόγκριζο ντεκόρ του κέντρου της πόλης. Είχα πάντα θέμα με τα παπλώματα. Και είχα πάντα θέμα με τους άστεγους. Και βλέποντας το πάπλωμα πάνω στον άστεγο – τον άστεγο κάτω από το πάπλωμα, τα δυό μου θέματα ενώθηκαν σε ένα. Το θέμα μου με τους άστεγους δεν έχει να κάνει με τους ίδιους. Αυτοί δεν υπάρχουν για μένα. Μόνο εγώ υπάρχω για μένα. Αυτούς δεν τους βλέπω. Εμένα βλέπω σε αυτούς. Πίστευα δηλαδή και πιστεύω ότι αργά ή γρήγορα εκεί είναι η φυσική μου κατάληξη. Γιατί υπάρχει ένας αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στα παπλώματα και τους άστεγους. Πίστευα δηλαδή και πιστεύω πως αν κουκουλωθείς αρκετά μέσα τους, ότι αν δεν αφήσεις πρωινό για πρωινό ακουκούλωτο, κάποια στιγμή η τύχη σου επιτέλους θα τελειώσει και θα οδηγηθείς εκεί. Εκεί που ανήκεις δηλαδή. Αλλά αν γίνεται και με πάπλωμα, τότε θα πάρω μαζί κι εγώ το δικό μου. Και θα φροντίσω να είναι πεντακάθαρο. Και θα κάνω έτσι με τον τρόπο μου την πόλη μας λίγο πιο καθαρή, λίγο πιο φωτεινή, λίγο πιο βιώσιμη. Κι αν περνάς και με δεις και ζηλέψεις , μπορεί να σε αφήσω να χουχουλιάσεις μαζί μου. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να μας πειράξει κάτω από ένα πάπλωμα. Τίποτα δεν μπορεί να μας πειράξει μέσα σε αυτή τη σκοτεινή, ζεστή και προστατευμένη Εδέμ, η οποία αντιπαραβάλλει τη δική της πραγματικότητα στην οδυνηρή άλλη, που συνορεύει περισσότερο με τον κόσμο των ονείρων που προηγήθηκαν παρά με τον κρύο, αφιλόξενο και καταπιεστικό κόσμο που ακολουθεί και απλώνεται πέρα από το πάπλωμα.

 

Τον γνωρίσαμε σαν έναν από τους πιο ενδιαφέροντες μπλογκερς. Υπέγραφε με το καλλιτεχνικό Old Boy (υπογράφει ακόμα έτσι σε κείμενά του για περιοδικά και ιστοσελίδες). Τώρα τον μαθαίνουμε και σαν ακροβολιστή γραφιά που σημαδεύει ανελέητα. Πάνω σε κάποια από τις ταράτσες αυτής της πόλης ο Κώστας Κωστάκος έχει στρογγυλοκαθίσει και χτυπάει με όνειρα, εφιάλτες, ανησυχίες, οράματα και…λέξεις.

Κείμενα-ποιήματα ή ποιήματα -κείμενα, επιστημονική φαντασία, μοναχικές περιπλανήσεις, στοχασμοί με γράμματα σκόρπια που τριγυρίζουν και παίζουν μαζί μας όπως κάποια αδέσποτα σκυλιά.

Αναμένουμε συνέχεια!

poster

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙ (Que Dios Nos Perdone) – 2016

Σκηνοθεσία : Ροδρίγο Σορογκογιέν

Πρωταγωνιστούν : Αντόνιο Ντε Λα Τόρρε, Ρομπέρτο Αλάμο, Χαβιέ Περέϊρα, Ραούλ Πριέτο

 

 

Μαδρίτη, καλοκαίρι του 2011 και μια ηλικιωμένη γυναίκα βρίσκεται νεκρή αφού πρώτα έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Την υπόθεση αναλαμβάνουν οι επιθεωρητές Βελάρδε και Αλφάρο οι οποίοι ανακαλύπτουν ότι η ηλικιωμένη είναι πιθανότατα θύμα ενός κατα συρροή δολοφόνου ο οποίος έχει ξανασκοτώσει στο παρελθόν και θα σκοτώσει και στο μέλλον.

Το Ισπανικό νουάρ έχει ξεκινήσει εδώ και λίγα χρόνια να κάνει μικρά αλλά αποφασιστικά βήματα χαρίζοντάς μας πολύ αξιόλογες ταινίες, η πιο πρόσφατη απ’αυτές Το Μικρό Νησί. Η γοητεία της σχετικά νεοσύστατης αυτής σχολής οφείλεται κυρίως σε δύο πράγματα, 1) Υπάρχει πολύ έντονο το στοιχείο του ρεαλισμού και 2) Οι δημιουργοί φροντίζουν πάντα να συνδυάζουν την βασική ιστορία με κοινωνικοπολιτικά γεγονότα. Η ταινία του Σορογκογιέν π.χ ξεκινά λίγες μέρες πριν την επίσκεψη του Πάπα στην Ισπανία, έχει αναφορές στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην Κεντρική Τράπεζα, στο ΔΝΤ και στις διαδηλώσεις των πολιτών κόντρα στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και στον αυταρχισμό της.

Οι Ευρωπαίοι και ειδικά οι Ισπανοί, μια και με αυτούς θα ασχοληθούμε, έχουν αποδειχτεί πολύ μελετηροί και άξιοι μαθητές της παλιάς καλής αμερικάνικης νουάρ σχολής. Η τελευταία φαίνεται να περνάει εδώ και αρκετό καιρό μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας με αποτέλεσμα όλη η ποιότητα να έχει περάσει σε πολύ καλές ομολογουμένως τηλεοπτικές σειρές αφήνοντας τον κινηματογράφο στο περιθώριο. Το Κανείς Δε Μπορεί Να Μας Σώσει έχει σχεδόν τα πάντα που χρειάζεται το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος για να γίνει ελκυστικό. Έχει ατμόσφαιρα, αλλά προσοχή γιατί εδώ κρύβεται ένας άσσος, όλο το σκοτάδι κυκλοφορεί ελεύθερο στους ηλιόλουστους δρόμους της Μαδρίτης ακόμα και τα σκοτεινά πλάνα έχουν φως, ο Σορογκογιέν όχι μόνο δεν το τσιγκουνεύεται αλλά το χειρίζεται και άριστα. Υπάρχουν στιγμές που είτε ο ήλιος είτε το δυνατό φώς στους κλειστούς χώρους θυμίζει το έντονο φώς που είχαν οι λάμπες στα δωμάτια ανάκρισης και αυτό έχει τη σημασία του γιατί κυρίως οι βασικοί ήρωες, οι δύο αστυνομικοί δηλαδή περνούν από ένα είδος ανάκρισης που πότε την κάνει ο ένας στο άλλον και πότε ο καθένας στον εαυτό του. Έχει δύο πολύπλοκους και άκρως ενδιαφέροντες χαρακτήρες οι οποίοι κουβαλούν τον δικό τους σταυρό, ο Βελάρδε τραυλίζει και έχει τεράστιο πρόβλημα στην επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ ο Αλφάρο είναι μια κινούμενη βόμβα με κυκλοθυμική συμπεριφορά, έχει έναν δολοφόνο ο οποίος ανατριχιάζει τον θεατή τη κατάλληλη στιγμή χωρίς περιττές ατάκες εντυπωσιασμού. Έχει καλοδουλεμένο σενάριο πότε με πολυβόλο διαλόγους που χτυπούν ότι κινείται και πότε με σιωπές που λένε τα πάντα. Έχει μια σκηνοθεσία με ρυθμό και αφηγηματική δεξιοτεχνία που κρατά τον θεατή καθηλωμένο.

Νοιώθεις άβολα και αμήχανα κάθε φορά που ο Βελάρδε προσπαθεί να μιλήσει και δε θες να είσαι μπροστά όταν ξεσπάσει ο Αλφάρο. Όπως και το τηλεοπτικό True Detective έτσι και το Κανείς Δε Μπορεί Να Μας Σώσει δεν κερδίζει πόντους για την πρωτοτυπία στο μυστήριο αλλά κυρίως για το βάθος στους χαρακτήρες και για την εξέλιξή τους. Τα μυστικά και οι δαίμονες των δύο αντρών τους απασχολούν συχνά περισσότερο κι απο την σύλληψη του φονιά, αυτούς τους δαίμονες πρέπει να νικήσουν πρώτα. Η σκηνή με τον Βελάρδε και την γειτόνισά του στο διαμέρισμα του πρώτου ξαφνιάζει ακόμα και τον πιο μυημένο σε εκπλήξεις θεατή.

Αυτό που κάνει το Κανείς Δε Μπορεί Να Μας Σώσει μία από τις καλύτερες ταινίες που είδα μέσα στη χρονιά είναι το ότι πρόκειται για καθαρό σινεμά, παλιάς και νέας αντίληψης ταυτόχρονα παρόλο που το κινηματογραφικό βιογραφικό του Σορογκογιέν δεν είναι και πολύ πλούσιο. Πατά πάνω σε σκηνοθετικά αριστουργήματα όπως το Seven, O Άνθρωπος Από Τη Γαλλία, Τρόμος Πάνω Από Την Πόλη κ.α και φροντίζει να στολίσει την πλοκή με ρεαλιστικότατα πρόσωπα και πλάνα. Μοναδική ίσως αδυναμία κανα δυό- κατά τη γνώμη μου- κενά που αφήνει το σενάριο αλλά επειδή καλό είναι να κοιτάμε το δάσος, το φιλμ του Σορογκογιέν θα σας αποζημιώσει και με το παραπάνω.

Καλή Διασκέδαση

 

ΒΑΚΑΛ

Χρήστος Βακαλόπουλος : Η Γραμμή Του Ορίζοντος

Εκδόσεις : Βιβλιοπωλείον Της Εστίας

“Βότκα, Τοματόζουμο, Ταμπάσκο, μύδι. Μια κίτρινη γυναίκα στην άλλη άκρη του πάγκου την κερνάει ένα σφηνάκι, της το φέρνει ο γρήγορος μουστακαλής με το μόνιμο χαμόγελο και της κλείνει το μάτι. Πρώτη φορά βλέπει κόκκινο σφηνάκι, πως λέγεται; Ντοστογιέφσκι, το πίνει με τη μία, ο μουστακαλής χαμογελάει ικανοποιημένος, η μουσική έχει σταματήσει, το σφηνάκι την στηλώνει και της δίνει μιά ώθηση, σηκώνει το κεφάλι και συναντά το βλέμμα μιας γριάς σ’ένα πορτραίτο στον τοίχο. Η γριά την κοιτάζει με κατανόηση, δεν πειράζει που έκαναν το σπίτι της νυχτερινό κέντρο, είναι καλά παιδιά, τόσο ο συμπαθητικός μουστακαλής πίσω από τον πάγκο, όσο και ο κουφός που επιμένει να βάζει δίσκους ενώ δεν υπάρχει πια μουσική. Δεν πειράζει, η κίτρινη γυναίκα έρχεται και κάθεται δίπλα της, συστήνονται, παραγγέλνουν άλλο ένα. Είναι από την Ταϋλάνδη, λέγεται Λι.

Είναι μια γυναίκα άλλης εποχής που τριγυρνάει στην Ελλάδα, βρίσκεται εδώ δέκα χρόνια, σε αυτό εδώ το νησί. Υπάρχουν άνθρωποι άλλων εποχών, περασμένων και μελλοντικών. Έχουν αιχμαλωτισθεί στην Ελλάδα, έχουν εγκατασταθεί σε αυτό εδώ το νησί. Κυνηγάνε μια εικόνα που δεν έχει βρεθεί ακόμα, πάντα έχεις βγει στο κυνήγι μιας εικόνας που κρατας βαθιά φυλαγμένη μέσα σου, την σκεπάζεις με άλλες εικόνες μέχρι να βγεί. Την έχεις δει σε ανύποπτο χρόνο, δεν την πρόσεξες καθόλου την στιγμή που την έβλεπες, δεν σημαίνει τίποτα απολύτως αυτή η εικόνα, πηγαίνουν τζάμπα και τα λένε στους γιατρούς και ξαπλώνουν στα ντιβάνια, αυτή η εικόνα δεν σημαίνει τίποτα κι όμως θέλει να βγει, μπορεί να ξόδεψες μια ολόκληρη ζωή μόνο και μόνο για να την κάνεις να βγει.

Υπάρχει μία εικόνα και είναι αρκετή. Υπάρχει μόνο ένα σφηνάκι, το σφηνάκι Ντοστογιέφσκι. Κερνάει άλλο ένα την κίτρινη γυναίκα, ο μουστακαλής γίνεται όλο και πιο γρήγορος, η γριά στον τοίχο δείχνει όλο και μεγαλύτερη κατανόηση, ο κουφός στη γωνία παλεύει με τα ακουστικά να μαζέψει ότι απέμεινε από την λεγόμενη μουσική. Υπάρχει μόνο ένα σφηνάκι. Όλα τα άλλα σφηνάκια- τα γλυκά δηλητήρια που σε στέλνουν χωρίς επιστροφή- θέλουν να μας κάνουν να ξεχάσουμε το σφηνάκι Ντοστογιέφσκι, το μόνο που σου δίνει την δύναμη να διασταυρώσεις το βλέμμα με την γριά στον τοίχο χωρίς να ντρέπεσαι που μπήκες στο σπίτι της, σ’αυτό το αρχοντικό που είναι τώρα νυχτερινό κέντρο, σ’αυτό το παλάτι που μετατρέπεται κάθε καλοκαίρι σε καταγώγιο. Υπάρχει μία εικόνα, ένα σφηνάκι ένας κουφός που είναι σε θέση να σου δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπήρχε κάποτε μουσική. Δεν πρέπει να βιάζεσαι, πρέπει να πιείς αρκετά σφηνάκια Ντοστογιέφσκι μέχρι το πρωί.”

Continue Reading »