Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘ΣΣΣΣΤ..ΑΡΧΙΖΕΙ’ Category

blade

BLADE RUNNER 2049 (2017)

Σκηνοθεσία : Ντενί Βιλνέβ

Πρωταγωνιστούν : Ράϊαν Γκόσλινγκ, Χάρισσον Φορντ, Ρόμπιν Ράϊτ, Τζάρεντ Λέτο, Άννα Ντε Άρμας, Σύλβια Χόακς.

Ένας νεαρός Μπλέϊντ Ράννερ ανακαλύπτει ένα τρομερό μυστικό γύρω από τις σχέσεις ανθρώπων και ανθρωποειδών αντιγράφων(ρέπλικες) το οποίο μπορεί να γκρεμίσει τα θεμέλια μιας φαινομενικά “τακτοποιημένης” κοινωνίας.

Θυμάμαι πως όταν είχε βγεί στις αίθουσες το Blade Runner του Ρίντλεη Σκότ, πολλοί ήταν αυτοί που το είχαν αποθεώσει σαν ένα μικρό αριστούργημα επιστημονικής φαντασίας το οποίο ξεπερνούσε τα όρια των ταινιών του είδους και προχωρούσε λίγο παραπέρα ακολουθώντας φιλοσοφικά μονοπάτια, ακόμα περισσότεροι όμως ήταν αυτοί που το έθαψαν κάνοντας σύγκριση με το βιβλίο του συγγραφέα Φίλιπ Ντίκ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΠΡΟΒΑΤΟ . Αν ο Σκοτ είχε προσπαθήσει να μείνει απόλυτα πιστός στο βιβλίο πιθανότατα η ταινία του θα σε έκανε να κοιμηθείς από το πρώτο μισάωρο, διότι ναι μεν το βιβλίο είναι σταθμός στη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας αλλά το σινεμά είναι τέχνη που έχει άλλες απαιτήσεις και κάποια στιγμή αυτό θα πρέπει να το καταλάβουν ορισμένοι. Το θέμα μας βέβαια δεν είναι η πρώτη ταινία, αυτήν τη δικαίωσε ο χρόνος σε τέτοιο σημείο ώστε να θεωρηθεί στη καλύτερη περίπτωση, βλάσφημος, εκείνος που θα τολμούσε να γυρίσει μια συνέχειά της.

Τριανταπέντε χρόνια μετά κυκλοφορεί η είδηση για την υλοποίηση αυτής της συνέχειας και από τα γυρίσματα ακόμα οι κακές γλώσσες έχουν πάρει φωτιά. Φταίει η επιλογή του Γκόσλινγκ, αρχίζουν τα αναθέματα για την επιστροφή του Χάρισσον Φορντ (βασικού πρωταγωνιστή του πρώτου φιλμ), “ότι είχαμε να δούμε το είδαμε”, κλπ, κλπ. Ο γράφων δεν το κρύβει πως άνηκε κι εκείνος στην ομάδα των επιφυλακτικών γιατί του ήταν δύσκολο να φανταστεί πως θα μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η ιστορία. Ο Βιλνεβ όμως είχε άσσους στο μανίκι του και ιδέες στο μυαλό του και μας έβαλε στη θέση μας. Ο Γαλλοκαναδός κινηματογραφιστής είχε δείξει πως μπορεί να έχει τον απόλυτο έλεγχο στο όραμα του χωρίς Χολλυγουντιανές γαρνιτούρες όταν πρόκειται για ταινία επιστημονικής φαντασίας κι αυτό το είδαμε και στην ΑΦΙΞΗ, η οποία μπορεί να μην ήταν αριστούργημα αλλά αν μη τι άλλο ξεχώριζε από τα βιντεοπαιχνίδια που μας σερβίρουν για σινεμά.

blade2

 

Στο BLADE RUNNER 2049 τα καταφέρνει πολύ καλύτερα απ’όλες τις απόψεις, ίσως γιατί αυτή η συνέχεια είχε δουλευτεί για χρόνια στο μυαλό του σκηνοθέτη και περίμενε εκεί υπομονετικά για να πάρει σάρκα και οστά, κάτι σαν τις τελειοποιημένες ρέπλικες που βλέπουμε σε αυτή τη ταινία. Τα οπτικά εφέ έχουν σαφώς βελτιωθεί 35 χρόνια μετά και αυτό ο Βιλνέβ ξέρει πολύ καλά να το εκμεταλλευτεί, όχι βέβαια για να τα χρησιμοποιήσει εντυπωσιάζοντάς μας έτσι ώστε να συζητάμε γι’αυτά μετά τους τίτλους τέλους, αλλά για να αποτελέσουν απαραίτητο αξεσουάρ σε μια όντως πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Επιφανειακά υπάρχει και πάλι το ” αστυνόμος εναντίον ρέπλικας” αλλά για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, όσον αφορά το αν είναι προτιμότερο να δει κανείς πρώτα την ταινία του Σκοτ για να καταλάβει καλύτερα τη δεύτερη του Βιλνέβ, η απάντηση είναι μάλλον, γιατί στο κάτω κάτω, αν είναι πολύ λίγες οι αποκαλύψεις του 2049 και όχι ξεκάθαρες, μπορεί να κάνουν μια μικρή χαλάστρα σε αυτούς που δεν έχουν δει ακόμα το πρώτο φιλμ.

Πέρα από το πολύ καλό σενάριο, ένα τεράστιο ατού της ταινίας είναι τα σκηνικά σε συνδυασμό με τα χρώματα και την ατμόσφαιρα. Βροχερό Λος Άντζελες, γκρίζο, γυμνό, κλειστοφοβικό, με τεράστια ολογράμματα των οποίων το χαμόγελο περισσότερο φοβίζει παρά ευχαριστεί. Απομονωμένη περιοχή στην οποία κυριαρχεί η κιτρινωπή σκόνη και το χρώμα του ουρανού θυμίζει αυτό που έχει η Σαχάρα τα δειλινά. Άλλες περιοχές αποτελούν συνδυασμό σκουπιδότοπου και λατομείου. Ο παράδεισος που έχει ονειρευτεί ο “άνθρωπος-Θεός-δημιουργός” δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια τεχνολογική κόλαση της οποίας δεν μπορεί να έχει τον έλεγχο πια, ο “διάβολος” του άρπαξε τον παράδεισο χωρίς καλά καλά να το καταλάβει.

blade3

Καθ’ εικόνα και καθ’ομοίωση το ‘τέλειο ον” προσπαθεί συνεχώς να δημιουργήσει τελειότερα αντίγραφά του για να το υπηρετούν, συχνά όμως η προσπάθεια να δημιουργήσεις αυτό το “τέλειο” γυρίζει μπούμερανγκ. Ποιός είναι τελικά πιο άψυχος , πιο μηχανοποιημένος; Ο “Δημιουργός” ή το δημιούργημα; Ποιό είναι τελικά το μέλλον που έχει σχεδιάσει αυτός ο “Θεός”; Η ταινία παράλληλα με την υπέροχη αφήγηση και τον προσεγμένο ρυθμό θέτει ερωτήματα χωρίς να αποπροσανατολίζει ή να κουράζει παρά τη μεγάλη της διάρκεια. Το BLADE RUNNER 2049 σε κάποια σημεία είναι αργό, γιατί πολύ απλά έτσι πρέπει να είναι. Οι σκηνές που εστιάζουν στη μοναξιά του Κ (Ράϊαν Γκόσλινγκ), ή εκείνες γύρω από την περιπλάνηση του προσπαθώντας να εντοπίσει τον για χρόνια εξαφανισμένο Μπλέϊντ Ράννερ Ρικ Ντέκαρντ (Χάρισσον Φορντ) θυμίζουν πότε τον Αλαίν Ντελόν στο Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΓΓΕΛΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ του Μελβίλ και πότε τους χαμένους στις ερημιές ήρωες του Αντονιόνι.

Ο Γκόσλινγκ κατάφερε να εκμεταλλευτεί το σενάριο με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα που ενώ θα μπορούσε να έχει λιγότερες ερμηνευτικές απαιτήσεις εκείνος μπόρεσε να τον φέρει κοντά στον θεατή. Όσο για τον Χάρισσον Φορντ, δεν υποδύεται κανέναν ρόλο…είναι ο Ρικ Ντέκαρντ μετά από 35 χρόνια!!! Νομίζει κανείς ότι η κάμερα του Βιλνέβ και το σενάριο των Χάμπτον Φέηντσερ και Μάϊκλ Γκρήν παρακολουθούσαν υπομονετικά τα γεγονότα και τις εξελίξεις στον πλανήτη για όλα αυτά τα 35 χρόνια. Ο Φέηντσερ,συμμετείχε και στο σενάριο της πρώτης ταινίας οπότε αυτό είναι άλλο ένα πλεονέκτημα για να έχουμε μια ιστορία με γερό σκελετό, όσο για τον Γκρήν είναι από τους πιο έμπειρους σεναριογράφους φαντασίας και τρόμου τόσο στη τηλεόραση όσο και στο σινεμά (River, American Gods, Heroes, Logan, Alien: Covenant).

Ασφαλώς και δεν είναι όλα τέλεια στο 2049, κάποια ερωτήματα – τουλάχιστον όσον αφορά εμένα- έμειναν αναπάντητα ενώ υπήρχαν και μερικές ‘τρύπες” προς το τέλος αλλά ακόμα κι αυτό το μπλέξιμο πετυχαίνει να γοητεύσει. Η εικαστική μαγεία της ταινίας θα μείνει στη μνήμη μας για πολύ καιρό, μη σας πως ότι θα αποτελέσει και σημείο αναφοράς. Το σινεμά επιστημονικής φαντασίας περνάει τεράστια κρίση αλλά ο Βιλνέβ παρέδωσε μαθήματα κι ας ελπίσουμε ότι θα βρεθούν και μαθητές. Όσο για το φιλμ ας μην είμαστε τσιγγούνηδες ώστε να το κατατάξουμε στις καλύτερες ταινίες μίας κατηγορίας, είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, γενικώς!

 

 

Advertisements

Read Full Post »

ιτ

ΤΟ ΑΥΤΟ (IT) – 2017

Σκηνοθεσία : Άντι Μουσιέτι

Πρωταγωνιστούν : Τζάεντεν Λίμπερχερ, Φιν Γουλφχαρντ, Τζακ Ντύλαν Γκρέηζερ, Σοφία Λίλλις, Μπιλ Σκάρσγκαρντ

Στην πόλη Ντέρυ το φαινόμενο της εξαφάνισης μικρών παιδιών έχει πάρει επικίνδυνες διαστάσεις. Μία παρέα πιτσιρικάδων, μέλος της οποίας είναι ένα αγόρι που έχει χάσει τον μικρότερο αδελφό του, ύστερα από κάποια παράξενα περιστατικά πιστεύει πως οι εξαφανίσεις αυτές οφείλονται σε ένα τρομακτικό πλάσμα με τη μορφή κλόουν.

Ως παλιός φανατικός αναγνώστης των βιβλίων του Στήβεν Κινγκ και ως κινηματογραφόφιλος έχω καταλήξει στο εξής συμπέρασμα : είναι εξαιρετικά δύσκολο, έως απίθανο να μεταφέρεις την ατμόσφαιρα τρόμου των συγκεκριμένων βιβλίων στην μεγάλη οθόνη, οπότε η καλύτερη λύση για ένα σκηνοθέτη είναι να απομακρυνθεί με έξυπνο τρόπο από το βιβλίο που θέλει να διασκευάσει, να κρατήσει απλά έναν σκελετό και να δουλέψει καθαρά με το δικό του όραμα δημιουργώντας έτσι και το δικό του σύμπαν, το πέτυχε ο Κιούμπρικ με την Λάμψη, το πέτυχε ο Κάρπεντερ με το Κριστίν, ο Ρόμπ Ράϊνερ με το Στάσου Πλάϊ μου και το Misery, και δεν ξεχνάμε και την αξιοπρεπέστατη Ομίχλη του Φράνκ Ντάραμποντ. Ο Μουσιέτι απόφασίζει να χρησιμοποιήσει άλλη μέθοδο, γνωρίζοντας ότι ένα τεράστιο σε όγκο βιβλίο δεν συμμαζεύεται εύκολα ώστε να κινηματογραφηθεί αποφάσισε να πατήσει στα σίγουρα και να το διασκευάσει με τη φιλοσοφία μίνι τηλε-σειράς, σε ένα φιλμ δηλαδή που να αποτελείται από δύο μέρη. Το βιβλίο παίζει πολύ με το φλας μπακ, οι ήρωες πότε σε μικρή ηλικία  και πότε ενήλικες, η συγκεκριμένη ταινία αναφέρεται εξολοκλήρου στη παιδική τους ηλικία. Ο σκηνοθέτης μένει όσο γίνεται πιστός στα παιδικά χρόνια των ηρώων που διάβασε στο βιβλίο οπότε αυτό το κινηματογραφικό IT είναι μια από τις πιο κοντινές αν όχι η πιο κοντινή μεταφορά σε βιβλίο του Κινγκ. Έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμ τρόμου γεμάτο από καλές προθέσεις, είναι όμως αυτό αρκετό ;

Έχω ξαναγράψει για την κατάχρηση των ειδικών εφέ, ειδικά αυτών μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, που συχνά λειτουργούν εις βάρος της κινηματογραφικής αισθητικής, σε αυτή την ταινία ευτυχώς υπάρχει αυτοσυγκράτηση και δεν έχουμε κάποιο από τα συνηθισμένα φεστιβάλ play station τα οποία περισσότερο γέλιο προκαλούν παρά τρόμο. Ο Μουσιέτι δεν προσπαθεί να γίνει καλτ και δεν φλερτάρει με την αυτοπαρωδία, γενικώς δεν ρισκάρει, σε άλλες στιγμές αυτό αποδεικνύεται σωστή επιλογή ενώ σε άλλες όχι. Το ξεκίνημα της ταινίας σε κάνει να περιμένεις πολλά, η ατμόσφαιρα όπως πρέπει και η αόρατη απειλή κάνει την “εμφάνισή” της σε κάθε πλάνο. Η πρώτη συνάντηση με τον Κλόουν είναι σκέτο “βασανιστήριο” περιμένεις να συμβεί το κακό με κομμένη την ανάσα. Από εκεί και μετά και η αφήγηση πάει καλά αλλά και ο ρυθμός, ως ένα σημείο έστω, δεν κάνει κοιλιά ενώ οι ερμηνείες των πιτσιρικάδων πρωταγωνιστών είναι πειστικότατες και μας πάνε πίσω στη χρυσή εποχή του πανέμορφου Σπιλμπεργκικού κινηματογραφικού “παλιμπαιδισμού”.

Σε πολλά από τα βιβλία του Κινγκ η συντηρητική και συχνά πρωτόγονη αμερικανική επαρχία περνιέται από πριονοκορδέλα το ίδιο συμβαίνει και στο Αυτό αλλά στη ταινία δεν συναντούμε κάτι τέτοιο και μένουμε καθαρά στο κομμάτι “αγωνία και τρόμος”. Το φιλμ είναι έντιμο με εμάς τους θεατές αλλά και με τον εαυτό του, δε θέλει να είναι άλλο ένα σπλάτερ για ποπ κορν και χαβαλέ, σκοπεύει να μείνει στη μνήμη μας ως μια ταινία τρόμου που θα την θυμόμαστε και μετά από χρόνια, το αν θα τα καταφέρει ή όχι μόνο αυτά τα χρόνια θα το δείξουν, όσον αφορά τη δική μου τη μνήμη μάλλον θα το τιμήσει μεν αλλά όχι υπερβολικά δε. Το Αυτό θα έλεγα ότι χάνει δυο τρεις κλασσικές ευκαιρίες, όπως θα λέγαμε και στο ποδόσφαιρο, για να να γίνει σπουδαίο θρίλερ, όπως ανέφερα και παραπάνω η όχι και μεγάλη σκηνοθετική τόλμη του Μουσιέτι δεν αφήνει το σφυγμό μας να ανέβει λίγο παραπάνω αφου σε μερικές σκηνές που δαγκώνεσαι και σφίγγεις τα μπράτσα της καρέκλας…μένεις με την γλύκα, το αποτέλεσμα είναι χαμηλότερο των προσδοκιών. Το Αυτό είχε γυριστεί και παλαιότερα σαν μίνι τηλεοπτική σειρά, αν κάνω την όποια σύγκριση τότε πιστεύω πως η κινηματογραφική μεταφορά είναι καλύτερη, αλλά τις δυνατότητες που δίνει ο κινηματογράφος σε τέτοιες μεταφορές δεν τις εκμεταλλεύτηκε όσο θα έπρεπε ο Μουσιέτι και είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσε.

Στα θετικά του φιλμ να προσθέσουμε και τη σημασία που δίνεται στον καθαρό, ακατέργαστο τρόμο τον οποίον σου προξενεί μια έξυπνη κι ευφάνταστη κάμερα χωρίς να καταφεύγει σε ψηφιακά κρεσέντα βαρεμάρας κι επανάληψης, σημαντική και η συνεισφορά του Μπιλ Σκάρσγκαρντ στο ρόλο του κλόουν. Καλό για το είδος σενάριο από τους Γκάρυ Ντάουμπερμαν (Annabelle), Γκάρυ Φουκουνάγκα (True Detective) και Chase Palmer και αρκετά απειλητική φωτογραφία από τον Τσουνγκ Χουν Τσανγκ (φωτογραφία και στο αξέχαστο Κορεάτικο νεο-νουάρ Old Boy). Οι φίλοι των ταινιών τρόμου θα περάσουν καλά όμως σίγουρα θα περιμένουν περισσότερα από την συνέχεια που ήδη γυρίζεται.

 

 

Read Full Post »

Detroit-movie-banner-poster

Detroit : Μία Οργισμένη Πόλη (Detroit) – 2017

Σκηνοθεσία : Κάθριν Μπιγκελόου

Πρωταγωνιστούν : Τζων Μπογιέγκα, Γουίλ Πάουλτερ, Άλτζι Σμιθ, Χάννα Μαρρεϋ, Τζέησον Μίτσελ

Ντιτρόϊτ 1967, οι έντονες φυλετικές διακρίσεις και η αστυνομική βία είναι οι αιτίες για ένα μεγάλο ξέσπασμα ταραχών. Το φιλμ αναφέρεται στην επέμβαση της αστυνομίας και της εθνοφρουράς στο ξενοδοχείο Algiers προκειμένου να βρεθεί ένας “ελεύθερος σκοπευτής” ο οποίος σημαδεύει αστυνομικούς

Στους τίτλους τέλους αναφέρεται πως όλα όσα είδαμε στην οθόνη βασίζονται σε μαρτυρίες αρκετών από εκείνους που τα έζησαν, αληθινή ιστορία μεν αλλά για την 100% αληθοφάνεια καλό είναι να κρατάμε πάντα μερικές επιφυλάξεις δε, και εξηγούμαι αμέσως για να μην παρεξηγηθώ. Δεν αμφισβητείται ούτε ο ρατσισμός που κυριαρχούσε, ούτε η αδικαιολόγητη βία, απλώς επειδή η σκηνοθέτης καταπιάνεται κυρίως με ένα περιστατικό εξετάζουμε και τις πηγές. Εννοείται πως η Μπίγκελόου σαν βασικό σκοπό έχει να “χτυπήσει” τον ρατσισμό και να μας μεταφέρει σε μια ιδιαίτερη και αρκετά σκοτεινή περίοδο της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας η οποία όπως δείχνουν τα γεγονότα των τελευταίων ετών μοιάζει να επαναλαμβάνεται.

Οι θανάσιμοι πυροβολισμοί αφροαμερικάνων από όργανα της αστυνομίας τόσο στα τελευταία χρόνια της θητείας Ομπάμα όσο και στο ξεκίνημα της θητείας Τραμπ μόνο λίγοι δεν είναι, άρα η Μπίγκελοου αναλαμβάνει να ξυπνήσει συνειδήσεις μέσω της ιστορικής μνήμης. Βέβαια το ζήτημα είναι το εξής, πόσες ακόμα ταινίες για τον ρατσισμό πρέπει να γυριστούν για να ξυπνήσουν όχι μόνο οι αμερικάνοι αλλά ο κόσμος ολόκληρος; Απάντηση βέβαια δεν μπορώ να δώσω αλλά ως φαίνεται ο μέχρι τώρα αριθμός τέτοιου είδους φιλμογραφίας δεν πέτυχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Περνώντας στο καθαρά κινηματογραφικό κομμάτι, η σκηνοθετική γραφή είναι εκπληκτική, η κάμερα τρέχει, καταγράφει, ανασαίνει, ιδρώνει, ματώνει, φοβάται και υπάρχουν φορές που “κλείνει τα μάτια”. Το στυλ κινηματογράφισης θυμίζει έντονα εκείνο του ντοκυμαντέρ χωρίς όμως να καταφεύγει σε φτηνές αντιγραφές που λειτουργουν εις βάρος της έμπνευσης. Ο ρυθμός έντονος όσο χρειάζεται και οι αμέτρητες εντάσεις καταγράφονται άψογα.

Το σενάριο του βραβευμένου με όσκαρ Μάρκ Μποαλ, είναι όσο “ωμό” χρειάζεται, για την ακρίβεια ο θεατής έχει συχνά την εντύπωση πως στην ουσία δεν υπάρχει καν σενάριο αλλά μια κρυφή κάμερα γράφει τα πάντα. Η Μπίγκελόου έχει βρει στη πένα του Μποαλ τον ιδανικό συνεργάτη (έχουν δουλέψει μαζί τόσο στο Hurt Locker όσο και στο Zero Dark Thirty). Αξίζει όμως να σταθούμε και στις ερμηνείες, διοτί αφού στην πραγματικότητα δεν υπάρχει βασικός πρωταγωνιστής, η προσοχή μας εστιάζεται σε όλους τους ηθοποιούς γιατί όλοι τους είναι κεντρικά πρόσωπα με τον τρόπο τους και όλοι ανταποκρίνονται και με το παραπάνω στις απαιτήσεις των ρόλων τους.

Η Μπιγκελόου δεν αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου με φόντο ένα κοινωνικοπολιτικό  γεγονός, κάνει ακριβώς το αντίστροφο, το βασικό της “πρόσωπο” είναι η πόλη που σπαράζει ενώ το φόντο αποτελούν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων του Algiers. Η άποψη μου είναι πως η σκηνοθέτης δεν προσπαθεί ούτε να ηθικολογήσει ούτε να απλοποιήσει, στο αν το πετυχαίνει ή όχι, σίγουρα οι απόψεις θα διαφέρουν, η δική μου άποψη είναι ότι απλώς η κάμερα της μας ρωτά “θέλετε να ξανασυμβούν όλα αυτά;” Οι σκηνές στο ξενοδοχείο από την επέμβαση της αστυνομίας και μετά στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι πολύ σκληρές και αποτελούν ψυχολογική δοκιμασία.

Το πως θα θυμόμαστε το Detroit μετά από κάποια χρόνια είναι δύσκολο να εκτιμηθεί από τώρα αλλά συνοψίζοντας θα κατέληγα στο συμπέρασμα πως είναι ένα καλό δείγμα σύγχρονου αμέρικάνικου σινεμά. Όσοι δε, έχουμε καταλάβει ότι ο ρατσισμός ξαναφουντώνει και η όποια υπερβολική κρατική βία έχει ήδη αρχίζει να ζεσταίνεται καλό θα είναι να αντιμετωπίσουμε την ταινία καθαρά κινηματογραφικά χωρίς το κλασικό “αυτά τα ξέραμε γιατί τα έχουμε ξαναδεί”, ναι όντως τα έχουμε ξαναδεί αλλά μια καλή ταινία είναι πάντα αναγκαία.

Read Full Post »

ΠΙΚΑΔΕΡΟ

 

ΠΙΚΑΔΕΡΟ (PIKADERO) – 2015

Σκηνοθεσία : Μπεν Σάροκ

Πρωταγωνιστούν : Μπάρμπαρα Γκοενάγκα, Χοσέμπα Ουσαμπιάγκα

Δυο νεαροί Βάσκοι, ο Γκόρκα και η Άνε, γνωρίζονται, ερωτεύονται αλλά επειδή είναι άνεργοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να βρουν κάποιο μέρος ώστε να κάνουν έρωτα ανενόχλητοι. Εκείνος κάνει την πρακτική του σε εργοστάσιο χωρίς αμοιβή, εκείνη έχοντας τελειώσει τις σπουδές της στην Ιστορία Της Τέχνης ψάχνει για δουλειά.

Η οικονομική κρίση που τσακίζει όχι μόνο την Ισπανία αλλά σχεδόν όλη την Ευρώπη κινηματογραφημένη με κάπως διαφορετική ματιά. Εδώ δεν έχουμε ούτε την μαεστρική αισιοδοξία, ή αν θέλετε την ελπίδα, που συναντούσαμε στο “Λιμάνι Της Χάβρης” και στο “Τα Χιόνια Του Κιλιμάντζαρο”, αλλά ούτε και τον ανελέητο κοινωνικοπολιτικό σαρκασμό του Κεν Λόουτς. Ωστόσο το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Σκωτσέζου Μπεν Σάροκ κρύβει ευχάριστες εκπλήξεις. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, στη χώρα των Βάσκων το ποσοστό της ανεργίας των νέων αγγίζει το 45%, αληθινός εφιάλτης δηλαδή. Ο Σάροκ δεν αφήνει το θεατή σε ησυχία γιατί σχεδόν σε κάθο πλάνο η αβεβαιότητα και ο φόβος για το τώρα αλλά και μια εξουθενωμένη προσμονή για ένα ίσως καλύτερο αύριο κάνουν αισθητή τη παρουσία τους. Το φιλμ δε βγάζει μιζέρια αλλά θλίψη και θυμό κι αυτό θέλει πολύ μεγάλη ικανότητα για να το πετύχει ο σκηνοθέτης που διαλέγει να καταπιαστεί με ένα θέμα που καίει.

Το γλυκόπικρο χιούμορ που παρεμβαίνει παίζει σημαντικό ρόλο ώστε να αποφευχθούν μελό και κλισέ παγίδες. Η σκληρή πραγματικότητα μπορεί να αποτυπωθεί με ευφυή τρόπο ειδικά αν ξέρεις σινεμά και ο Σάροκ ξέρει, όχι γιατί είναι έμπειρος αλλά γιατί είναι ένας εξαιρετικός μαθητής. Επιρροές από Καουρισμάκι και Ρόϋ Άντερσον μέχρι Ιταλικό νεορεαλισμό και Ρομπέρ Μπρεσόν, προσέξτε κάποιες αντιδράσεις και εκφράσεις του Γκόρκα κι αν έχετε δει τον Πορτοφολά θα καταλάβετε τι εννοώ. Δύο νέοι άνθρωποι που συχνά αισθάνονται ηττημένοι πριν καλά καλά ξεκινήσουν τον αγώνα τους, η ηλικία τους όμως είναι τέτοια που τους απαγορεύει να παραιτηθούν, πόσο θα αντέξουν όμως;

Η “πείρα” και η “σοφία” των μεγαλυτέρων αλλά και των “ρεαλιστών” προσπαθεί να τους προσγειώσει σε ένα ανώμαλο και άγονο έδαφος, στη σημερινή εποχή τα όνειρα είναι πολυτέλεια, το να ψάχνεις να βρείς τη δουλειά που σου αρέσει είναι ουτοπικό και “ανώριμο”. Χώνεσαι κάπου, έχεις έναν μισθό, παντρεύεσαι για να μη σε πάρουν τα χρόνια και…σπίτι-δουλειά-δουλειά-σπίτι, μάλλον σας θυμίζει κάτι, έτσι; Όταν ο Γκόρκα και η Άνε συνειδητοποιούν ότι τέτοιου είδους ζωή είναι και η μοναδική  λύτρωση απο το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται, μουδιάζουν ακόμα περισσότερο. Εκείνη βέβαια κράτα λίγη από την μαχητικότητα και την ενέργεια της ηλικίας της, εκείνος όμως ευνουχίζεται σιγά σιγά από τον ρόλο του “άντρα κουβαλητή-αρχηγού”.

Οι εξωτερικοί χώροι στους οποίους γυρίστηκαν αρκετές από τις σκηνές είναι πολύ προσεκτικά διαλεγμένοι, προσέξτε αυτές που διαδραματίζονται στη στάση του τρένου, αυτές που λαμβάνουν χώρα έξω από το εργοστάσιο, ή αυτές στην εξοχή με το τροχόσπιτο “ερωτική φωλιά” και στο πάρκο κοντά στο νεκροταφείο. Το κερασάκι σε αυτή τη κινηματογραφική τούρτα είναι το φώς και τα χρώματα, τομέας στον οποίο ο Σάροκ παίρνει ακόμα ένα παράσημο.

Η αφήγηση βγάζει συμπόνια, κατανόηση, μελαγχολία ενώ ο ρυθμός δεν κουράζει, παρά την βαριά ατμόσφαιρα. Το χιούμορ δε, ορισμένες φορές φέρνει στο μυαλό τον “ασπρόμαυρο” Τζάρμους. Πολύ καλή δουλειά και στο άκρως ρεαλιστικό αλλά παράλληλα ποιητικό σενάριο, γραμμένο από τον σκηνοθέτη, ενώ την ‘εναλλακτική μπλουζ” φωτογραφία έχει αναλάβει ο Νικ Κουκ (ειδικευμένος κυρίως σε φιλμ μικρου μήκους ). Άφησα για το τέλος τις δύο απόλυτα πειστικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών

Αν είστε κινηματογραφόφιλοι κι αν έχετε σταματήσει να παραμυθιάζεστε από πολιτικές και μηντιακές μπουρδολογίες το Πικαδέρο είναι ένα φιλμ το οποίο έχει να σας πει πολλά παρά το λιτό του ύφος

 

 

 

Read Full Post »

 

58171a9933aaf

 

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΧΕΛΩΝΑ (LA TORTUE ROUGE) – 2016

Σκηνοθεσία : Μίκαελ Ντούντοκ ντε Βιτ

Ένας ναυαγός ξεβράζεται από τα κύματα σ’ένα νησί αλλά κάθε φορά που φτιάχνει σχεδία για να να μπορέσει να φύγει μία τεράστια κόκκινη χελώνα του χαλάει τα σχέδια

Τα τελευταία χρόνια το σινεμά κινουμένων σχεδίων μας έχει χαρίσει ουκ ολίγα μικρά διαμάντια, τόσο από το χώρο του “εμπορικού” όσο και από αυτόν του “δύσκολου”. Τα animation που απευθύνονται σε ενήλικες πληθαίνουν συνεχώς, κερδίζουν βραβεία, και το κοινό τους μεγαλώνει. Ο Μίκαελ Ντούντοκ ντε Βιτ έχει ένα εντυπωσιακό βιογραφικό, κέρδισε βραβείο Σεζάρ animation ­μικρού μήκους με το Le Moine et le Poisson (1994 ) και βραβείο όσκαρ στην ίδια κατηγορία για το Father and Daughter (2000). Η ιστορία μοιάζει απλή και συνηθισμένη και πιθανότατα ορισμένοι να περιμένουν να δουν ένα Castaway (Ο Ναυαγός) σε κινούμενα σχέδια, αμ δε! Η Κόκκινη Χελώνα εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες που δίνει η τέχνη του κινούμενου σχεδίου έτσι ώστε να γεννηθεί ένα πραγματικά υπέροχο παραμύθι γεμάτο συμβολισμούς και αλληγορίες. Αλλά εδώ δεν έχουμε τον πλούτο των χρωμάτων και τις λεπτομέρειες που συναντούμε σε αντίστοιχα φιλμς από τις ΗΠΑ, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα λιτό αλλά ιδιοφυές κόμικ το οποίο ..κινείται!

Ο θεατής είναι ελεύθερος να βγάλει τα δικά του νοήματα, να διαμορφώσει τις δικές του “φιλοσοφίες” και τα υπαρξιακά του συμπεράσματα βάση των όσων παρακολουθεί στην οθόνη. Τα κύματα της φαντασίας σε παρασέρνουν όπως αυτά της θάλασσας τον ναυαγό, καταλήγεις μαζί του στο νησί και το παραμύθι αρχίζει. Στοιχεία από την Ελληνική Μυθολογία, από την Παλαιά Διαθήκη ίσως, από τον Ρωβινσώνα Κρούσο, από τις μελέτες του Φρόϋντ πάνω στα όνειρα, αλλά και από πολλούς οραματιστές και δασκάλους του κινηματογράφου. Στην ταινία δεν ακούγεται ούτε μία λέξη, μόνο κάποιες κραυγές, απελπισίας, μοναξιάς, ή και θυμού. Το λόγο έχουν οι εικόνες και ο αυτός τους ο λόγος αιχμαλωτίζει. Συγκίνηση, όνειρα, αγάπη, συντροφικότητα, πεπρωμένο, προορισμός, όλα μαζί σε μια ακτή με συντροφιά τα πουλιά, τα καβούρια, τα δέντρα και τα έντομα.

Η συναισθηματική δύναμη αυτού του φιλμ βρίσκεται σε αυτήν ακριβώς τη λιτότητα των εικόνων του, άλλωστε όπως μερικές φορές  τα πιο σημαντικά πράγματα μπορείς να τα πεις με απλές λέξεις έτσι και τις μεγαλύτερες συγκινήσεις και αλήθειες μπορούν ενίοτε να τις αποκαλύψουν λίγα- απλά σε χρώματα και σχέδια- πλάνα. Θα μπορούσα να γράφω ώρες προσπαθώντας να εξηγήσω πως έπαιξαν με το δικό μου μυαλό οι ονειρικές σκηνές της Κόκκινης Χελώνας αλλά αυτό θα τα χάλαγε όλα, ανέφερα παραπάνω για την “ελευθερία” του θεατή. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως πέρασα 80 λεπτά  τα οποία θα τα θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή.

Ιδιαίτερη αναφορά στη μουσική του Λοράν Περέζ ντελ Μαρ αλλά και στο ηχητικό κομμάτι γενικότερα που συνδυαζόμενα με τον εικαστικό μινιμαλισμό μας φέρνουν  αντιμέτωπους με έναν Brian Eno του σινεμά κινουμένων σχεδίων. Όταν θα έχετε βγει από την αίθουσα θα έρθει μια στιγμή που θα θελήσετε να κλείσετε τα μάτια και να ζωγραφίσετε τη δική σας κόκκινη χελώνα, θα θελήσετε να κάνετε τη δική σας ταινία γιατί σίγουρα ορισμένες από τις εικόνες αυτού του φιλμ θα τις έχετε ονειρευτεί. Φυσικά θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σάρκα και αίμα στο σκελετό της ιστορίας του Ντούντοκ ντε Βιτ έδωσε το σενάριο της Πασκάλ Φεράν (Λαίδη Τσάτερλυ, Bird People) που μαζί με τη σκηνοθεσία απογείωσαν την αφήγηση. ‘Όσο για την ιστορία, η Κόκκινη Χελώνα είχε 29 υποψηφιότητες για βραβεία και κέρδισε 11.

Το ιαπωνικό στούντιο Ghibli έκανε και πάλι το θαύμα του κι εσείς δε θα πρέπει να χάσετε με τίποτα αυτόν τον ύμνο στο συναίσθημα, στη συγκίνηση, στον άνθρωπο, στη τέχνη και στον πολιτισμό.

Καλή Διασκέδαση

 

Read Full Post »

ΔΟΥΝΚ

ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ (DUNKIRK) – 2017

Σκηνοθεσία : Κρίστοφερ Νόλαν

Πρωταγωνιστούν : Φιον Γουάϊτχεντ, Σίλιαν Μέρφυ, Κέννεθ Μπράνα, Τομ Χάρντι, Ονοριν Μπάρναρντ

 

1940, στην ακτή της Δουνκέρκης στη Γαλλία βρίσκονται περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς περίπου 400.000 Βρετανοί στρατιώτες οι οποίοι περιμένουν με αγωνία την επιστροφή στην πατρίδα τους.

Η ήττα των συμμάχων στην Δουνκέρκη είχε γεμίσει με αγωνία όλο τον κόσμο γιατί έδειχνε πως η ναζιστική πολεμική μηχανή ήταν ασταμάτητη. Ο Νόλαν αυτή την αγωνία ήθελε κυρίως να μεταφέρει στην οθόνη καθώς και το φόβο των απλών ανθρώπων μπροστά στον θάνατο. Η ταινία ξεκινά εντυπωσιακά με αποτέλεσμα αυτή η αγωνία των στρατιωτών για επιβίωση  να μεταφερθεί αμέσως και στους θεατές της κινηματογραφικής αίθουσας. Δε θα δούμε τα γεμάτα φρίκη πλάνα που συναντάμε στο ξεκίνημα της Διάσωσης Του Στρατιώτη Ράϊαν, το στομάχι μας δεν θα ανακατευτεί από το θέαμα αλλά από τον φόβο. Ακούμε την ανάσα του στρατιώτη που κρύβεται για να γλυτώσει και η σφαίρα που πέφτει δίπλα του μας τινάζει από τη θέση μας. Ο Νόλαν χωρίς τον παραμικρό ακρωτηριασμό έχει πετύχει να μας “φυλακίσει” στον εφιάλτη του πολέμου. Όταν τα γερμανικά αεροπλάνα επιτίθονται στους Βρετανούς που περιμένουν στην ακτή ο θεατής δεν έχει ανάγκη την παραμικρή σταγόνα αίμα για να νοιώσει την καρδιά του να χοροπηδάει, μόνο τα τρομαγμένα πρόσωπα είναι “αρκετά”.

Μπορεί λοιπόν η Δουνκέρκη να μην έχει τις επικές και συγχρόνως τρομακτικές εικόνες άλλων πολεμικών ταινιών όμως το εικαστικό της κομμάτι είναι εκπληκτικό. Τόσο οι σκηνές στην ακτή και στο μόλο, όσο και αυτές στον αέρα και στη θάλασσα κόβουν την ανάσα. Αριστοτεχνική εκμετάλλευση του φωτός και των χρωμάτων, διαολεμένα γρήγορος ρυθμός και ρεαλισμός στο φουλ. Οι αερομαχίες, οι τοπριλισμοί πλοίων, οι ανταλλαγές πυροβολισμών παίζουν με τον ψυχισμό των ηρώων και του θεατή. Π.Χ όταν βλέπουμε ένα καράβι να βυθίζεται η κάμερα εστιάζει στο κλειστοφοβικό περιβάλλον των χώρων που γεμίζουν απότομα νερά και στην απελπισμένη προσπάθεια των στρατιωτών να σωθούν από πνιγμό, ακούμε κραυγές και περισσότερο φανταζόμαστε παρά βλέπουμε τους πνιγμούς και αυτό συχνά είναι πιο οδυνηρό. Η χρησιμοποίηση των εφέ είναι η απολύτως απαραίτητη και δεν γίνεται καμία κατάχρηση, ο Νόλαν δεν ήθελε να κάνει μια Χολλυγουντιανή ταινία όσο κι αν αυτό ακούγεται κάπως παράξενο. Ήθελε να γυρίσει ένα φιλμ φόρο τιμής στους ανθρώπους που συμμετείχαν σε αυτό το γεγονός. Ίσως και γι’αυτόν τον λόγο ουσιαστικά να μην υπάρχει βασικός πρωταγωνιστής. Οι τρείς “ήρωες” του “Δουνκέρκη” είναι η παραλία, η θάλασσα και ο αέρας.

Βλέποντας τα ονόματα των ηθοποιών μας έρχονται στο μυαλό κάποιες παλαιότερες πολεμικές ταινίες όπως τα Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ του Ντάρυλ Ζάνουκ, Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΑΡΝΕΜ του Ρίτσαρντ Αντένμπορο ή το ΚΑΨΤΕ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ του Ρενέ Κλεμάν στις οποίες φιγουράριζαν μεγάλοι αστέρες του κινηματογράφου αλλά με μικρούς ρόλους γιατί αυτό που είχε σημασία ήταν το ιστορικό γεγονός οπότε δεν υπήρχε και αρκετός χώρος στο σενάριο για τη δημιουργία πιστών και καλοδουλεμένων χαρακτήρων. Πάνω σε αυτή την φιλοσοφία έχει δουλέψει ο Νόλαν, κανείς δε θα θυμάται μετά από λίγο καιρό ούτε τον Μπράνα, ούτε τον Χάρντυ, ούτε τον Μέρφυ (άλλωστε έχουν υποδυθεί ρόλους και ρόλους για τους οποίους θα τους θυμόμαστε), και ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ο Νόλαν ανέλαβε να γράψει ο ίδιος το σενάριο, γιατί στο μυαλό του υπήρχαν εικόνες και συναισθήματα, όχι συγκεκριμένα πρόσωπα.

Σε παλαιότερες αναρτήσεις είχα υποστηρίξει πως τόσο ο τελευταίος Μπάτμαν όσο και το Interstellar ήταν δύο ταινίες που αν τις είχε αναλάβει άλλος θα χασμουριόμασταν από το πρώτο μισό, ίσως το ίδιο να συνέβαινε και με το Δουνκέρκη που είναι ένα κινηματογραφικό πλάνο η υλοποίηση του οποίου απαιτούσε ιδιαίτερη σκηνοθετική μαεστρία, η οποία υπάρχει ευτυχώς και με το παραπάνω. Πολλά μπράβο για άλλη μια φορά στην σπουδαία φωτογραφία του Χόϊτ Φαν Χότεναμ, τον οποίον είχαμε θαυμάσει στα Interstellar, Her, The Fighter και το Άσε Το Κακό Να Μπεί (την Σουηδική ταινία), ενώ παράλειψη θα ήταν να μην αναφερθούμε και στη μουσική του Χανς Ζίμμερ του οποίου ο συνδυασμός ambient και κλασικού δένει υπέροχα με την εικόνα αλλά έχω την εντύπωση ότι στέκεται και μόνος του.

Read Full Post »

poster

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙ (Que Dios Nos Perdone) – 2016

Σκηνοθεσία : Ροδρίγο Σορογκογιέν

Πρωταγωνιστούν : Αντόνιο Ντε Λα Τόρρε, Ρομπέρτο Αλάμο, Χαβιέ Περέϊρα, Ραούλ Πριέτο

 

 

Μαδρίτη, καλοκαίρι του 2011 και μια ηλικιωμένη γυναίκα βρίσκεται νεκρή αφού πρώτα έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Την υπόθεση αναλαμβάνουν οι επιθεωρητές Βελάρδε και Αλφάρο οι οποίοι ανακαλύπτουν ότι η ηλικιωμένη είναι πιθανότατα θύμα ενός κατα συρροή δολοφόνου ο οποίος έχει ξανασκοτώσει στο παρελθόν και θα σκοτώσει και στο μέλλον.

Το Ισπανικό νουάρ έχει ξεκινήσει εδώ και λίγα χρόνια να κάνει μικρά αλλά αποφασιστικά βήματα χαρίζοντάς μας πολύ αξιόλογες ταινίες, η πιο πρόσφατη απ’αυτές Το Μικρό Νησί. Η γοητεία της σχετικά νεοσύστατης αυτής σχολής οφείλεται κυρίως σε δύο πράγματα, 1) Υπάρχει πολύ έντονο το στοιχείο του ρεαλισμού και 2) Οι δημιουργοί φροντίζουν πάντα να συνδυάζουν την βασική ιστορία με κοινωνικοπολιτικά γεγονότα. Η ταινία του Σορογκογιέν π.χ ξεκινά λίγες μέρες πριν την επίσκεψη του Πάπα στην Ισπανία, έχει αναφορές στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην Κεντρική Τράπεζα, στο ΔΝΤ και στις διαδηλώσεις των πολιτών κόντρα στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και στον αυταρχισμό της.

Οι Ευρωπαίοι και ειδικά οι Ισπανοί, μια και με αυτούς θα ασχοληθούμε, έχουν αποδειχτεί πολύ μελετηροί και άξιοι μαθητές της παλιάς καλής αμερικάνικης νουάρ σχολής. Η τελευταία φαίνεται να περνάει εδώ και αρκετό καιρό μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας με αποτέλεσμα όλη η ποιότητα να έχει περάσει σε πολύ καλές ομολογουμένως τηλεοπτικές σειρές αφήνοντας τον κινηματογράφο στο περιθώριο. Το Κανείς Δε Μπορεί Να Μας Σώσει έχει σχεδόν τα πάντα που χρειάζεται το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος για να γίνει ελκυστικό. Έχει ατμόσφαιρα, αλλά προσοχή γιατί εδώ κρύβεται ένας άσσος, όλο το σκοτάδι κυκλοφορεί ελεύθερο στους ηλιόλουστους δρόμους της Μαδρίτης ακόμα και τα σκοτεινά πλάνα έχουν φως, ο Σορογκογιέν όχι μόνο δεν το τσιγκουνεύεται αλλά το χειρίζεται και άριστα. Υπάρχουν στιγμές που είτε ο ήλιος είτε το δυνατό φώς στους κλειστούς χώρους θυμίζει το έντονο φώς που είχαν οι λάμπες στα δωμάτια ανάκρισης και αυτό έχει τη σημασία του γιατί κυρίως οι βασικοί ήρωες, οι δύο αστυνομικοί δηλαδή περνούν από ένα είδος ανάκρισης που πότε την κάνει ο ένας στο άλλον και πότε ο καθένας στον εαυτό του. Έχει δύο πολύπλοκους και άκρως ενδιαφέροντες χαρακτήρες οι οποίοι κουβαλούν τον δικό τους σταυρό, ο Βελάρδε τραυλίζει και έχει τεράστιο πρόβλημα στην επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ ο Αλφάρο είναι μια κινούμενη βόμβα με κυκλοθυμική συμπεριφορά, έχει έναν δολοφόνο ο οποίος ανατριχιάζει τον θεατή τη κατάλληλη στιγμή χωρίς περιττές ατάκες εντυπωσιασμού. Έχει καλοδουλεμένο σενάριο πότε με πολυβόλο διαλόγους που χτυπούν ότι κινείται και πότε με σιωπές που λένε τα πάντα. Έχει μια σκηνοθεσία με ρυθμό και αφηγηματική δεξιοτεχνία που κρατά τον θεατή καθηλωμένο.

Νοιώθεις άβολα και αμήχανα κάθε φορά που ο Βελάρδε προσπαθεί να μιλήσει και δε θες να είσαι μπροστά όταν ξεσπάσει ο Αλφάρο. Όπως και το τηλεοπτικό True Detective έτσι και το Κανείς Δε Μπορεί Να Μας Σώσει δεν κερδίζει πόντους για την πρωτοτυπία στο μυστήριο αλλά κυρίως για το βάθος στους χαρακτήρες και για την εξέλιξή τους. Τα μυστικά και οι δαίμονες των δύο αντρών τους απασχολούν συχνά περισσότερο κι απο την σύλληψη του φονιά, αυτούς τους δαίμονες πρέπει να νικήσουν πρώτα. Η σκηνή με τον Βελάρδε και την γειτόνισά του στο διαμέρισμα του πρώτου ξαφνιάζει ακόμα και τον πιο μυημένο σε εκπλήξεις θεατή.

Αυτό που κάνει το Κανείς Δε Μπορεί Να Μας Σώσει μία από τις καλύτερες ταινίες που είδα μέσα στη χρονιά είναι το ότι πρόκειται για καθαρό σινεμά, παλιάς και νέας αντίληψης ταυτόχρονα παρόλο που το κινηματογραφικό βιογραφικό του Σορογκογιέν δεν είναι και πολύ πλούσιο. Πατά πάνω σε σκηνοθετικά αριστουργήματα όπως το Seven, O Άνθρωπος Από Τη Γαλλία, Τρόμος Πάνω Από Την Πόλη κ.α και φροντίζει να στολίσει την πλοκή με ρεαλιστικότατα πρόσωπα και πλάνα. Μοναδική ίσως αδυναμία κανα δυό- κατά τη γνώμη μου- κενά που αφήνει το σενάριο αλλά επειδή καλό είναι να κοιτάμε το δάσος, το φιλμ του Σορογκογιέν θα σας αποζημιώσει και με το παραπάνω.

Καλή Διασκέδαση

 

Read Full Post »

Older Posts »