Feeds:
Posts
Comments

Sound Of Metal (2019)

Σκηνοθεσία : Ντάριους Μάρντερ

Πρωταγωνιστούν : Ριζ Αχμέντ, Ολίβια Κουκ, Πολ Ράτσι, Λόρεν Ρίντλοφ, Ματιέ Αμαλρίκ

O Ρούμπεν είναι ντράμερ και μαζί με την κοπέλα του την Λουίζ έχουν δημιουργήσει μια ροκ μπάντα, ζουν σε ένα τροχόσπιτο και κάνουν περιοδείες ενώ ετοιμάζουν και ένα άλμπουμ. Ξαφνικά όμως ο Ρούμπεν ανακαλύπτει πως έχει σοβαρά προβλήματα ακοής και ο γιατρός του επισημαίνει πως η ακοή του θα συνεχίσει να χάνεται, μόνη ελπίδα για κάποια βελτίωση ένα μόσχευμα που όμως απαιτεί πολλά χρήματα.

Η ντοκιμαντερίστικη γραφή είναι το Α και το Ω του συγκεκριμένου φιλμ, κάτι αντίστοιχο με το Nomanland, ο Μάρντερ θαρρείς πως έχει πάρει μία κάμερα και ακολουθεί τους πάντες, το ίδιο και η δουλειά στο μοντάζ, αυτό φυσικά όχι απλά δεν ενοχλεί αλλά δικαιώνει και το πλάνο του δημιουργού 100%. Όσο για το σενάριο, από τα πιο λιτά και ουσιαστικά που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Αλήθειες και μόνο αλήθειες, η κάμερα και η ερμηνεία είναι αυτές που κάνουν το υπερηχογράφημα στην ψυχή του ήρωα. Ο Ρούμπεν είναι μουσικός κι όταν ένας μουσικός χάσει την ακοή του δεν χρειάζεται να δουλέψει και πολύ η φαντασία μας για να συνειδητοποιήσουμε τι σημαίνει, για την ακρίβεια είναι αδύνατο να το καταλάβουμε, άλλο ένα σημείο στο οποίο στοχεύει το φιλμ και συχνά ακούμε τους ήχους και τις ομιλίες όπως τις “ακούει” ο Ρούμπεν, αλλά αυτό δεν κρατάει παρά λίγα δευτερόλεπτα. Ο θεατής δεν θα αντέξει να μείνει για πολύ στη θέση του μουσικού, η “ενόχληση” που θα μας δημιουργήσει η ταινία είναι άκρως απαραίτητη για να δοκιμάσουμε να πλησιάσουμε τον ήρωα και για να κάνει την παρακολούθηση μας πιο συγκεντρωμένη.

Επιπλέον ο Ρούμπεν υπήρξε ναρκομανής που εξαιτίας της μουσικής και της αγάπης του για τη Λουίζ κατάφερε να μείνει καθαρός για τέσσερα χρόνια, θα αντέξει όμως τώρα που όλος του ο κόσμος φαίνεται να γκρεμίζεται; Τα πράγματα θα πάρουν διαφορετική τροπή όταν η Λουίζ θα τον αφήσει σε μία κοινότητα κωφών που έχει σαν φιλοσοφία της ότι η κώφωση δεν είναι αναπηρία και ότι πάντα υπάρχουν τρόποι για να ακούσεις και να επικοινωνήσεις. Ο Ρούμπεν είναι μόνος ουσιαστικά, αρχίζει να επανεξετάζει τα πράγματα και ξεκινά έναν τιτάνιο αγώνα προσαρμογής, ξαναβρίσκει αγάπη και αλληλεγγύη, οι σκηνές με τα παιδιά στο ύπαιθρο αλλά και με τον διαγωνισμό ταχύτητας στην νοηματική είναι ορισμός ανθρωπιάς. Όπως προανέφερα το σενάριο δεν αναλώνεται σε διαλόγους υπερβολής και επιτηδευμένης συγκίνησης, πρώτα πρώτα χρειάζεται κατανόηση, ο θεατής περισσότερο θα θελήσει να σταθεί δίπλα στον Ρούμπεν, να του “πει” ότι είναι δίπλα του παρά να βουρκώσει και να νιώσει αδύναμος παρακολουθώντας απλά την εξέλιξη του φιλμ.

Μη νομίζετε πως έχουμε να κάνουμε με μία ταινία ελάχιστων διαλόγων και πολλών εικόνων, τα πλάνα είναι κοφτά, δυνατά, η αφήγηση έχει εκρήξεις αλλά και μια αγκαλιά όπου χρειάζεται. Η ατμόσφαιρα μπορεί να παγώσει και να ζεσταθεί με την ίδια ευκολία μέσα σε λίγο χρόνο. Και κάπου εδώ ερχόμαστε στην υπέροχη ερμηνεία του Ριζ Αχμέντ που δημιουργεί έναν απόλυτα πιστευτό Ρούμπεν. Δεν ξέρω πόσο δούλεψε για τον ρόλο του, υποθέτω πάρα πολύ, αλλά σε κάνει να τον πλησιάσεις αμέσως, θέλεις να τον ακολουθήσεις και να του υποσχεθείς ότι θα τον στηρίξεις σε όποια απόφαση κι αν πάρει. Το φιλμ ναι μεν είναι ντοκιμαντερίστικης φόρμας αλλά δεν ακολουθεί ντοκιμαντερίστικους προβληματισμούς γύρω από τα άτομα με προβλήματα ακοής και με την προσαρμογή τους. Αυτό το αφήνει σε μας, η θέση που θα πάρει ο καθένας μας μετά το φινάλε δεν θα είναι η ίδια, μόνο διδακτικό δεν είναι το Sound Of Metal, είναι απλώς μια εξαιρετική κι ανθρώπινη ταινία που χτυπάει νεύρα, είναι διαφορετικός κινηματογράφος με άποψη, είναι ώρα να τελειώσω το κείμενο.

Ένα Τραγούδι Για Δύσκολους Καιρούς : Ian Rankin

Εκδόσεις : ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Μετάφραση : Γιώργος Μπαρουξής

Η Σιβόν Κλαρκ διέσχισε το άδειο διαμέρισμα. Δεν ήταν όντως άδειο, απλώς ένιωθες σαν να του είχαν ρουφήξει την ζωή. Κιβώτια ήταν αραδιασμένα σε όλο το μήκος του διαδρόμου. Τα ντουλάπια της κουζίνας έχασκαν ανοιχτά, όπως και η πόρτα προς την σκάλα του διαμερίσματος. Το παράθυρο στην κύρια κρεβατοκάμαρα ήταν κι αυτό ανοιχτό για να αεριστεί ο χώρος. Το διαμέρισμα έδειχνε πιο μεγάλο χωρίς τα έπιπλα και την αεικίνητη φιγούρα του ίδιου του Τζον Ρέμπους. Γυμνοί γλόμποι κρέμονταν από τα ταβάνια. Μερικές κουρτίνες θα έμεναν όπως και τα περισσότερα χαλιά. (Την προηγούμενη μέρα η Σιβόν είχε σκουπίσει τις κρεβατοκάμαρες με την ηλεκτρική.) Στο χολ κοίταξε τα κιβώτια. Ήξερε τι είχαν μέσα, το περιεχόμενο ήταν γραμμένο πάνω στο καθένα με τον γραφικό της χαρακτήρα. Βιβλία, μουσική, προσωπικά έγγραφα, σημειώσεις υποθέσεων.

Σημειώσεις υποθέσεων, μια κρεβατοκάμαρα ήταν γεμάτη από δαύτες. Έρευνες στις οποίες είχε συμμετάσχει ο Τζον Ρέμπους, εξιχνιασμένες και ανεξιχνίαστες, συν άλλες υποθέσεις που του είχαν κινήσει το ενδιαφέρον-υλικό για να ασχολείται τώρα που είχε βγει στην σύνταξη. Η Κλάρκ άκουσε βήματα στη σκάλα. Ένας από τους μεταφορείς την χαιρέτησε χαμογελαστός με ένα νεύμα, σήκωσε ένα κιβώτιο και γύρισε να φύγει. Η Κλαρκ τον ακολούθησε περνώντας στριμωχτά δίπλα από τον συνάδελφό του.

“Κοντεύουμε” είπε αυτός φουσκώνοντας τα μάγουλά του. Ήταν ιδρωμένος και η Κλαρκ τον κοίταξε ελπίζοντας να είναι καλά. Περίπου πενήντα πέντε με μεγάλο σωσίβιο γύρω από τη μέση. Τα διαμερίσματα του Εδιμβούργου μπορούσαν να σε εξοντώσουν. Δεν την πείραζε καθόλου που από αύριο δεν θα ήταν αναγκασμένη να ανεβαίνει δύο ορόφους με τις σκάλες.

“Γεια σου Ντεμπ”

“Τι έγινε βολεύτηκες;”

” Περίμενα να ρθεις να ρίξεις μια ματιά”

“Δύσκολη μέρα, κυρίως εξαιτίας των δικών σου.”

“Δεν είναι δικοί μου Ντεμπ. Εγώ έχω βγει στην σύνταξη καιρό τώρα.” Ο Ρέμπους έκανε μία παύση. “Φαντάζομαι πως πρόκειται για τον Σαουδάραβα φοιτητή;”

“Ναι. Φαίνεται ότι η αστυνομία και η εισαγγελία δεν μου έχουν πια εμπιστοσύνη ότι μπορώ να εξακριβώσω τα αίτια θανάτου.”

“Πιστεύεις ότι ασκούνται πιέσεις;”

“Από όλες τις πλευρές. Από την κυβέρνηση εδώ και από το Λονδίνο, συν τους φίλους μας στα μέσα ενημέρωσης, Επιπλέον οι μουσουλμανικές κηδείες συνήθως πραγματοποιούνται μμέσα σε δύο τρεις μέρες. Η πρεσβεία πιέζει για να τηρηθεί αυτό”.

“Βολικό για όποιον τον σκότωσε, αν δεν μπορείς να κρατήσεις το πτώμα για μελλοντική εξέταση..”

Το σκυλί τον παρακολουθούσε τώρα από τον διάδρομο. Ο Ρέμπους κοίταξε το ρολόϊ του. “Σε λίγο” του είπε. “Άλλο ένα φλιτζάνι τσάι και ίσως άλλον έναν δίσκο ε;”

Αναρωτήθηκε πόσες φορές θα ξυπνούσε την νύχτα χωρίς να ξέρει την νέα διαδρομή μέχρι την τουαλέτα. Ίσως άφηνε αναμμένο το φως του χολ. “Ή σταμάτα να πίνεις τσάι” μουρμούρισε στον εαυτό του γυρίζοντας στην κουζίνα.

Όμως εκείνο που τον ξύπνησε στις πέντε δεν ήταν η ανάγκη του να κατουρήσει. ήταν ένα τηλεφώνημα. Άρχισε να ψαχουλεύει αναζητώντας το τηλέφωνό του και το πορτατίφ, με αποτέλεσμα να ξυπνήσει τον Μπρίλο. Δεν μπόρεσε να εστιάσει καλά στην οθόνη αλλά απάντησε παρ’όλα αυτά.

“Μπαμπά;” ήταν η κόρη του , η Σαμάνθα με φωνή γεμάτη αγωνία.

“Τι συμβαίνει;” την ρώτησε. Ανακάθισε ξυπνώντας όλο και πιο πολύ κάθε στιγμή που περνούσε.

“Το σταθερό σου είναι κομμένο”.

“Ναι, σκόπευα να σου το πω..’

“Τι να μου πεις;”

“Δεν πήρες τέτοια ώρα για να μου πεις για το σταθερό μου, συμβαίνει τίποτα με την Κάρι;”

“Όχι, είναι μια χαρά”

“Τι τότε; Είσαι καλά;”

“Ο Κιθ”

Ο σύντροφός της, ο πατέρας της Κάρι. Ο Ρέμπους ξεροκατάπιε. “Τι έγινε;” Άκουσε την Σαμάνθα να κλαίει με πνιχτούς λυγμούς. Η φωνή της έσπασε όταν μίλησε.

Δύο υποθέσεις, η μία στο Εδιμβούργο και η άλλη στη βόρεια Σκωτία όπου αναγκάζεται να πάει ο Τζον Ρέμπους προκειμένου να βοηθήσει την κόρη του. Το παρελθόν προσπαθεί να φωνάξει και το παρόν να το κάνει να σωπάσει. Επιχειρηματικά συμφέροντα, στρατόπεδα συγκέντρωσης, ερωτική ζήλια και ο γκάνγκστερ Τζέρυ Κάφερτι εκβιάζει νέους συμμάχους μέσα στην αστυνομία. Ίσως τελικά με κάποιο τρόπο αυτές οι υποθέσεις να συνδέονται.

Minari (2020)

Σκηνοθεσία : Λη Άιζακ Τσανγκ

Πρωταγωνιστούν : Στήβεν Γιουν, Γιέρι Χαν, Άλαν Κιμ, Γιου Τζουνγκ Γιου, Νόελ Τσο

Ο Τζέϊκομπ Γι έχει καταφέρει να κερδίσει αρκετά χρήματα δουλεύοντας στη πόλη και θεωρεί ότι πρέπει να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Να φτιάξει μια δική του φάρμα να την καλλιεργήσει και να γίνει ένας πετυχημένος αγρότης. Παίρνει την οικογένεια του και μετακομίζει σε ένα λυόμενο σπίτι στη μέση μιας τεράστιας έκτασης αλλά οι δυσκολίες επηρεάζουν τις σχέσεις του ζευγαριού και τη ζωή των δύο παιδιών, κι όταν έρχεται να μείνει μαζί τους και η γιαγιά τότε τα πράγματα μπλέκουν ακόμα περισσότερο.

Είναι εντυπωσιακό το πως για άλλη μία φορά μια κορεάτικη ταινία (ναι κορεάτικη 100% το ότι παίζουν και λίγοι αμερικάνοι ή το ότι διαδραματίζεται στις ΗΠΑ εγώ το παραβλέπω κι ασχολούμαι με τους δημιουργούς και μόνο) διεκδικεί και πάλι όσκαρ και μάλιστα αυτό της καλύτερης ταινίας. Κατ’αρχήν σαν απλός θεατής που είμαι θα προτείνω υπομονή για ένα εικοσάλεπτο, γιατί στην αρχή το φιλμ κυλά κάπως αργά και ίσως σε κάνει να αναρωτηθείς αν θα παρακολουθήσεις μια συνηθισμένη “αγροτική” ιστορία που έχεις ξαναδεί χιλιάδες φορές ή θα δεις κάτι διαφορετικό.

Η απάντηση δεν αργεί να έρθει -ευτυχώς- και αυτό οφείλεται καθαρά στον σκηνοθέτη-σεναριογράφο, ο οποίος δανείζεται στοιχεία τόσο από το καλό ευρωπαϊκό σινεμά, από τον ιαπωνικό κινηματογράφο ενός Όζου, από το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά της δεκαετίας του 70 κυρίως και “το πλοίο φεύγει” όπως θα έλεγε και ο αρχιμάστορας Φελίνι. Η ιστορία όσο περνάει ο χρόνος δυναμώνει, οι χαρακτήρες εξελίσσονται, ανοίγονται, και οι σχέσεις δοκιμάζονται. Ίσως όχι άδικα να έχουμε συνδέσει τον Κορεάτικο κινηματογράφο με την ωμή αλλά και με την ποιητική βία, εδώ όμως τα πράγματα διαφέρουν. Εδώ έχουμε ένα περίεργο παραμύθι συγκινήσεων, αγάπης, εμμονής, αδιεξόδου, τρυφερότητας, αθωότητας, ελπίδας.

Ο Τζέϊκομπ δεν είναι σαν τον Άλι Φοξ της Ακτής Του Κουνουπιού, ναι μεν θέλει την επιστροφή στη φύση αλλά όχι γιατί βαρέθηκε τον πολιτισμό, αγαπά την αγροτική ζωή και αν και Κορεάτης θέλει να ζήσει το δικό του αμερικάνικο όνειρο. Η γυναίκα του πιο ρεαλίστρια και πιο ανασφαλής ίσως έχει κουραστεί και έχει κουβαλήσει για αρκετό καιρό τον δικό της σταυρό, από την άλλη υπάρχουν και τα δύο παιδιά που προσπαθούν να καταλάβουν αυτόν τον συχνά πολύπλοκο έως και παράλογο κόσμο, ειδικά ο μικρός Νταίηβιντ που θα φέρει στο νου και τον Αντουάν των 400 Χτυπημάτων. Στη κορυφή του δέντρου η ασυνήθιστη γιαγιά, δεν ξέρει να λέει παραμύθια, δεν μαγειρεύει, παρακολουθεί κατς και παίζει επιτραπέζια παιχνίδια με κάρτες, κι όμως μοιάζει να ξέρει τόσα πολλά. Η γιαγιά που ψάχνει μέρος για να καλλιεργήσει το θαυματουργό Μινάρι…κι εδώ τελειώνουν οι όποιες αποκαλύψεις.

Μεγάλο ατού της ταινίας οι εξελίξεις στις σχέσεις γιαγιάς εγγονού, ο μικρός δεν αργεί να γίνει το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας παρόλο που η δοκιμασία στις σχέσεις του ζευγαριού χάρη στο καλοδουλεμένο σενάριο κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον. Η προσαρμογή της οικογένειας σε μια κοινωνία με αρκετούς Kορεάτες μετανάστες αλλά ο Τζέϊκομπ θέλει να γίνει το αμερικάνικο πρότυπο για τα παιδιά του. Η αγάπη είναι πάντα εκεί δυστυχώς όμως το ίδιο και η εμμονές , το κυνήγι της επιτυχίας που μπαίνει πάνω απ’όλα. Τα μάτια του Νταίηβιντ είναι σα να λένε “τόση σημασία έχουν όλα αυτά;” H Γιου Τζουνγκ Γιου είναι μία απολαυστική γιαγιά που θες να την αγκαλιάσεις κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη “μα δεν είναι κανονική γιαγιά” λέει συχνά ο μικρός κι έχει δίκιο κι αυτό άλλωστε είναι άλλος ένας άσσος στο μανίκι του φιλμ. Όλες οι ερμηνείες υπέροχες αν και εστιάζω σε αυτές της γιαγιάς και του Άλαν Κιμ που υποδύεται τον Νταίηβιντ. Το Minari είναι ένα φιλμ που συχνά λέει τα αυτονόητα με έναν πολύ έξυπνο και μαεστρικό κινηματογραφικό τρόπο, το να λες λοιπόν πως η αγάπη πρέπει να είναι η λύση, είναι κάτι το οποίο έχει καταλήξει ουκ ολίγες φορές σαν ξενέρωτο συμπέρασμα στη μεγάλη οθόνη με ανόητες μελούρες και ψευτοσυντηρητικά διδάγματα, όχι όμως εδώ, εδώ έχουμε να κάνουμε με άκρως πιστευτούς ήρωες και καταστάσεις, ζούμε για δύο ώρες μαζί τους κι ακούγοντας το αυτοσχέδιο τραγούδι γιαγιάς και εγγονού για το Μινάρι κοιμόμαστε ήσυχοι και βλέπουμε και ωραία όνειρα.

Ο Ήχος Του Ενός Χεριού : Ρίτσαρντ Φλάναγκαν

Εκδόσεις : ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Μετάφραση : Γιώργος Μπλάνας

Ο Μπόγιαν Μπίλο κάθονταν μόνος στην κουζίνα, κάνοντας σκοτεινές, βαθιές σκέψεις. Ίσως πάλι να έβλεπε πράγματα που δεν ήθελε να δει. Αν ήταν τέρατα ή λοιμοί ή καταποντισμοί, ο πόλεμος ή απλώς η ανίκανότητα του να αποκρυπτογραφήσει, να κατανοήσει όλα όσα είχε βιώσει μόνο σαν κακόβουλα μυστήρια, είναι δύσκολο να πούμε. Συνήθως τέτοια συναισθήματα ήταν παροδικά, θα έπινε αποφασιστικά όλη την ημέρα που τον περικύκλωναν και κάμποσες μετά για να σιγουρευτεί πως τα ξεφορτώθηκε κανονικά. Ωστόσο αυτό το συναίσθημα ήταν αδύνατον να διαλυθεί εύκολα.

Η κουζίνα ήταν γεμάτη από το νωθρό φως του δειλινού, στα τέλη ενός καλοκαιριού. Το μικροσκοπικό φλιτζανάκι του καφέ ήταν άδειο και το αναποδογύρισε σε ένα πιατάκι. Αφού το άφησε να στραγγίξει λίγο το γύρισε πάλι και παρατήρησε το μοτίβο που είχε σχηματίσει μέσα του το κατακάθι, για να διαβάσει την μοίρα του. Κοίταξε το Laminex του τραπεζιού, το φλιτζάνι το προφητικό κατακάθι- πράγματα που γι’ατόν έμοιαζαν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους- το σταχτοδοχείο με τη γόπα που κάπνιζε, τις φωτογραφίες απλωμένες στην τύχη, το δεξί του χέρι… Έβλεπε μόνο μια αφηρημένη διάταξη σχημάτων και χρωμάτων. Δεν έβλεπε μοτίβο, δεν έβλεπε τίποτα που να προλέγει το μέλλον. Έβλεπε μόνο ένα τρομερό χάος χωρίς λογική, χωρίς συνέπεια : μια ατελείωτη καταιγίδα ασύνδετου πόνου. Και μέσα στο κεφάλι του ο οικτρός μηχανισμός με το “Θέμα Της Λάρας” δεν εννοούσε να σταματήσει να ηχεί.

Χριστέ μου, μακάρι να μην ήταν έτσι, σκεφτόταν. Μακάρι να μην είχα ακούσει αυτό το γαμημένο μηχανικό τραγούδι να παίζει ξανά και ξανά. Και μακάρι να μην ήταν έτσι, και μακάρι απλώς να έβγαζε τον σκασμό, και μακάρι να μην, μακάρι…

Τα τεντωμένα δάχτυλα του δεξιού του χεριού έτρεμαν, καθώς σηκώθηκαν από το Laminex και σύρθηκαν πάνω από το φλιτζάνι, για να κρύψουν τα φοβερά μυστικά που αποκαλύφθηκαν από τα κατακάθια του καφέ. Τα δάχτυλα έκλεισαν αργά – λες και το χέρι σπάραξε από τον ίδιο πόνο- σε μια τρεμάμενη γροθιά στο κέντρο της οποίας ήταν σφιγμένο το μικρό φλιτζάνι του καφέ. Με μια ξαφνική βίαιη κίνηση σήκωσε τη γροθιά του – με το κολασμένο φλιτζάνι μέσα της- και την κατέβασε με βρόντο στο τραπέζι. Καθώς η γροθιά του χτύπησε το τραπέζι, άνοιξε σαν λουλούδι που άνθισε για λίγο τα δάχτυλα: πέταλα και το φλιτζάνι, μια στιγμή πριν σπάσει με κρότο στήμονας. Το φλιτζάνι έγινε θρύψαλα, κομμάτια σπασμένης πορσελάνης που πετούσαν δεξιά-αριστερά κάτω από την ανοιχτή τώρα παλάμη του Μπόγιαν. Δεν έβλεπε πια χάος. Η καταιγίδα είχε τελειώσει, η μελωδία είχε επιτέλους τελειώσει.

Judas And The Black Messiah (2020)

Σκηνοθεσία : Σάκα Κινγκ

Πρωταγωνιστούν : Ντάνιελ Καλούϊα, Λακιθ Στάνφιλντ, Τζέσσυ Πλέμονς, Ντόμινικ Φίσμπακ.

Ταινία βασισμένη στην στράτευση του Γουίλλιαμ Ο Νηλ που για να γλιτώσει την φυλακή αφού είχε συλληφθεί για κλοπή αυτοκινήτου και για παραποίηση ταυτότητας ομοσπονδιακού πράκτορα,γίνεται το καρφί του FBI προκειμένου να εισχωρήσει στην οργάνωση Μαύρη Πάνθηρες και να βοηθήσει στη διάλυσή της.

Η ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα λοιπόν οπότε ίσως να ετοιμάζεστε μετά από λίγο καιρό να ακούσετε διάφορα “δεν έγινε ακριβώς έτσι, αλλά κάπως αλλιώς”, “παραείναι υπέρ των μαύρων αφού και οι Μαύροι Πάνθηρες….”, έτσι συνέβαινε πάντα, στο κάτω κάτω το σινεμά έχει μυθοπλασία και καλά κάνει, τέχνη είναι. Δεν πρόκειται για ένα φιλμ που θα το απολαύσουν όλοι κι αυτό γιατί οι αλήθειες που λέει είναι σκληρές. Δεν είναι κατάλληλο φιλμ για τους υπερβολικά “νομοταγείς” του ησυχία τάξη και ασφάλεια ή του μακρυά από εμάς κι όπου θέλει ας είναι. Ο καθωσπρεπισμός και η όποια πολιτική “ίση απόσταση” δεν έχουν καμία θέση. Από την άλλη δεν είναι και μία ταινία που φτιάχνει το πορτραίτο του “κακού λευκού’. Οι Μαύροι Πάνθηρες ήταν ένα κίνημα το οποίο ήταν καταδικασμένο να ηττηθεί από την αρχή, είχε απέναντί του την πιο ισχυρή κυβέρνηση του κόσμου κι ένα τόσο διεφθαρμένο αλλά και τόσο καλά οργανωμένο σύστημα κι έμοιαζε αδύνατο να τα βγάλει πέρα. Σικάγο 1968, ο Μάλκομ Χ και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έχουν δολοφονηθεί, οι φυλετικές ταραχές χτυπούν κόκκινο, το FBI ξαφνιάζεται και ακολουθεί την γνωστή τακτική των εσωτερικών εχθρών, των κρυφοκομμουνιστών, και της τρομοκρατίας.

Θα μπορούσα να κάνω μεγάλη ανάλυση σχετικά με όλη αυτή την ιστορία και να γράψω αρκετά για τους Μαύρους Πάνθηρες αλλά δεν έχει νόημα, προτιμήστε το τι θα σας δείξει η ταινία, γιατί άσχετα το που γέρνει η όποια σεναριακή ζυγαριά την αλήθεια δεν μπορείς να την αλλάξεις. Ο Σάκα Κινγκ τα έχει καταφέρει μια χαρά αφού η αφήγησή του τρέχει και δε βαλτώνει με ηθικολογίες και περιττούς προβληματισμούς, γνωρίζει εξ’αρχής ότι ο θεατής δεν είναι άσχετος από τις τότε αλλά και από τις τώρα φυλετικές διακρίσεις στις ΗΠΑ και δεν χάνει χρόνο με κοιλιές που θα εξυπηρετήσουν μια στείρα επανάληψη. Επίσης δεν ακολουθεί ντοκιμαντερίστικα μοτίβο, το έκαναν άλλοι πριν από αυτόν και προσπερνάει εύκολα, καθαρό σινεμά με μια ιστορία που θα θυμίσει τους Molly McGuires (Εκεί Που Δεν Φτάνει Ο Ήλιος) του Μάρτιν Ριτ, ο ήρωας δεν έχει καμία ιδεολογία, είναι ένα κλεφτρόνι που απλώς θέλει να σώσει το τομάρι του. Αρχίζει όμως να έρχεται σε επαφή με την κοινωνική του τάξη και με την φυλή του όπως ποτέ πριν. Ο μαύρος που δολοφονείται κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ο μαύρος που δεν έχει μέλλον εκτός αν προσκυνήσει τον λευκό, ο μαύρος που συλλαμβάνεται μόνο και μόνο για το χρώμα του, ο μαύρος που είναι χρήσιμος μόνο στα γκέτο, ο μαύρος που είναι αχάριστος απέναντι στην πατρίδα του…

Ξεκινώ λοιπόν με τα εύσημα για την ερμηνεία του Λακίθ Στάνφιλντ ο οποίος έπλασε ένα απόλυτα πειστικό Ο’Νηλ που χειρίζεται τις αλλαγές, τις ενοχές του και τα αδιέξοδά του με τρόπο καταπληκτικό, ένας τραγικός ήρωας που θα τον αντιπαθήσεις αλλά και θα τον καταλάβεις. Πάμε στον Ντάνιελ Καλούϊα και στην εκρηκτική αλλά και καθηλωτική του παρουσία στο ρόλο του Φρέντ Χάμπτον προέδρου της οργάνωσης στο Σικάγο, όμως όλοι οι ηθοποιοί είναι πάρα πολύ καλοί σε αυτό που κλήθηκαν να κάνουν, οι ερμηνείες είναι ένας από τους άσσους στο μανίκι της ταινίας. Πέρα από την όποια ιστορική χρησιμότητα του Judas And The Black Messiah αξίζει να επισημάνει κανείς και τον αναπόφευκτο προβληματισμό που την συνοδεύει, ναι οι Μαύροι Πάνθηρες ξεκίνησαν έναν ένοπλο αγώνα για επανάσταση σε μια δημοκρατική χώρα, όμως πόσο δημοκρατική είναι μια χώρα στην οποία το κεφάλαιο και οι πολυεθνικές στέλνουν νέα παιδιά να σκοτωθούν στην άκρη του κόσμου για τα μεγάλα συμφέροντα; Πόσο δημοκρατική είναι μια χώρα με φυλετικές διακρίσεις, κατασκευασμένες δίκες και ψυχρές δολοφονίες που κρύβονται κάτω από το χαλί;

Oι ΗΠΑ βασίζονται σε δημοκρατικές αρχές και σε ένα πολύ δημοκρατικό σύνταγμα, όμως όταν αυτές οι αρχές δεν τηρούνται; Μια περίοδος μαύρης ιστορίας όπου οι μηχανορραφίες του διευθυντή του FBI Έντγκαρ Τζέη Χούβερ μπορούσαν ακόμα να ρίξουν και προέδρους πολύ δε περισσότερο να περιθωριοποιήσουν φυλετικές μειονότητες και να της πολεμήσουν με τον πιο βίαιο και βρώμικο τρόπο. Αναρωτιέσαι κάποια στιγμή, ήταν άραγε καλύτερη και πιο δίκαιη μια κυβέρνηση Νίξον από μία υποτιθέμενη κυβέρνηση Μαύρων Πανθήρων; Επαναλαμβάνω το φιλμ δεν έχει έρθει για να δώσει όλες τις απαντήσεις αλλά για να προσφέρει και κάποια τροφή για σκέψη. Το σενάριο έχει ορισμένα μικρά προβληματάκια στην αρχή όταν τα πράγματα δεν έχουν ξεκαθαρίσει αλλά αυτά ξεπερνιούνται γρήγορα κι όσο περνάει ο χρόνος η ταινία γίνεται ολοένα και πιο συναρπαστική στο θέμα πλοκής και στο κομμάτι εξέλιξης των χαρακτήρων.

Από τις πιο σπουδαίες αντιρατσιστικές ταινίες των τελευταίων χρόνων κατά τη γνώμη μου

Promishing Young Woman (2020)

Σκηνοθεσία : Έμεραλντ Φένελ

Πρωταγωνιστούν : Κάρεϊ Μάλλιγκαν, Μπο Μπέρναμ, Άλισον Μπρι, Λαβέρν Κοξ

Είναι όμορφη τριαντάρα, έχει παρατήσει την ιατρική για αδιευκρίνιστους λόγους ενώ ήταν εξαιρετική φοιτήτρια και πολλά υποσχόμενη επιστήμονας, δουλεύει σε μια μικρή καφετέρια, δεν έχει φίλους, δεν έχει δεσμό και τα βράδια τριγυρίζει με σκοπό να ξεφτιλίζει κάποιους “άντρακλες” που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν μεθυσμένες γυναίκες, είναι η Κάσσι.

Θα μπορούσε να είναι μια ταινία ύμνος στο κίνημα me too, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ασφαλώς το φιλμ μιλάει με τον τρόπο του για τις κακοποιημένες σωματικά , αλλά κυρίως ψυχικά γυναίκες, και για μια κοινωνία που προτιμά να θάβει τα κόπρανα κάτω από το χαλί και να κλείνει την μύτη της παριστάνοντας ότι δεν μυρίζει τίποτα. Η Φένελ στην πρώτη σκηνοθετική της απόπειρα σε ταινία μεγάλου μήκους ούτε θα κουνήσει το δάχτυλο, παρόλο που κανείς δε θα μπορούσε να την κατηγορήσει γι’αυτό, ούτε πέφτει στη παγίδα της σινε-διδασκαλίας που όταν θα πέσουν οι τίτλοι τέλους την συζητάς για κανένα μισάωρο κι έπειτα η ζωή συνεχίζεται….

Η Φένελ αποφασίζει να ρίξει τα ζάρια στο τραπέζι του ψυχολογικού θρίλερ και σχεδόν φέρνει εξάρες. Καταφέρνει από τα πρώτα κιόλας λεπτά να δημιουργήσει ένα είδος απειλητικής ατμόσφαιρας που είχαμε ξεχάσει πως είναι. Ούτε μουσικά κρεσέντα, ούτε υπερβολικής απειλής διάλογοι παρά μόνο βλέμμα και…ρεαλισμός. Τι ακριβώς βασανίζει την Κάσσι, είναι μια ψυχασθενής με μανία εκδίκησης απέναντι στο αντρικό φύλλο; Μια ακόμα ταραγμένη προσωπικότητα που διαλέγει θύματα; Υποπτευόμαστε διάφορα, κάπου πάει το μυαλό μας αλλά το σενάριο δεν σου επιτρέπει να ασχοληθείς με υποθέσεις και να βγάλεις συμπεράσματα μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο. Για τον κόσμο γύρω της η ηρωίδα είναι ένα προβληματικό κορίτσι που είναι πολύ εξυπνότερο απ’όσο δείχνει αλλά κάτι μέσα της…δεν πάει καλά. Το σενάριο υφαίνει σιγά σιγά και πολύ προσεκτικά τον ιστό μέσα στον οποίο θα παγιδέψει τον θεατή, η Κάσσι είναι ένα υπέροχο μυστήριο, η Κάσσι των αινιγμάτων και της απειλής, του φόβου, του τραύματος, η Κάσσι του “δεν είναι αυτό που φαίνεται”.

Το φιλμ έχει πατήσει τόσο στις Υποψίες και στη Ρεββέκα του δασκάλου Χίτσκοκ, όσο και στο Η Νύφη Φορούσε Μαύρα του Τρυφώ, αλλά είναι μια καθαρά αμερικανική ταινία χωρίς ίχνος Χολλυγουντιανού ποπ-κορν, η Κάσσι μας πάει αλλού. Φανταστείτε μια κοπέλα η οποία συχνά θα μας φέρει στο νου τον Ίστγουντ των εκδικητικών γουέστερν του χωρίς όμως να κρατάει όπλο, πυροβολεί με το στόμα με τα μάτια με το μυαλό. Θαυμάσιος ρυθμός, πολύ δυνατή αφήγηση, εμείωτο ενδιαφέρον και ανάτροπες που μοιάζουν αν μη τι άλλο ρεαλιστικές. Η Φένελ πήρε την ταινία πάνω της μια και έγραψε και το σενάριο, το θρίλερ της χτυπάει εκεί που πρέπει όταν πρέπει και φυσικά έχει μια κεντρική ηρωίδα η οποία δειλά δειλά μας αφήνει να την καταλάβουμε (αν και το δειλά δεν ταιριάζει στην Κάσσι), όσο το μυστήριο λύνεται, τόσο μεγαλώνει και η δική μας αποστροφή όχι για τους ενόχους της ταινίας αλλά για τους ενόχους που συναντάμε στην καθημερινότητά μας, μια φεμινιστική ταινία, μια ταινία γεμάτη αγάπη για την γυναίκα χωρίς να περνάει στην άλλη όχθη του “όλοι οι άντρες είναι καθάρματα”.

Δύο ώρες που τρέχουν νερό με την Κάρεϊ Μάλλιγκαν να μας χαρίζει μια καταπληκτική ερμηνεία, με ουσία, σοβαρότητα, ένας χαρακτήρας με περιεχόμενο, καλογραμμένος και πειστικότατος. Το Promishing Young Woman είναι το ψυχολογικό θρίλερ που έψαχνε καιρό ο αμερικάνικος κινηματογράφος και πέτυχε την αποστολή του στο 100%. Αν γράψω οτιδήποτε παραπάνω υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να αποκαλύψω κομμάτια της ταινίας και ξέρετε ότι δεν το κάνω. Κλείνω μόνο με την τεράστια έμπνευση στις τελευταίες σκηνές της ταινίας να ακούγεται το ανατριχιαστικό τραγούδι Angel Of The Morning άλλο ένα διαμάντι στο στέμμα.

Σωλ Μπέλοου : Άδραξε Τη Μέρα

Εκδόσεις Καστανιώτη

Μετάφραση : Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

Υπομονετικά στην βιτρίνα του μανάβικου, ο μαγαζάτορας με μια κουτάλα σκόρπιζε κομματάκια πάγου ανάμεσα στις σειρές με τα λαχανικά. Είχε και πεπόνια Περσίας, βιολέτες, τουλίπες με αστραφτερό μαύρο στη μέση. Οι άπειροι θόρυβοι του δρόμου επέστρεφαν ύστερα από λίγο από τις σπηλιές του ουρανού.. Διασχίζοντας την θάλασσα της κυκλοφορίας στο Μπρόντγουέϊ, ο Ουίλχελμ έλεγε στον εαυτό του, ” ο λόγος που με δασκαλεύει ο Τάμκιν είναι ότι κάποιος πρέπει να τον έχει δασκαλέψει κι εκείνον και ο λόγος για την ύπαρξη του ποιήματος είναι ότι θέλει να με συμβουλεύσει σωστά. Όλοι φαίνεται να ξέρουν κάτι. Ακόμα και τύποι σαν τον Τάμκιν. Πολλοί είναι αυτοί που ξέρουν τι κάνουν, πόσοι όμως μπορούν να το κάνουν;”

Πίστευε ότι έπρεπε, ότι μπορούσε, ότι θα κατάφερνε να ανακτήσει τα καλά πράγματα, τα ευτυχισμένα, τα εύκολα, ήρεμα πράγματα της ζωής. Είχε κάνει λάθη, αλλά μπορούσε να τα παραβλέψει. Είχε κάνει βλακείες αλλά γι’αυτό μπορούσε να συγχωρεθεί. Ο χαμένος χρόνος..χαμένος για πάντα. Τι άλλο μπορούσε να κάνει κανείς γι’αυτό; Τα πράγματα ήσαν τόσο περίπλοκα, αλλά ίσως και να μπορούσαν να ξαναβρούν την απλότητά τους. Τα πράγματα μπορούσαν να διορθωθούν. Πρώτα έπρεπε να φύγει από την πόλη. όχι πρώτα έπρεπε να τραβήξει τα λεφτά του…

Από το καρναβάλι του δρόμου- καροτσάκια, ακορντεόν, βιολιά, λούστροι, ζητιάνοι, κι η σκόνη να τριγυρίζει σαν μια γυναίκα σε ξυλοπόδαρα- μπήκαν στην στενή αίθουσα εργασιών της χρηματιστηριακής εταιρείας, που ξεχείλιζε από κόσμο του Μπρόντγουέϊ από τις μπρος ως τις πίσω σειρές. Αλλά πως θα πήγαινε το λαρδί σήμερα το πρωί; Από το πίσω μέρος της αίθουσας ο Ουίλχελμ προσπάθησε να διαβάσει τα μικροσκοπικά νούμερα. Ο Γερμανός διευθυντής κοίταζε με τα κυάλια του. Ο Τάμκιν κόλλησε στην αριστερή πλευρα του Ουίλχελμ και κάλυψε το εντυπωσιακό φαλακρό του κεφάλι.

Αμέσως ο Τάμκιν του έρχισε μια ατελείωτη συζήτηση. Το έκανε για να καθυστερήσει σκόπιμα τον Ουίλχελμ και να τον εμποδίσει να πουλήσει το μερίδιό του στη σίκαλη ή για να ανακτήσει το έδαφος που είχε χάσει όταν είχε κάνει τον Ουίλχελμ να θυμώσει με τους υπαινιγμούς του για τον νευρωσικό του χαρακτήρα; Ή δεν είχε άλλο σκοπό από το να μιλάει;

Νομίζω ότι ασχολείσαι πάρα πολύ με το τι θα πουν η γυναίκα σου και ο πατέρας σου Τόση πολλή σημασία έχουν για σένα;”

Ο Ουίλχελμ απάντησε:

“Είναι κουραστικό να αναλύει κανείς συνέχεια τον εαυτό του και να προσπαθεί να διορθωθεί. Μπορεί και να περάσεις ολόκληρο το δεύτερο μισό της ζωής σου προσπαθώντας να συνέλθεις από τα λάθη που έκανες στο πρώτο μισό.”

“Νομίζω πως ο πατέρας σου μου είπε ότι έχει κάποια χρήματα να σου αφήσει”.

“Κάτι θα έχει”.

“Πολλά;”

“Ποιος ξέρει” είπε ο Ουίλχελμ επιφυλακτικά.

“Πρέπει να σκεφτείς τι θα τα κάνεις”

“Ώσπου να τα πάρω μπορεί να είμαι πια πολύ αδύναμος για να κάνω κάτι. Αν πάρω τίποτα”

Συχνά απαισιόδοξο και συννεφιασμένο όσο Ο Θάνατος Του Εμποράκου, μόνο που ο ήρωας δεν νοσταλγεί παλιές καλές εποχές αλλά υπακούει σε έναν αυθορμητισμό για τον οποίο συχνά η λογική και το ένστικτό του τον συμβουλεύουν να τον ξεφορτωθεί. Ο Ουίλχελμ δεν είναι Δον Κιχώτης στην Ν.Υόρκη είναι ένας άνθρωπος που παρασύρεται, που ζητά αγάπη, που ζητά την επιτυχία όπως την εννοεί εκείνος κι όχι όπως το “απαιτεί” η ζωή. Η αδεξιότητα και η ανωριμότητά του τον κάνουν συμπαθή, οι κάποιες τάσεις αυτοκαταστροφής του ίσως κάποτε να έχουν βρεθεί και στον καθέναν από εμάς, το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στη διάρκεια μιας μέρας αλλά η υπέροχη γραφή του Μπέλοου το κάνει σαν να είναι η περιγραφή μιας ολόκληρης ζωής και μιας ολόκληρης εποχής.

Ο Πατέρας (The Father) – 2020

Σκηνοθεσία : Φλόριαν Ζέλερ

Πρωταγωνιστούν : Άντονι Χόπκινς, Ολίβια Κόλμαν, Μαρκ Γκάτις, Ολίβια Ουίλλιαμς

Ηλικιωμένος άντρας με καλπάζουσα άνοια αρνείται την οποιαδήποτε οικιακή φροντίδα όπως αρνείται και την εισαγωγή του σε ίδρυμα.

Μοιάζει απλό; Μοιάζει, δεν είναι. Και δεν είναι διότι υπάρχει ένα εκπληκτικό σενάριο το οποίο βασίζεται πάνω στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Φλόριαν Ζέλερ, καλά καταλάβατε ο σκηνοθέτης είναι ο θεατρικός συγγραφέας όπως είναι και ο σεναριογράφος μαζί με τον πολύπειρο Κρίστοφερ Χάμπτον. Ρίσκο το να κάνεις σκηνοθετικό ντεμπούτο όταν θα πρέπει να χειριστείς έναν Άντονι Χόπκινς και μια Ολίβια Κόλμαν. Από την άλλη κάποτε ο Κλίντ Ίστγουντ όταν οι ηθοποιοί μετά το τέλος κάθε σκηνής τον ρωτούσαν αν ήταν ικανοποιημένος είχε απαντήσει χαριτολογώντας “μη μου τα πρήζετε σας πήρα γιατί βγήκε η φήμη ότι είστε εξαιρετικοί ηθοποιοί οπότε εγώ θα είχα λιγότερη δουλειά με το να σας λέω τι να κάνετε.” Μπορεί να συμβαίνει κάτι ανάλογο και στη συγκεκριμένη ταινία, δεν το ξέρω και δεν με ενδιαφέρει κιόλας, σαν θεατή με ενδιαφέρει μόνο το αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα κατά την άποψή μου είναι εκπληκτικό.

Να ξεκινήσω με την ατμόσφαιρα, κλειστοί χώροι, συχνά με ελάχιστο φως, χώροι μέσα στους οποίους σαν θεατής νιώθεις άβολα, κάθε φορά που ανοίγει το παράθυρο και μπαίνει ήλιος έχεις τη τάση να ρίξεις μια ματιά στη θέα για να συνέλθεις, η ατμόσφαιρα κουβαλάει και το συναισθηματικό βάρος των ηρώων ιδιαίτερα βέβαια του πατέρα (Χόπκινς) και της κόρης (Κόλμαν). Οι ίδιοι οι χώροι φωνάζουν για την μοναξιά και για τον αργό θάνατο του μυαλού του κεντρικού ήρωα, εύσημα φυσικά γι αυτό και στη φωτογραφία του Μπεν Σμίδαρντ. Προχωρώ με το σενάριο για να συνεχίσω με την εισαγωγή που έκανα, μάλλον ήταν η καλύτερη επιλογή να συνεργαστεί και ο Ζέλερ, η ταινία θυμίζει θεατρικό έργο – φυσιολογικό- αλλά αυτό δεν της στερεί την όποια κινηματογραφική της ομορφιά, ένα μοναδικής έμπνευσης παιχνίδι πραγματικότητας και φαντασίας που μας “σακατεύει”, παρακολουθούμε και με τα μάτια του πατέρα, ή καλύτερα με το μυαλό του, τα όσα συμβαίνουν αλλά και με τα μάτια των υπόλοιπων πρωταγωνιστών, είναι τόσο μαεστρικά δουλεμένο όλο αυτό το πλάνο ώστε συχνά μπερδευόμαστε αν ισχύει αυτό που βλέπουμε μια και δεν ξέρουμε σε ποιανού τη θέση έχουμε μπει. Ο Πατέρας δεν έχει σκοπό να σε αφήσει σε ησυχία σε όλη τη διάρκεια του 90λεπτου, δεν υπάρχει κανένα διδακτικό ύφος και κανένα ίχνος περιττού μελό, το σενάριο ξεδιπλώνει μια αληθινή καθημερινή κατάσταση, μια κατάσταση η οποία πολλές φορές σου δένει τα χέρια, πως αλήθεια μπορεί να χειριστεί μια οικογένεια έναν ηλικιωμένο που βαδίζει προς τον εγκεφαλικό του “θάνατο”; Με το χέρι στη καρδιά, αν αντιμετωπίζετε ή αν έχετε αντιμετωπίσει παρόμοια κατάσταση σας εύχομαι κάθε δύναμη για να μπορέσετε να παρακολουθήσετε όλη την ταινία.

Μεγάλο ατού λοιπόν το σενάριο οι ανατροπές και οι αμφιβολίες του. Όσο για την σκηνοθεσία..μπράβο και πάλι μπράβο στον Γάλλο Ζέλερ αφού μπορεί να θυμίσει τις μεγάλες στιγμές του Μάϊκ Λη ο οποίος είναι κυρίαρχος στις ταινίες ανθρωπιάς. Ο Πατέρας θα φέρει στο νου και το ΑΓΑΠΗ του Χάνεκε, είναι το ίδιο σκληρό συναισθηματικά, χτύπημα με βαριοπούλα στο κεφάλι, δεν είναι από τις ταινίες που ρωτάς “θα κλάψω;”, ασφαλώς θα κλάψεις και είναι φυσιολογικό και υγιές. Και μαζί με την πολύ καλή σκηνοθεσία θα αναφερθώ και στο σπουδαίο μοντάζ του Γιώργου Λαμπρινού.

Αφήνω για το τέλος τις ερμηνείες, όλες πειστικότατες (δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς) αλλά δεν γίνεται να μην καταλήξω πως όσο περνάει η ώρα έχουμε να κάνουμε με τον οδοστρωτήρα που λέγεται Άντονι Χόπκινς και ισοπεδώνει τα πάντα. Ανατριχιαστικός, συγκλονιστικός, μοναδικός, ένα εκπληκτικό μάθημα υποκριτικής, τόσο καθηλωτικός με τη φωνή και με το σώμα του, όσο περνάει η ώρα και τον παρακολουθείς κάποιος λες και έχει βάλει τσιμέντο στο σώμα σου και ούτε να κουνηθείς δε μπορείς. Καθαρά υποκειμενικά θα ήθελα να πάρει το όσκαρ Α Ανδρικού ρόλου για όλα όσα μου έδωσε. Συνοψίζοντας, όλα λειτούργησαν τέλεια ακόμα και η σπαρακτική μουσική του Λουντοβίκο Εϊνόντι (Nomadland) κι εμείς παρακολουθήσαμε μία από τις πιο ευαίσθητες κι ανθρώπινες ταινίες των τελευταίων ετών.

Harper Lee : Όταν Σκοτώνουν Τα Κοτσύφια

Εκδόσεις : BELL

Μετάφραση : ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΤΡΑΠΑΛΗ

Το σχολείο άρχισε κι αρχίσαμε και πάλι να περνάμε μπρος από το σπίτι των Ράντλεϊ. Ο Τζεμ πήγαινε στην πρώτη γυμνασίου , το γυμνάσιο στεγαζόταν πίσω από το κτίριο του δημοτικού. Εγώ ήμουν τώρα στην τρίτη και είχαμε τόσο διαφορετικά ωράρια, ώστε η μόνη διαδρομή που κάναμε μαζί από το σπίτι – σχολείο – σπίτι ήταν η πρωϊνήκαι δεν τον έβλεπα παρά μόνο όταν μαζευόμασταν στο τραπέζι για να φάμε. είχε μπει στην ποδοσφαιρική ομάδα, όμως ήταν πολύ αδύνατος και πολύ μικρός ακόμα για οτιδήποτε πέρα από το να κουβαλάει κουβάδες νερό για τους παίκτες, πράγμα που έκανε με ενθουσιασμό, τα πιο πολλά απογεύματα χανόταν από το σπίτι μέχρι που σκοτείνιαζε.

Το σπίτι των Ράντλεϊ είχε πάψει πια να μου προκαλεί τρόμο, μα δεν ήταν λιγότερο καταθλιπτικό, λιγότερο παγερό στην όψη κάτω από τις τεράστιες βελανιδιές του, ούτε λιγότερο απωθητικό. Τον κύριο Ράντλεϊ τον βλέπαμε ακόμα καμιά φορά που ήταν καλός ο καιρός να κατεβαίνει στην πόλη και να γυρίζει πίσω το ξέραμε πως ο Μπου συνέχιζε να βρίσκεται εκεί και ήμασταν τόσο βέβαιοι γι’αυτό εξαιτίας του ίδιου πάντα λόγου, κανένας δεν είχε δει ακόμα να τον βγάζουν με το φέρετρο έξω από το σπίτι του. Κάποιες φορές ένοιωθα να με πλημμυρίζουν κάποιες τύψεις, καθώς περνούσα από το κλειστό σπίτι, επειδή είχα συμπράξει κάποτε σε κάτι το οποίο θα πρέπει να ήταν σκέτο βασανιστήριο για τον Άρθουρ Ράντλεϊ – ποιός λογικός άνθρωπος θέλει να έχει μια συντροφιά παιδιών να κρυφοκοιτάζουν από τα παράθυρά του, να του διαβάζουν χαιρετισμούς με ένα σημειωματάκι στερεωμένο σε ένα καλάμι για ψάρεμα, να περιδιαβάζουν στον μπαξέ με τις λαχανίδες του τις νύχτες;

Ο Τόμας Ρόμπινσον άπλωσε το δεξί του χέρι, έπιασε με αυτό το αριστερό του και το σήκωσε. Το φερε να το ακουμπήσει στη Βίβλο και τα σαν λαστιχένια δάχτυλά του έψαξαν να πιαστούν από το μαύρο δέρμα του βιβλίου. Όμως το άχρηστο χέρι του γλίστρησε από τη Βίβλο και χτύπησε πάνω στο τραπέζι του γραμματέα. Επαναλάμβανε από την αρχή την προσπάθειά του, όταν βρυχήθηκε ο δικαστής Ταίηλορ ” Εντάξει Τομ, ορκίσου κι έτσι δεν πειράζει.” Ο Τομ ορκίστηκε και κάθισε στο εδώλιο των μαρτύρων. Ο Άττικους χωρίς να χρονοτριβήσει τον έβαλε να μας πει:

Ήταν εικοσιπέντε χρονών ήταν παντρεμένος με τρία παιδιά είχε και άλλοτε τραβήγματα με τον νόμο; είχε καταδικαστεί μια φορά σε τριάντα μέρες φυλάκιση για διατάραξη κοινής ησυχίας.

“Μάλιστα”, είπε ο Άττικους. “Τι ακριβώς είχες κάνει δηλαδή;”

“Είχα έρθει στα χέρια με έναν, προσπάθησε να με μαχαιρώσει”.

“Και τα κατάφερες;”

“Με χτύπησε λιγάκι, αλλά δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Βλέπετε εγώ…” Ο Τομ ανασήκωσε τον αριστερό του ώμο.

“Ναι, σωστά”, είπε ο Άττικους. “Καταδικαστήκατε και οι δύο σας;”

“Μάλιστα κύριε, όμως μονάχα εμένα έκλεισαν φυλακή, γιατί δεν είχα να πληρώσω το πρόστιμο. Ο άλλος το πλήρωσε το δικό του.”

Ο Ντιλ έσκυψε και ρώτησε τον Τζεμ τι έκανε εκεί πέρα ο Άττικους. Ο Τζεμ είπε πως ο Άττικους έδειχνε στο δικαστήριο ότι ο Τομ δεν είχε τίποτα να κρύψει.

H Θρυλική Μα Ρέϊνι (Ma Rainey’s Black Bottom) – 2020

Σκηνοθεσία : Τζωρτζ Γουλφ

Πρωταγωνιστούν : Βαϊόλα Νταίηβις, Τσάντγουικ Μπόσμαν, Κόλμαν Ντομίνγκο, Γκλιν Τέρμαν, Μάϊκλ Ποττς

Ταινία που αναφέρεται στην ημέρα ηχογράφησης ενός δίσκου της θρυλικής τραγουδίστριας των μπλουζ Μα Ρέϊνι.

Το ποια ήταν η Μα Ρέϊνι και το πόση επιρροή άσκησε στο μπλουζ δεν έχετε εμένα ανάγκη να σας το πω μπορείτε εύκολα να το βρείτε μόνοι σας, αν ενδιαφέρεστε. Αν είστε δε κανονικοί μουσικόφιλοι χωρίς παρωπίδες έχετε ήδη παρατήσει το κείμενο και ψάχνετε. Μόνο και μόνο αν δείτε κάποιες από τις σκηνικές “συμπεριφορές” της Nina Simone θα καταλάβετε τι εννοώ. Τέλος πάντων ο μόνος τρόπος για να μάθετε αυτά που σας ενδιαφέρουν για την σπουδαία τραγουδίστρια είναι το ψάξιμο γιατί η ταινία δεν είναι βιογραφική. Διαδραματίζεται μέσα σε μια μέρα ηχογραφήσεων, εντάσεων, συγκρούσεων, πάθους, αγανάκτησης, δικαιοσύνης, αδιεξόδων, αλληλεγγύης, σεβασμού, περηφάνιας, θυμού…οκ σταματάω.

Ακολουθώ χρόνια μια συγκεκριμένη μέθοδο “γνωριμίας” με μία ταινία που πρόκειται να παρακολουθήσω, διαβάζω πάρα πολύ λίγα πράγματα γι’αυτήν και ποτέ κριτικές (με εξαίρεση αυτές του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη επειδή εκεί κάνεις μάθημα κινηματογράφου, και του Άκη Καπράνου γιατί προσεγγίζει αλλιώς το σινεμά, κι αυτές πολλές φορές μετά την παρακολούθηση της ταινίας), από τα πρώτα λεπτά το φιλμ μου θύμιζε λιγάκι θεατρικό έργο και μόλις έπεσαν οι τίτλοι είδα ότι πράγματι το σενάριο του Ρούμπεν Σαντιάγκο Χάντσον βασίστηκε στο θεατρικό έργο του Ώγκουστ Ουίλσον, μη φανταστείτε όμως ότι αυτό λειτουργεί κατά της ταινίας. Κατ αρχήν ο Τζώρτζ Γουλφ έχει πετύχει στο ακέραιο να φτιάξει μια ατμόσφαιρα προετοιμασίας και εκτέλεσης ηχογράφησης, έχει επίσης κάνει καλή δουλειά στο να μας βάλει στο κλίμα της συγκεκριμένης εποχής, 1927 για την ακρίβεια, και στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, ρατσισμός, προκατάληψη αλλά και μουσική βιομηχανία.

Ο Γουλφ δεν κάνει αυτό που έκανε ο Ίστγουντ στο Bird, αποφεύγει τα σκοτεινά πλάνα και την μπλουζ κινηματογραφική μανιέρα (Ο Ίστγουντ π.χ συχνά είχε πλάνα εξώφυλλα στη ταινία του), ο Γουλφ “κλείνει τους ηθοποιούς του στο στούντιο και ταυτόχρονα τους απελευθερώνει. Υπέροχες οι σκηνές όπου ο κάθε μουσικός διηγείται και μια ιστορία που ταυτόχρονα είναι κι ένα κομμάτι από την ιστορία των μαύρων, μία ιστορία, μία πληγή, χιλιάδες τραγούδια. Κι εδώ ακριβώς έχουμε να κάνουμε με κάποιες υπέροχες ερμηνείες, ξεκινώ από τους δευτερορολίστες αλλά όπως και για την ηχογράφηση ενός σπουδαίου τραγουδιού χρειάζεσαι όχι μόνο σύνθεση στίχους και ερμηνεία αλλά και μουσικούς να τα υποστηρίξουν, έτσι και σε ένα φιλμ τέτοιου είδους πρέπει όλοι οι ήρωες να αφήνουν το στίγμα τους, το κινηματογραφικό τους αποτύπωμα, και εδώ το κάνουν πολύ καλά.

Δεν πρόκειται δηλαδή για μια ταινία “παράσταση ενός ρόλου”, ναι ο τίτλος μας κατευθύνει στο που πρέπει να εστιάσουμε αλλά πρόκειται για καθαρή κι επιτυχημένη ομαδική δουλειά, ο καθένας παίρνει το σεναριακό μερίδιο που του αναλογεί και έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ δίκαιο φιλμ. Ας πάμε και στους δύο βασικούς πρωταγωνιστές, η Βαϊόλα Νταίηβις ΕΙΝΑΙ η Μα Ρέϊνι, αγνώριστη (σπουδαία δουλειά στο μακιγιαζ), κυριαρχεί και σκεπάζει τα πάντα. Μια γυναίκα δυναμική, μεγαλωμένη με πόνο και μπλουζ, βαθιά φιλοσοφημένη με τον τρόπο της μέσα από το πανεπιστήμιο της αδικίας και της φτώχειας, συχνά καταπιεστική, αυταρχική, ιδιότροπη αλλά κανείς δεν μπορεί να την αδικήσει, “θέλουν τη φωνή μου, για μένα δεν δίνουν δεκάρα είμαι απλά μια άλλη αραπίνα η οποία θα τους φέρει λεφτά, ε λοιπόν αν θέλουν λεφτά λεφτά θα βγάλουμε κι εμείς, θα μας δείξουν σεβασμό και θα κάνουν ότι τους πούμε, ήρθε η ώρα να παρακαλέσει και ο λευκός”. Η Μα είναι η καρδιά των μπλουζ και χτυπάει δυνατά, είναι η ψυχή των μαύρων και φωνάζει από την εποχή των βαμβακοφυτειών του Νότου και των βιομηχανιών του Βορρά μέχρι σήμερα.

Στην άλλη πλευρά ένας νεαρός φιλόδοξος τρομπετίστας που θέλει τον κόσμο εδώ και τώρα, λίγο πριν τους Doors, ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή αλλά και γεμάτος έπαρση, ψυχικά και σωματικά τραύματα. Δεν υπάρχει χρόνος για τον Λέβι, ο κόσμος τον περιμένει και δεν θέλει να αργήσει, τέρμα με τους μαύρους που θρηνούν με τα παλιά μπλουζ, ήρθε η ώρα να πάρουμε τη τύχη στα χέρια μας με νέους ήχους, ήχους που θα κατακτήσουν τις μεγαλουπόλεις και θα κάνουν τον λευκό να υποκλιθεί. Αλαζόνας με υπερβολική αυτοπεποίθηση αλλά και με τεράστια αγάπη στη μουσική, η ζωή γι αυτόν είναι μια ζαριά που εκτιμά πως θα φέρει εξάρες. Ο Τσάντγουικ Μπόσμαν στον ρόλο είναι απλά απίθανος, ανατριχιαστικός. Οι εντάσεις, κρυφές και φανερές με την Μα είναι σεναριακό, σκηνοθετικό και κυρίως ερμηνευτικό κομψοτέχνημα.

Ίσως ο ενθουσιασμός μου να οφείλεται και στην ανίατη αρρώστια μου με την μουσική, όπως και να’χει όμως νομίζω πως και ομοιοπαθής να μην είναι κάποιος αν μη τι άλλο θα αναγνωρίσει κάποια από τα ατού αυτού του φίλμ το οποίο είναι υποψήφιο για 5 όσκαρ (Α Γυναικείου και Α Ανδρικού Ρόλου, Σχεδιασμού Παραγωγής, Κοστουμιών και Μαίηκαπ)