Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘ΧΑΝΚΜΟΥΝΤΥΤΙΔΑ’ Category

Θα θελα πολύ ένα βράδυ να μπορούσα να παίξω τρομπέτα σαν τον Μόντυ Κλιφ στο Από Εδώ Ως Την Αιωνιότητα, να κοιτάξω το φεγγάρι και να του υποσχεθώ ότι αυτό θα είναι το τελευταίο μου σάλπισμα και το τελευταίο μου δάκρυ, χαρισμένα σε όσα χάθηκαν, αλλά ούτε να μετρήσω μπορώ πια, ούτε και να δακρύσω.

Το μόνο που απέμεινε είναι κάποια όμορφα ασπρόμαυρα όνειρα από έναν τόπο που έχω ξεχάσει πια, αυτά φυλλομετράω για να ξαναζήσω, αυτά και κάποια κρύα μεσημέρια τα Σάββατα, τότε που τη λύτρωση την αντάμωνες τραβώντας μια παλιοκαιρισμένη κουρτίνα. Χαρά μέσα στη λάσπη όπως και τα διαμάντια, αγάπη πάνω στο χαλί που τσιμπούσε το μάγουλο.

Μουσική λαχανιασμένη, παραμύθι πάνω στον άβολο καναπέ. Παιδικό κυνηγητό στο γρασίδι, εκεί που τα χρώματα σου έκλειναν το μάτι και σου ζητούσαν να τ’ακολουθήσεις. Κανένας δεν ρωτούσε τότε, όλοι ήξεραν, τώρα απλώς προσπερνούν, δεν θέλουν να θυμούνται, αποφεύγουν να κοιτάξουν. Που και που μόνο ακούγεται ένας ήχος από το κόψιμο μιας τράπουλας μέσα στο σκοτάδι. Τα τραγούδια και τα ποιήματα έχουν κουραστεί μαζί μας, τα χουμε προδώσει, το γέλιο μας μυρίζει ανάγκη και ψέμα και ο έρωτας μας ματώνει τα χέρια του μπροστά στα σπασμένα τζάμια ενός καθρέφτη.

Τα σεντόνια και τα ρούχα μας σκληραίνουν κι αυτά μαζί μας. Τα παιδιά μας εγκαταλείπουν νωρίς, έπαψαν να μας θέλουν και μοιάζουν να βιάζονται να γεράσουν. Γυρέψαμε την αγάπη μέσα στο άδειο της ρουτίνας μας, ντρεπόμαστε για το παλιό μας σπίτι και τους παλιούς μας φίλους. Φερθήκαμε με απανθρωπιά στα πιο όμορφα λάθη μας σκοτώνοντας τα, διώξαμε φαντάσματα που γνώριζαν από μοιρασιά….λίγη ανάσα ακόμα στα πνευμόνια, ένα ακόμη δάκρυ..φτάνουν γι απόψε.

Read Full Post »

Δεν υπήρξες ποτέ

διάλεξα να κοιμηθώ δίπλα από έναν άδειο πόνο

διάλεξα ένα τίποτα για να με γεννήσει με την ανάσα του

δεν υπήρξες ποτέ

παρά μόνον σαν ασπρόμαυρο και θολό όνειρο

που βιάστηκε το ίδιο να σβήσει την εικόνα του

δεν υπήρξες ποτέ

μια γκριμάτσα που έβαζε τα δυνατά της

για να γίνει χαμόγελο

ένα θλιβερό κρυφτό για παιδιά που δεν έμαθαν να παίζουν

ένα απόγευμα που περίμενε άδικα να το υιοθετήσει κάποιο ποίημα

δεν υπήρξες ποτέ

το χιόνι στο πρόσωπό σου ήταν μόνο μια παλιά καρτ-ποστάλ

οι νύχτες που σε ζήτησαν γύρισαν πίσω σκυφτές

οι μέρες που σε αγάπησαν

γύρισαν άπρακτες για να κρύψουν την ντροπή τους

η λίμνη του νάρκισσου ήταν ένας καθρέφτης παλιός

θαμπός από ανάσες γεμάτες τσιγάρα και αλκοόλ.

Δεν υπήρξες ποτέ

μισοτελειωμένο διήγημα μιας παραμονής Χριστουγέννων

μισοτελειωμένο μπλουζ στη φυσαρμόνικα ενός ηλικιωμένου μαύρου μουσικού

αίμα σε φλέβες παγωμένες με το γαλάζιο της θλίψης

φευγαλέα λάμψη σε μάτια που λάτρεψαν το πέταγμα ενός πουλιού

που στο τέλος τσάκισε τα φτερά του

δεν υπήρξες ποτέ

αδύναμο σκοτάδι που τύλιγε μοναχικούς περιπάτους

άκαιρη ψιλή βροχή που λάσπωνε τους δρόμους

χαλασμένο φανάρι που νομίζει ότι ξεγελά το χρόνο

σε μια διασταύρωση

σκουριασμένο κλειδί για την πόρτα μιας ανεξερεύνητης αποθήκης

φύλλο στο πεζοδρόμιο υγρό όχι από το φθινόπωρο

αλλά από τα δάκρυα ενός δειλού περαστικού

άνεμος που μάζευε σκόρπιες φράσεις που έψαχναν το λυτρωμό τους

μέσα από σωρούς λυπημένων Κυριακάτικων δειλινών

φτηνό δώρο σε ακόμα πιο φτηνό περιτύλιγμα με την τιμή του επάνω

Δεν υπήρξες ποτέ

ούτε σαν ένα τηλεφώνημα παρηγοριάς

ούτε σαν ένας κύκλος

ούτε σαν ένα καλοκαιρινό ξημέρωμα που ψάχνει για λίγο χώρο

σ’ένα τσαλακωμένο χαρτί

Δεν υπήρξες ποτέ.

Φωτογραφία : Irving Penn

Read Full Post »

loneliness-tomasz-zaczeniuk

Λένε πως εκείνη χάϊδευε μια όμορφη κούκλα

την κρατούσε στην αγκαλιά της και την νανούριζε

της χαμογελούσε και τις έλεγε παραμύθια

παραμύθια που αγαπούσε κάποτε κι ο γιος της

τώρα το γιο της νανούριζε μια Αργεντίνα πόρνη

στη καμπίνα ενός παλιού φορτηγού πλοίου

πρώτα κοιμόταν εκείνη και μετά η κούκλα

κι εκείνη κοιμόταν ήσυχη

τα όνειρα είχαν πάρει από νωρίς το μερίδιο τους

και το ξημέρωμα τα έβρισκε να τρίζουν στο λιμάνι

εδώ και δυο μήνες τη φρόντιζε μια γυναίκα από την Ουκρανία

κοντά στα εξήντα με τη μέση σμπαράλια

και το μυαλό στα σύννεφα

αντί για πρωϊνό έπαιρνε η μία τις ιστορίες της άλλης

έρωτες, θανάτους, φιλίες και περιστασιακές πατρίδες

στο καπνό του τσιγάρου μια μαντεψιά

μια γρήγορη φαντασία κι ένα χαμόγελο κίτρινο

από νικοτίνη και προσμονή

η κούκλα πεταμένη στον καναπέ ν’ακούει

γι’απλήρωτα μεροκάματα, παράνομες βίζιτες

και σκατόφατσες νταβατζήδες

για Κυριακάτικα μεσημέρια

στην αυλή ενός ετοιμόρροπου σπιτιού στους Φούρνους

για κολύμπι στη ζούλα

για τα γαλάζια μάτια του Πάνου

που τα κλεισε μια αδέσποτη σφαίρα στον Εμφύλιο.

Λένε πως εκείνος κουλουριαζόταν σαν το φίδι

τα βράδια με χούφτες αντικαταθληπτικά

και πόνους στο στομάχι

με μια κιθάρα δίπλα του

κι ένα ταλαιπωρημένο μαξιλάρι αγκαλιά

νανούριζε τα χρόνια του

κι έγραφε τραγούδια που δεν τα τέλειωνε ποτέ

πεταγόταν από έναν γκρινιάρη στίχο

που του θύμιζε πως έπρεπε να γράψει κάτι

για την Βιρτζίνια Γουλφ και την Έλλη Λαμπέτη.

Άνεργος εδώ και καιρό έπλενε το πρόσωπό του

με υγρασία από χάραμα και θάλασσα.

Έβγαινε στο μπαλκόνι και χαιρετούσε εκείνη

χαμογελούσε ο ένας στον άλλον

κι εκείνη προσπαθούσε να του σφυρίξει

ένα τραγούδι που ήθελε να της παίξει στην κιθάρα

δεν θυμόταν καλά τη μουσική ούτε και τα λόγια

ενώ εδώ και έξι μήνες σχεδόν δε μπορούσε να μιλήσει

συναντιόντουσαν στο πεζοδρόμιο

εκείνη πάσχιζε ακόμα να σφυρίξει κι εκείνος

να παίξει μουσική

σε μια άδικη μάχη με την αθρίτιδα

τελικά τάϊζαν τις γάτες της γειτονιάς

οι γάτες ήξεραν, καταλάβαιναν.

Της υποσχέθηκε πως θα γράψει

κι ένα τραγούδι για κείνη

μπορεί και χωρίς λόγια

μόνο μουσική και το αγαπησιάρικο γουργουρητό των γατιών

αντί για λόγια

Εκείνη τον έβαλε να υποσχεθεί

πως θα φρόντιζε τη κούκλα της όταν θα πέθαινε

εκείνος δάκρυσε κι άρχισε να δοκιμάζει ακόρντα

οι γάτες ήξεραν καταλάβαιναν

Σαν ήρθε το βράδυ τη χαιρέτησε

“Σε λίγο θα σε πάρω στο σταθερό

να ακούσεις τη μουσική

όπως παλιά από σταθερό σε σταθερό.”

Ήταν το βράδυ που κράτησε την κούκλα της

πιο σφιχτά απ’όλες τις φορές

 

Φωτογραφία : Tomasz Zaczeniuk 

 

Read Full Post »

here lies the painter - Jason Montinola

Κοίταξε για άλλη μια φορά την οθόνη, σα να προσπαθούσε να σιγουρευτεί ότι δεν του είχε διαφύγει κάτι. Όλα ήταν στη θέση τους, «όλα», θα μπορούσε να χαμογελάσει, το απέφυγε, ίσως και να μην μπορούσε. Το «όλα» είχε αποδειχτεί ένα τεράστιο «τίποτα», γεμάτη λέξεις η σελίδα αλλά ακόμα λευκή, κι έτσι λευκή θα έμενε.

Άφησε λίγες δαχτυλιές πάνω της λες κι ήθελε να την σημαδέψει , ή λες και ήθελε να χαϊδέψει και το έκανε κάπως άγαρμπα. Έτριψε με τον αντίχειρά του τις πέντε λέξεις που τις θεώρησε κλειδιά. Λέξεις, λόγια, τελικά αυτό ήταν πάντα το πρόβλημα, αισθήματα πότε στο πατάρι και πότε στο υπόγειο, βλέμμα, πράξεις…τώρα χαμογέλασε αν και δεν το ήθελε στ’αλήθεια, ορισμένα από τα χαμόγελα του έκαναν πάντα του κεφαλιού τους δεν είχαν γνωρίσει αφεντικό.

Σημεία στίξης, ενοχές, φόβοι, ευθύνες, αγάπη, σιωπή, μια τρέλα καλά κλεισμένη να δέχεται καρτερικά τη μοίρα της, κι ένας θυμός σαν απότομη βροχή να ξεπλένει. Εκείνος κάτω από ένα υπόστεγο αλλά όχι ασφαλής αγκαλιά με μια ανάπηρη αλήθεια. Τα μάτια του έκαιγαν, λίγο από το γκρίζο πρωινό φως είχε καταφέρει να παραβιάσει τα μισοκατεβασμένα ρολά του και να εισβάλει στο δωμάτιο. Έριξε μια ματιά στο πάτωμα, ένα βιβλίο με τη σελίδα Νο 551 τσακισμένη, οκτώ σελιδοδείκτες στο γραφείο του, όλοι καλόγουστοι, όλοι δώρα, και δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ κανέναν τους, από μικρό παιδί τσάκιζε τις σελίδες στα βιβλία, αυτό το βιβλίο βέβαια είχε κάτι το ιδιαίτερο…το είχε γράψει ο ίδιος. Η ανάπηρη αλήθεια ήταν εκείνη που υπαγόρευε κι εκείνος έγραφε, έγραφε…με τις ώρες.

Μερικές παράγραφοι βουτηγμένες μέσα σε αναμνήσεις κακοφορμισμένες από το χρόνο και από την επανάληψη, κίτρινες. Δίπλα από το βιβλίο παρατημένα τρία cd και δύο βινύλια, Record Store Day, κάπνα, φωνές, ξερόλες πωλητές που προσπαθούσαν να βγάλουν τις ζημιές της χρονιάς σε ένα διήμερο, ψαγμένοι πελάτες που παζάρευαν τιμές, παραγωγοί ραδιοφώνου και μουσικογραφιάδες γερασμένα παγώνια να μπαίνουν στη διαδικασία ενός θλιβερού ανταγωνισμού γνώσεων. Στο ένα από τα δύο εξώφυλλα των βινυλίων το πράσινο και το γαλάζιο μάτι του Bowie είχαν γουρλώσει από την έκπληξη, νέα κυκλοφορία, μα ο Bowie έχει πεθάνει, κι αν δεν έχει πεθάνει θα πεθάνει απόψε.

Δεν μπήκε στο κόπο να μαζέψει ούτε το βιβλίο ούτε τα αποκτήματα του από την Record Store Day. Δεν μπήκε στο κόπο ούτε και το κρεβάτι του να στρώσει, ανακατεμένο το σεντόνι με την γαλάζια λινή κουβέρτα, μετά από μερικές γερές κλωτσιές είχαν μπουρδουκλωθεί, άλλη μια νύχτα που είχε κοιμηθεί ξεσκέπαστος. Έπλυνε τα δόντια του και τις διαμαρτυρίες των ευαίσθητων ούλων του έπνιξε ένα μπούκωμα από ουίσκυ, το μπουκάλι βρισκόταν πάντα πάνω στο πλυντήριο. Έφτυσε με δύναμη το αλκοόλ στον νιπτήρα πέντε-έξι σταγόνες πετάχτηκαν και κόλλησαν στον καθρέφτη, έτσι όταν εκείνος αποφάσισε να κοιταχτεί τις είδε να βρίσκονται κοντά στο ύψος των ματιών του, έμοιαζαν με λεπτά κανελί δάκρυα. Ούτε και τον καθρέφτη θα σκούπιζε.

«Επόμενος σταθμός…Η Ζώνη Του Λυκόφωτος» ψιθύρισε ή έτσι του φάνηκε, μπορεί και να ψιθύρισε κάποιος άλλος, ποιος ξέρει; Άλλωστε τον τελευταίο καιρό ήταν σχεδόν σίγουρος ότι στο σπίτι έμπαινε ένας απρόσκλητος επισκέπτης, αόρατος και διακριτικός και μετά εξαφανιζόταν τόσο εύκολα και ξαφνικά όσο εύκολα και ξαφνικά εμφανιζόταν. Η άδεια πολυθρόνα, εκεί που κάποτε βολευόταν ο πατέρας του  βολεύοντας τις αϋπνίες του. Οι τελευταίες του μέρες φορούσαν ανοιχτές πράσινες πιτζάμες έπαιζαν στα δάχτυλα ένα φτηνό ερυθρόλευκο κομπολόι αγορασμένο από τον πάγκο ενός Αφγανού στο Κυριακάτικο παζάρι του Πειραιά.

«Είσαι για γιουσουρούμ;», ο πατέρας του κάθε φορά να ρωτάει με το πονηρό χαμόγελο μέχρι τ’αυτιά. Εκείνος έψαχνε για παλιούς ελληνικούς δίσκους κοψοχρονιά ενώ ο πατέρας δεν είχε στο νου του τίποτα αλλά «όλο και κάτι θα βρω.», έτσι είχε καταφέρει να στριμώξει στο πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου ένα σωρό κούτες γεμάτες με αχρησιμοποίητα εργαλεία. Ακόμα και μπότες ψαρέματος έβρισκες και ο πατέρας του είχε να ψαρέψει εδώ και τριάντα χρόνια. «Είσαι για γιουσουρούμ;» η Record Store Day δίπλα στις γραμμές του ηλεκτρικού, τα μάτια του πατέρα είχαν κι αυτά διαφορετικά χρώματα το ένα με το άλλο όπως τα μάτια του Bowie, το ένα μελί το άλλο στο χρώμα της σοκολάτας, ο πατέρας είχε πεθάνει κι εκείνος ένα χρόνο μετά από τον Bowie, κι αν δεν είχε πεθάνει θα πέθαινε απόψε.

Στο βαγόνι του τρένου πέντε άτομα, μια Ρωσίδα που ουρλιάζει στο κινητό και δεν αφήνει τον συνομιλητή της να πάρει ανάσα, ένας πιτσιρικάς γύρω στα είκοσι με ξυρισμένο κεφάλι και γενειάδα αρχιμανδρίτη που λαγοκοιμάται κουτουλώντας το παράθυρο, μια αφηρημένη τσιγγάνα με το κοριτσάκι της να κάνει κωλοτούμπες στο κάθισμα, κι ένας κατσούφης κουστουμαρισμένος που πασχίζει να διαβάσει την οικονομική στήλη μιας εφημερίδας και κοιτάζει πότε τη Ρωσίδα και πότε το τσιγγανάκι.

Ατελείωτο μοιάζει αυτό το τούνελ, ποτέ δεν ήταν τόσο μεγάλο, κι ο ήχος της αμαξοστοιχίας ακούγεται διαφορετικός, ακόμα σκοτάδι, το τούνελ δεν έχει τέλος, τα λευκοκίτρινα φώτα του βαγονιού τρεμοπαίζουν, ακόμα σκοτάδι, τούνελ οισοφάγος ενός τεράστιου κήτους. Στάση! Ποια Στάση; Μόνο σκοτάδι και μόνο μια πόρτα ανοίγει. Τώρα ξέρει πως ονειρεύεται, οι φωνές της Ρωσίδας δεν έχουν καταφέρει να του πάρουν την νύστα, τι κάνει όταν ξέρει πως βλέπει όνειρο και πρέπει να ξυπνήσει; Κλείνει τα μάτια και βγάζει μια εσωτερική κραυγή…τίποτα.

Η Ρωσίδα είναι εκεί, ο αρχιμανδρίτης το ίδιο, η τσιγγάνα και το υπερκινητικό της κοριτσάκι και ο κατσούφης με τα μάτια κολλημένα στην εφημερίδα, ναι αλλά…

-Παππού;

Το γκρίζο ριγέ σακάκι, τα τεράστια δάχτυλα, η έκφραση «μάλλον χαμογελάω» και η κάπως γαμψή αλά Υβ Μοντάν μύτη.

Δίπλα στον παππού ένας έφηβος κοντά δεκαπέντε, μαύρο γυαλιστερό μαλλί, λίγο στομαχάκι και σχιστά ασιάτικα μάτια γεμάτα ζωή, μάτια που έβλεπαν άνοιξη πριν ακόμα εκείνη έρθει. Μάτια που έκλεισαν για πάντα ένα Πάσχα δίπλα από τα συντρίμμια μιας μοτοσυκλέτας.

-Τάσο;

Ο παππούς και ο Τάσος, είχαν φύγει ο ένας μετά τον άλλο με λίγους μήνες διαφορά, ο Τάσος κουνά ενθουσιασμένος ένα τσαλακωμένο εισιτήριο.

-Rory Gallagher ρε μαλάκα…Rory, το καλύτερο κουτσό επί σκηνής, τώρα έχω το εισιτήριο, τώρα μπορώ να πάω στη συναυλία…

-Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά….η βραχνή φωνή του παππού ακούγεται σαν σφύριγμα.

Ο πατέρας στα τελευταία του άφηνε την τηλεόραση να φωτίζει το πρόσωπό του και μουρμούριζε Καζαντζίδη χωρίς να παρακολουθεί, ο Στέλιος ο αγαπημένος του, όπως και ο Άκης Πάνου, Η Ζωή μου όλη….

Ο πατέρας που έφυγε με χαμόγελο κοιτάζοντας το ψέμα του γιου, οι λέξεις, η οθόνη…

Είχε κάνει κάτι που δεν είχε ξανακάνει στη ζωή του, είχε διαβάσει εκείνο το κείμενο και από το τέλος προς την αρχή, ήταν ακριβώς το ίδιο. Πως γινόταν αυτό; Το ψέμα ίσως δεν έχει δύο όψεις.

Ο παππούς και ο Τάσος είχαν πεθάνει κι αν δεν είχαν πεθάνει θα πέθαιναν απόψε.

Το τρένο ακόμα να βγει από το τούνελ, Ρωσίδα, τσιγγάνοι, αρχιμανδρίτης και κατσούφης αδιαφορούν. Ο Τάσος ακόμα με το εισιτήριο στο χέρι, ο παππούς έχει πιάσει άλλο σκοπό αλλά προφανώς δεν θυμάται τα λόγια, παλεύει όμως να τα βρει κι ανάμεσα στα μμμμ, ξετρυπώνει και κανένα φωνήεν…

Το ψέμα δεν έχει δύο όψεις η αλήθεια όμως έχει πολλές.

Εκείνος είχε πεθάνει από ένα ψέμα, κι αν δεν είχε πεθάνει θα πέθαινε απόψε.

 

Πίνακας, Here Lies The Painter του Jason Montinola

Read Full Post »

Σάτσμο

aventura

 

 

Στο ταξίδι μιας ζεστής και θυμωμένης νύχτας

μπόρεσα να σε δω καλύτερα

ανάμεσα σε λέξεις λαθραίες

τραγουδούσες στη μέση ενός άδειου δρόμου

για το πόσο όμορφος είναι ο κόσμος

σε συνόδευε μια χορωδία παλιού καρναβαλιού

και ο Σάτσμο* προσευχόταν ξανά και ξανά

στην καλοσύνη των ανθρώπων

άσε με όπως παλιά ν’ακούσω το σκοπό σου

εκείνον με τον οποίο νανούριζες ένα τριαντάφυλλο

κι εκείνο δεν μαράθηκε ποτέ

άσε με να σε δω να τσαλακώνεις με τα δάχτυλα σου

το εισιτήριο από την τελευταία ταινία

που είδαμε μαζί

άσε με να σε φωτογραφίσω καθώς κατεβαίνεις τα σκαλιά

για να προλάβεις το τελευταίο μετρό

άσε με να αισθάνομαι πως το μάγουλο μου

ακουμπά ακόμα μια φορά στο μαύρο σου παλτό

άσε με να μετρήσω από την αρχή

τα χιλιόμετρα από εκείνες τις Κυριακές που σε γύρεψα

και κερνούσα λύπες τη σιωπή μου

κράτα τα βλέφαρά μου μισόκλειστα

ν’αλλάξουν γνώμη τα δάκρυα που απέμειναν

δώσε μου ένα κομμάτι απ’ τον δικό σου άνεμο

αυτόν που σ’αγάπησε για το παιδί

που έκρυβες στα μάτια σου

και στο θαλασσινό αλάτι πάνω στα μαλλιά σου

άσε την ανάσα μου να κοιμηθεί

δίπλα από ένα φοβισμένο αηδόνι

άσε τα όνειρα ν’αποφασίσουν για μας

και να κρύψουν τα χρόνια μας

διπλά από εκεί που κρύψαμε εμείς

τα φιλιά σε κάθε αποχαιρετισμό μας

 

(more…)

Read Full Post »

IMG_20191214_082856[1]

Δάχτυλα που ανοιγοκλείνουν

και βαριανασαίνουν προσμονή

έχουν μονιάσει από καιρό

με κουρασμένα φθινοπωρινά βράδια

μάτια που γύρεψαν ιστορίες κρυφές

διαλέγουν φως, πρόσωπα και τόπους.

Σ’έναν από αυτούς τους τόπους

θα μένω αμήχανος κι άγνωστος

όπως ακριβώς μου αρέσει

όπως ακριβώς θέλησε

το πιο μεγάλο μου καλοκαίρι.

Εκεί θα έρθεις φορώντας μια νέα ανάμνηση

και μέσα της θα έχεις κρύψει το δώρο μου

και θα χαθούμε για λίγο

στους μικρούς στενούς δρόμους που αγαπάς

σ’αυτή την μολυβένια από φόβο και στέρηση πόλη

αυτή που φωτογραφίζεις με τις λέξεις σου

μόνη στο γραφείο σου

όταν χαμογελάς στο γαρύφαλλο που’χεις απέναντί σου

“Η άνοιξή μου” μου είχες πει κάποτε πως το’χες ονομάσει.

Θ’ακούσουμε μαζί καινούργιες μουσικές

θα μαλώσουμε πλάι πλάι

και θα μείνουμε για λίγο αγκαζέ

ακουμπώντας πάνω σε μια νερατζιά

υγρή από Σεπτέμβρη και παράπονο.

Θα τρέξουμε μαζί γύρω γύρω από τις λύπες μας

όπως εκείνο το ξημέρωμα στην Ίο

θα πιούμε σε ότι αγαπήσαμε

και θα περπατήσουμε μόνοι μας τα μεσάνυχτα.

“Κοίταξε τα πλακάκια της Αιόλου”

θα μου πεις ενθουσιασμένη σαν μικρό παιδί

“Διάβασε τα, πάνω τους είναι γραμμένες ζωές”

Θα σκουπίσεις βιαστικά τα μάτια σου για να μου κρυφτείς

“Απόψε θα γράψουμε κι εμείς μία πάνω σ’αυτά

και θα καλέσουμε τον Βαν Μόρισον να μας κάνει παρέα”

Τότε θα μου δώσεις το κρυφό σου δώρο

“Το πιο όμορφο βότσαλο που βρήκα” θα πεις

θα’ναι χωμένο μέσα σ’ένα διχτάκι

και θα νοσταλγεί τη θάλασσά του.

Θα με βάλεις να σου υποσχεθώ

πως όταν νιώσουμε μόνοι

θα το βγάλω από το διχτάκι

και θα το πετάξω στη λίμνη με τα πιο πολλά παραμύθια

και έτσι οι κύκλοι που θα κάνει το νερό

θα γυρίσουν σε μας

για να μας κλείσουν μέσα τους

ποτέ πια μόνους.

 

Read Full Post »

leaving

Στο τελευταίο ποτό

θα σ’ακολουθούν βλέφαρα τσαλακωμένα

ο ιδρώτας στο κολάρο του πουκαμίσου σου

θα είναι ο πιο κρύος

ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ θα βρίζει μαστουρωμένος

την γραφομηχανή του

και οι σκονισμένες γωνιές

θα διαλέγουν σκοτάδι.

Στο τελευταίο ποτό

θα γράψεις τις αράδες σου

τις πιο ξεχασμένες

θα μουρμουρίζεις έναν σκοπό

που δεν έμαθες ποτέ

και θα τολμήσεις να ονειρευτείς

πως αγκαλιάζεις όσο γκρι σου’χει απομείνει.

Στο τελευταίο ποτό

θα ξανατρίξει το πάνω πάτωμα

από τα βήματα του Καρυωτάκη

και μια γριά με λερωμένο φόρεμα

 ανακατεμένα μαλλιά μέχρι τη μέση

και δάχτυλα κίτρινα από τη νικοτίνη

θα παίζει την κιθάρα της

και θα βλαστημάει τον έρωτα

πάνω σ’ένα αυτοσχέδιο μπλουζ.

Στο τελευταίο ποτό

ένα παιδί θα παρατήσει τους γονείς του

και θα τζογάρει το παραμύθι του

πάνω σε μια φθαρμένη τσόχα

Ο Τριφό θα αναπνέει ακόμα τις γυναίκες του

και ο Βαν Γκογκ θα χρωματίζει με τ’αστέρια του

το πρόσωπο της τρέλας.

Στο τελευταίο ποτό

το αεράκι δε θα’χει διάθεση για κουβέντα

τα δέντρα δε θα νανουρίζουν πάνω τους

αδέσποτα γατιά

και οι τοίχοι στα πάρκιγκ

θα ζηλεύουν τις λευκές σελίδες.

Στο τελευταίο ποτό

θ’ανταμώσεις με μια άγνωστη πρόποση

στο πάτωμα θα ξαπλώσετε παρέα

χωρίς να γυρέψετε σκέπασμα

θα ψιθυρίστε ο ένας στ’αυτί του άλλου

μια βιαστική ευχή

που σε λίγο θα την έχετε κιόλας ξεχάσει.

 

*Η φωτογραφία είναι από την ταινία Αφήνοντας Το Λας Βέγκας (Leving Las Vegas) σε σκηνοθεσία Mike Figgis

 

 

 

 

 

 

Read Full Post »

Ida

Κάτι τέτοιες νύχτες έρχεται στο μυαλό μου η Έλλη

καθισμένη στο μισοσκότεινο σαλονάκι της

σ’ένα γκριζοκίτρινο ισόγειο κάπου στον Άγιο Νικόλαο

η Έλλη με το πληγωμένο χαμόγελο

αυτό που χάριζε στον Πολωνό γείτονά της

κάθε φορά που τον έβλεπε να βγάζει έξω τα σκουπίδια

ή κάθε φορά που τον έβλεπε μισομεθυσμέμνο

από τις μπόμπες που έπινε σ’ένα φτωχόμπαρο δύο στενά πιο κάτω

η Έλλη ονειρεύεται πως κάποια μέρα θα φύγει μαζί του

ονειρεύεται να γράψει ένα ποίημα γι’αυτόν.

Η Έλλη παίζει στη πασιέντζα τ’απογεύματά της

και περιμένει πως και πως τα τσιμεντένια δειλινά

από το μικρό της μπαλκόνι παρέα με τις δύο γλάστρες της

που αφού τις ποτίσει τους τραγουδά ψιθυριστά

κάθε πρωί πριν πάει στη δουλειά της.

Η Έλλη ξαναχαμογελά πληγωμένα

όταν ακούει εκείνη τη φωνή στο βαγόνι του τραίνου

“παρακαλείστε να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα”

το πιο προσωπικό της αντικείμενο

είναι μια κομμένη κοτσίδα φυλαγμένη μέσα σ’ένα κουτί

μαζί με φωτογραφίες της γιαγιάς, λίγα παιδικά τετράδια

και μερικές κασέτες.

Την κοτσίδα την έκοψε στα 18

“Για να ξεχάσω” έλεγε σε όλους

Κανένας δεν έμαθε τι ή ποιόν ήθελε να ξεχάσει.

Η Έλλη συχνά ανακατεύει όσα δάκρυα της έχουν απομείνει

με το νερό που ρίχνει στο πρόσωπό της

και ξαναχαμογελά πληγωμένα

ακόμα κι όταν πηγαίνει σινεμά

στην ίδια πάντα αίθουσα με τα μπορντό της καθίσματα να τρίζουν

από τον χρόνο και από τη κούραση

“Το κάνω για γούρι” είπε κάποτε

στο αδέσποτο σκυλί που την άραζε μπροστά στο ταμείο.

Η Έλλη αγάπησε τρελούς χειμώνες και θυμωμένα καλοκαίρια

σχεδίαζε χάρτες με θησαυρούς πάνω σε θαμπό τζάμι

έγραφε στο σεντόνι τα δικά της τραγούδια

κάθε φορά που άκουγε το ρυθμό της βροχής.

Η Έλλη κοιμόταν ελάχιστα

αλλά στον τελευταίο της ύπνο

αγκάλιασε σφιχτά την κομμένη κοριτσίστικη κοτσίδα

και δεν πήρε χαμπάρι πως το παλιό της κασετόφωνο

είχε μασήσει εκείνη την κασέτα

με τα “Greatest Hits” του Ντύλαν

Οι γείτονες είπαν πως ήταν η πρώτη φορά εδώ και χρόνια

που το συνήθως πληγωμένο χαμόγελό της ήταν τόσο πλατύ

 

Φωτογραφία από την ταινία Ida (2014) του Πάβελ Παβλικόφσκι

 

 

Read Full Post »

Ε

e

Γέννησα ένα άσχημο φοβισμένο ψέμα

κουλουριασμένος στη γωνιά ενός κρύου σαλονιού

τότε που οι προσευχές δεν έπιαναν

τότε που τα παιδιά στη γειτονιά σταμάτησαν να παίζουν

τότε που σε είδα κάπου στο βάθος να χαμογελάς

και το ψέμα δεν σταματούσε να κλαίει

και βύζαινε δάκρυα και αποστροφή

φοβόμουν να το κοιτάξω

κάποιος προσπάθησε να μου το πάρει

μα δεν το άφηνα από τα χέρια μου

εκείνο κλωτσούσε και γύρευε όνειρα

γύρευε λέξεις να το χαϊδέψουν

κι εγώ το έσφιγγα όλο και πιο δυνατά

έκλεισα τα μάτια και ξανάδα εκείνη τη θάλασσα

εκείνη που ήταν η δική μας

εκείνη που αγάπησε τα μυστικά και τις σιωπές μας

εκείνη που έκανε τους κόμπους μέσα μας υπόσχεση

το ψέμα μου αυτό θα το δώσω μόνο σε σένα

γιατί αν εσύ το αγκαλιάσεις και το φροντίσεις

θα πάψει να’ναι άσχημο και φοβισμένο

θα γίνει ένα πανέμορφο κορίτσι που θα σου μοιάζει

και θα φιλήσει το χιόνι που θα ακουμπήσει απαλά το πρόσωπό του

σαν μια συγγνώμη που άργησε να έρθει

και θα ξαναζήσει την ιστορία μας

εκατό χρόνια πριν

και θα μετράμε από την αρχή

από το δικό μας μηδέν

μέσα από ένα φτηνό δωμάτιο ξενοδοχείου κάπου στο Παρίσι

εσύ ξαπλωμένη να φοράς το δανεικό παλτό

και να’χεις το αγαπημένο σου βιβλίο πάνω στο στήθος

κι εγώ δε θα ξαναγεννήσω ψέμα

ενώ μια νύχτα Σαββάτου θα ανταμώσουμε πάλι μ’εκείνη τη θάλασσα

θα την νανουρίσουμε με Beatles και Leonard Cohen

κι αν ήμαστε τυχεροί θα χορέψουμε κιόλας

θα με πειράζεις για τα αστεία, πρόχειρα και μεγάλα παραμύθια μου

κι όταν αφήσεις το χέρι μου

εγώ δε θα φοβάμαι πια να κοιμηθώ.

 

 

Read Full Post »

IMG_20190415_212411[1]

Κοίτα με άλλη μια φορά στα μάτια

και πες μου πως ακόμα μπορώ να αισθανθώ άνθρωπος

πες μου πως οι μόνες αληθινές μάσκες που φοράμε

δεν είναι αυτές που περνούν δίπλα μας σε διαδρόμους

που αναστενάζουν σκληρές αλήθειες

δεν είναι άνεμος αυτός που έκλεψε δύο ολομόναχες λέξεις

μαζί με ένα ερωτηματικό

δεν είναι βρόχινο νερό αυτό που έλιωσε

ένα παραμύθι που δεν ήξερε ούτε πως ν’αρχίσει

ούτε πως να τελειώσει

δεν ήταν κενό αυτό που κατάπιε αναμνήσεις

ζέστης, και υπόσχεσης.

Δεν είναι εκατοντάδες τα πρόσωπα που γίνονται ένα πρόσωπο

που θα γυρέψει αποχαιρετισμό

αγόρια πέντε χρονών άρχισαν να φτιάχνουν αυτοκρατορίες ονείρων

κι ερωτεύτηκαν για πάντα μια σειρήνα αφηρημάδα

μα αυτή τραγουδούσε για χάρη τους μέσα σε άδεια θέατρα.

Κι ύστερα μεγάλωσαν πισωπατώντας

και κλώτσησαν τα δεκανίκια που τους βαστούσαν

και άντρες πια, μίλησαν ατέλειωτα βράδια ολομόναχοι

ή με παρέα το πονεμένο βήμα τους

ενώ είχαν πάντα το κουράγιο

ν’αφήσουν ένα λουλούδι δώρο

σε μια υπέροχη αμφιβολία που τους κέρασε ζωή

 

Read Full Post »

Older Posts »