Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ’ Category

IMG_20171008_101221[1]

Φραντς Κάφκα : Ο Πύργος

Εκδόσεις : Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

Μετάφραση : Κώστας Προκοπίου

“Μόλις απαλλάχτηκε από το αποπνικτικό δωμάτιο, όπου σπρώχνονταν οι βοηθοί και οι υπηρέτριες, ένιωσε μια ανακούφιση. Έξω έκανε πολύ κρύο, το χιόνι είχε γίνει σκληρό κι έκανε το περπάτημα πιο εύκολο. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ο Κ βάδιζε πιο γρήγορα.

Ο Πύργος υψωνόταν όπως πάντα, σιωπηλός, το περίγραμμά του άρχισε να χάνεται. Ποτέ του ο Κ δεν μπόρεσε να διαπιστώσει κάποιο σημάδι ζωής εκεί πάνω, ίσως ήταν αδύνατο να διακρίνεις κάτι τέτοιο από τόσο μεγάλη απόσταση. Πάντως το βλέμμα ποθούσε να δει και δεν μπορούσε να βαστάξει την απόλυτη γαλήνη. Σαν κοίταζε ο Κ τον Πύργο του φαινόταν πως εκεί μπροστά του καθόταν κάποιος ήρεμος, ατενίζοντας με αδιαφορία, χωρίς να΄ναι βυθισμένος σε στοχασμούς, αλλά ελεύθερος και ατάραχος. Έδειχνε σα να’ταν μόνος, χωρίς κανείς να τον προσέχει, εντούτοις έπρεπε να δει πως τον πρόσεχαν. Παρόλα αυτά παρέμεινε γαλήνιος. Το βλέμμα εκείνου που παρατηρούσε από κάτω δεν μπορούσε να μείνει σταθερό και ξέφευγε πλάγια, δεν ήξερε αν ήταν αυτό η αιτία ή το αποτέλεσμα. Το δειλινό που έπεφτε πιο γρήγορα έκανε εντονότερη αυτή την εντύπωση. Όσο πιο πολύ παρατηρούσε τον Πύργο, τόσο λιγότερο έβλεπε, τόσο πιο βαθιά όλα έσβηναν στις σκιές του δειλινού.

Μόλις ζύγωσε ο Κ στο Χέρενχοφ, που ήταν ακόμα σκοτεινό, άνοιξε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος και πρόβαλε ένας νέος φρεσκοξυρισμένος χοντρούλης και με γούνινο παλτό, έσκυψε έξω κι έμεινε στο παράθυρο. Ο Κ τον χαιρέτησε, μα δεν είδε καμιά ανταπόκριση. Μπήκε μέσα αλλά ούτε στον προθάλαμο, ούτε στην μπυραρία συνάντησε κανένα. Η μυρωδιά της ξινισμένης μπύρας ήταν πιο ανυπόφορη από την άλλη φορά”

….

” Και οι τρεις κάθισαν σχεδόν σιωπηλοί σε ένα μικρό τραπέζι πίνοντας την μπίρα τους. Ο Κ ήταν στο μέσο, δεξιά κι αριστερά οι βοηθοί του. Ακόμα ένα τραπέζι ήταν πιασμένο με ντόπιους χωρικούς, όπως και χθες το βράδυ. “Είναι δύσκολο να κάνει κανείς κάτι μαζί σας” είπε ο Κ παρατηρώντας και συγκρίνοντας τα πρόσωπά τους . “Πως να σας ξεχωρίζω; Διαφέρετε μόνο κατά τα ονόματα, κατά τα άλλα είστε όμοιοι όπως”- σταμάτησε και μετά απρόθυμα συνέχισε- “είστε όμοιοι όπως ακριβώς δυο φίδια”. Οι δύο βοηθοί του χαμογέλασαν. “Πάντως οι άλλοι μας ξεχωρίζουν αρκετά καλά” είπαν για να δικαιολογηθούν. “Το πιστεύω” είπε ο Κ. “το διαπίστωσα με τα μάτια μου, αλλά εγώ βλέπω μόνο με τα δικά μου μάτια και με αυτά δεν μπορώ να σας ξεχωρίσω. Γι’αυτό θα σας χρησιμοποιώ σαν έναν άνθρωπο και θα σαν ονομάζω και τους δύο με το όνομα Αρθούρος, έτσι ονομάζεται ένας από σας. Εσύ;” ρώτησε ο Κ τον ένα. “Όχι” είπε εκείνος, “ο νομάζομαι Ιερεμίας”. “Είναι αδιάφορο” είπε ο Κ, “και τους δυο θα σας ονομάζω Αρθούρο. Αν στέλνω τον Αρθούρο να πάει κάπου, θα πηγαίνετε και οι δυο σας, αν αναθέτω κάποια εργασία στον Αρθούρο θα την κάνετε πάλι μαζί, αυτό φυσικά για μένα είναι μειονέκτημα, γιατί δεν θα μπορώ να χρησιμοποιώ τον καθένα για μια ιδιαίτερη δουλειά, αλλά έχει και ένα πλεονέκτημα, γιατί και οι δυο σας θα είστε υπεύθυνοι εξ ολοκλήρου για κάθε εντολή που θα παίρνετε. Το πως θα μοιράζετε την δουλειά μου είναι αδιάφορο. Μόνο μην τα φορτώνετε ο ένας στον άλλον. Για μένα είστε ένας άνθρωπος.”

Advertisements

Read Full Post »

IAN McEWAN : ΕΞΙΛΕΩΣΗ

Εκδόσεις : Νεφέλη

Μετάφραση : ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΠΕΛΟΣ

 

“Τα χρώματα έσβησαν από την φαντασία της, η αυτάρεσκη απόλαυση της κίνησης και της ισορροπίας υποχώρησε, το χέρι της πονούσε. Σιγά σιγά ξανάγινε ένα μοναχικό κορίτσι που θέριζε τσουκνίδες. Σε λίγο σταμάτησε , πέταξε τη βέργα και κοίταξε γύρω της.

Κάθε φορά που βυθιζόταν στη φαντασία της πλήρωνε το τίμημα τη στιγμή της επιστροφής. Τώρα ήταν λίγο πιο δύσκολο να ξανασυντονιστεί με το παρελθόν. Το όνειρό της, γεμάτο εύλογες λεπτομέρειες, φάνταζε ανόητο μόλις συναντούσε την σκληρή υλικότητα του πραγματικού. Ήταν δύσκολη αυτή η επιστροφή. Γύρνα πίσω, της ψιθύρισε η αδελφή της, όταν την ξυπνούσε από κάποιον εφιάλτη. Η Βριώνη έχασε την θεϊκή δύναμη της δημιουργίας, και η απώλεια αποκαλυπτόταν μόνο τη στιγμή της επιστροφής. Κομμάτι της γοητείας που έχει το όνειρο, είναι η φαντασίωση της αδυναμίας μπροστά στην λογική : αναγκασμένη από τους αντιπάλους της να ανταγωνιστεί στο υψηλότερρο επίπεδο, με τους καλύτερους του κόσμου, απόδεχόμενη την πρόκληση στο άθλημά της – την διάλυση των τσουκνίδων- ξεπερνούσε τα όριά της, όχι μόνο για να ικανοποιήσει το πλήθος που παραληρούσε, αλλά και για να είναι  η καλύτερη – και κυρίως μοναδική. Μα φυσικά όλα αυτά ήταν δικά της- από αυτήν γι’αυτήν- και τώρα ξαναγύρισε στον κόσμο. Όχι σ’αυτόν που έφτιαχνε όπως ήθελε, αλλά σε εκείνον που την έκανε ότι ήθελε. Ένιωσε να μικραίνει κάτω από τον βραδινό ουρανό. Είχε κουραστεί αλλά δεν ήταν ακόμη έτοιμη να γυρίσει στο σπίτι. Άραγε στη ζωή να υπάρχει μόνο το μέσα και το έξω; Δεν υπάρχει ένααλλού να πάει κανείς;”

(more…)

Read Full Post »

Scan_Pic0022_resize-500x500

 

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΩΝΙΑ : ΤΖΩΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ

Εκδόσεις : Ελεύθερος Τύπος

Μετάφραση : Νίκος Β Αλεξίου

 

Υποθέτω ότι δεν κατάφερα να αποδώσω αρκετά καλά τι σήμαιναν για μένα εκείνοι οι μήνες στην Ισπανία. Κατάγραψα μερικά από τα εξωτερικά γεγονότα  αλλά δεν μπορώ να καταγράψω τα συναισθήματα που μου είχαν αφήσει. Είναι όλα ανάμικτα με παραστάσεις , μυρωδιές και ήχους που δεν μπορούν να μεταφερθούν στο χαρτί. Η μυρωδιά των χαρακωμάτων, η ανατολή στα βουνά, που απλωνόταν σε απίθανες αποστάσεις, ο παγερός κρότος που έκαναν οι σφαίρες, ο βρόντος και η λάμψη από τις βόμβες. Το καθαρό, ψυχρό φως των πρωϊνων στην Βαρκελώνη. κι ο γδούπος από τις από τις αρβίλες στην αυλή των στρατώνων, τότε τον Δεκέμβρη που οι άνθρωποι πίστευαν ακόμα στην επανάσταση, κι οι ουρές για τα τρόφιμα, και οι μαυροκόκκινες αημαίες και τα πρόσωπα των Ισπανών πολιτοφυλάκων- πάνω απ’όλα τα πρόσωπα των πολιτοφυλάκων-άντρες που τους ήξερα στο μέτωπο και τώρα είναι σκορπισμένοι ένας Θεός ξέρει που, μερικοί σκοτωμένοι στις μάχες, μερικοί ανάπηροι, άλλοι στην φυλακή, οι πιότεροι, ελπίζω , ακόμα ασφαλείς και υγιείς.

Καλή τύχη σε όλους τους. Ελπίζω να κερδίσουν τον πόλεμό τους και να διώξουν όλους τους ξένους από την Ισπανία, Γερμανούς , Ρώσους και Ιταλούς. Αυτός ο πόλεμος στον οποίο έπαιξα ένα τόσο μικρό ρόλο, μου άφησε βασικά άσχημες αναμνήσεις, κι όμως δεν θα ήθελα να τον είχα χάσει. όταν έχεις αντικρύσει μια τέτοια καταστροφή σαν κι αυτή- όποια και να’ναι η έκβαση, ο Ισπανικός πόλεμος θ’αποδειχθεί πως είναι μια φοβερή καταστροφή, ξέχωρα από τις σφαγές και τις σωματικές κακουχίες, το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα η απογοήτευση και ο κυνισμός. Αρκετά παράδοξα, η όλη εμπειρία με άφησε με όχι λιγότερη αλλά με περισσότερη πίστη στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κι ελπίζω ότι η περιγραφή που έδωσα δεν είναι πολύ παραπλανητική. Πιστεύω ότι σε μία τέτοια υπόθεση κανείς δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, απόλυτα αντικειμενικός. Είναι δύσκολο να’σαι σίγουρος για οτιδήποτε, έξω απ’ότι είδες με τα μάτια σου και συνειδητά ή ασυνείδητα όλοι γράφουμε μεροληπτικά. Σε περίπτωση που δεν το έχω ξαναπεί προηγουμένως σ’αυτό το βιβλίο το λέω τώρα: προσέξτε την μεροληψία μου, τα λάθη αναφορικά με γεγονότα και την παραμόρφωση που προκαλείται μοιραία απο το γεγονός ότι είδα μόνο ένα κομμάτι απ’όσα συνέβησαν.”

“Η πάλη για την εξουσία ανάμεσα στα Ισπανικά Δημοκρατικά κόμματα είναι ένα δυσάρεστο μακρινό γεγονός, που δεν θέλω να το ξανασκαλίζω σήμερα. Το αναφέρω μόνο για να πω: μην πιστεύετε τίποτα ή σχεδόν τίποτα απ’όσα διαβάζετε γι’αυτά που έγιναν στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Είναι όλα, απ’όποιαδήποτε πηγή κι αν προέρχονται, κομματική προπαγάνδα- δηλαδή ψέματα. Η πλατειά αλήθεια γοια τον πόλεμο είναι αρκετά απλή. Η Ισπανική αστική τάξη είδε την ευκαιρία να συντρίψει το εργατικό κίνημα και την άρπαξε, με την βοήθεια των Ναζί και των αντιδραστικών δυνάμεων όλου του κόσμου.”

(more…)

Read Full Post »

IMG_20170902_144949[1]

ΜΑΞ ΜΠΕΕΡ : ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Εκδόσεις : ΕΚΑΤΗ

Μετάφραση : Π.Σ

Αν η εξωτερική πολιτική του Κλεομένη ήταν πολιτική ειρήνης, η Σπάρτη θα γινόταν και πάλι ένα πρότυπο για όλες τις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Αλλα η πολεμική πολιτική του τον έκανε επικίνδυνο για όλους τους γείτονές του. Αντί να εμπνεύσει την αγάπη και την εμπιστοσύνη, η μεταρρυθμισμένη Σπάρτη ενέπνευσε την δυσπιστία και το φόβο. Μέσα στο φόβο τους οι γειτονικές πόλεις έκαμαν έκκληση στους Μακεδόνες για να τους υπερασπιστούν κατά των αδιάκοπων επιθέσεων των Σπαρτιατών. Για πολλά χρόνια ο Κλεομένης κατόρθωσε, επί κεφαλής του πιστού στρατού του, να νικήσει και να αποκρούσει όλο τον συνασπισμό των εχθρών του αλλά στο τέλος υπέκυψε. Ο Πλούταρχος αφηγείται έτσι την πορεία των γεγονότων : ” Όχι μόνον ο Κλεομένης κατόρθωσε να εμπνεύσει στους στρατιώτες του θάρρος και εμπιστοσύνη, αλλά εθεωρείτο και από τους εχθρούς του υπέροχος στρατηγός. Γιατί το να κατορθώνει με τη βοήθεια του στρατού μίας μόνης πόλης να ανθίσταται συγχρόνως στις δυνάμεις των Μακεδόνων, ενωμένες με τις δυνάμεις των πόλεων της Πελοποννήσου και όχι μόνο να υπερασπίζεται τη Λακωνία εναντίον κάθε εχθρικής επιθέσεως αλλά και να εισβάλει στη χώρα των αντιπάλων του και να κατακτήσει τόσες μεγάλες πόλεις, δείχνει  μια επιδεξιότητα και μια ευφυία που δεν είναι συνηθισμένες. Εκείνος όμως που ονόμασε το χρήμα νεύρο όλων των πραγμάτων το είπε κυρίως για τον πόλεμο. Καθώς οι Μακεδόνες είχαν άφθονα όλα τα μέσα για την συντήρηση του πολέμου επί μακρόν, έμελλε να νικήσουν τελικά και να κουράσουν τον Κλεομένη, που δυσκολευόταν πολύ να πληρώσει τους στρατιώτες και να βρει τους πόρους που ήσαν αναγκαίοι για την συντήρηση της πόλης”. Όταν ο Κλεομένης νικήθηκε οριστικά το 222 π.Χ στη Σελλασία, συμβούλευσε τους πολίτες της Σπάρτης ν’ανοίξουν τις πόρτες της πόλης στον βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο. Αυτός κατέλαβε την πόλη, αλλά μεταχειρίστηκε τους κατοίκους με επιείκεια και, χωρίς να προσβάλει την αξιοπρέπεια της Σπάρτης, ούτε να την ειρωνευτεί, της απέδωσε τους παλαιούς νόμους και το σύνταγμά της, δηλαδή αυτά που είχε πρίν από τον Άγι και τον Κλεομένη.

Κατά το 580 περίπου, αφηγείται ο Διόδωρος ο Σικελός, ένας αριθμός Κνιδίων και Ροδίων, δυσσαρεστημένων από τον ζυγό που τους είχαν επιβάλει οι βασιλείς της Λυδίας, αποφάσισαν να εκπατρισθούν. Όταν έφτασαν στο νησί Λιπάρα (βόρεια της Σικελίας) έγιναν φιλικά δεκτοί από τους κατοίκους και επείσθηκαν απ’αυτούς να ενωθούν μαζί τους και να αποτελέσουν μία μόνη κοινότητα. Λίγο αργότερα, εκτεθειμένοι στις επιθέσεις των Τυρρηνών πειρατών, κατασκεύασαν ένα στόλο και μοιράστηκαν έτσι, που ένα μέρος από αυτούς ανέλαβε να καλλιεργεί τα άλλα νησιά. Τέλος αποφάσισαν να μοιράσουν όλα τα κτήματα ανεξαιρέτως για είκοσι χρόνια μετά τα οποία θα γινόταν νέα διανομή.

Ο θεσμός των κοινών γευμάτων υπήρχε και στην Κρήτη. Τα γεύματα αυτά, στα οποία έπαιρναν μέρος όλοι οι πολίτες, οργανώνονταν με τους δημόσιους πόρους. Ο Πλάτων είναι της γνώμης πως αυτός ο θεσμός έχει σκοπό να διατηρεί τους πολίτες σε πολεμική διάθεση και να τους προστατεύει κατά της ανάγκης. Τον θεωρεί “θείαν ανάγκη” (Νόμοι) και θεσμό ιδεώδους πολιτείας (Πολιτεία)

(more…)

Read Full Post »

ΠΟΥΛΗΜΕΝΟς

Πωλ Μπέϊτι : Ο Πουλημένος

Εκδόσεις : Καστανιώτη

Μετάφραση : Νίκος Μαντής

 

Είναι 1932 και ο αλληγορικός Εβραίος Μαξ Φλάϊσερ* επιδεινώνει μια ήδη χαωτική παγκόσμια κατάσταση. Όχι ότι η Μπέτι νοιάζεται, γιατί σ έναν κόσμο όπου οι γάτες και οι αγελάδες πετούν και όπου η βροχή πέφτει πρός τα πάνω, η Νούμερο Ένα προτεραιότητα είναι να συγκρατήσεις το φόρεμά σου από το να αναληφθεί στους ουρανούς, αποκαλύπτοντας το προχώρημένο σου κιλοτάκι. Και ποιός μας λέει ότι η Μις Μπουπ δεν είναι κι εκείνη μία από μας; Για τα επόμενα εξήντα λεπτά, μερικοί μεθυσμένοι, ξεπουπουλιασμένοι Ινδιάνοι προσπαθούν μάταια να πιάσουν τον γκρίζο λαγό της Γουόρνερ Μπρος, πόσο μάλλον να αφομοιωθούνε. Ένα μεξικάνικο ποντίκι πάει να ξεγελάσει την γκρίνγκο γατούλα, ώστε να περάσει τα σύνορα και να κλέψει το τυρί. Μια φαινομενικά ατελείωτη σειρά από αφροαμερικάνικες γάτες, κοράκια, βατράχια, υπηρέτριες, μπαρμπουτατζήδες, χαρτοπαίχτες, βαμβακοσυλλέκτες και κανίβαλους εμφανίζονται ως κωθώνια με βαριά φωνή στα καρτούν της Looney Tunes, με μουσική υπόκρουση το Swanee River και το Jungle Night At Harlem του Ντιουκ Ελλινγκτον. Καμιά φορά η εκπυρσοκρότηση ενός όπλου ή η έκρηξη ενός μασουριού δυναμίτη μετατρέπει έναν τυπικά λευκό χαρακτήρα, όπως ο Πόρκυ Πιγκ, σε έναν επιθεωρησιακό μαυρούκο καλυμμένο από πάνω μέχρι κάτω με μπαρούτι, αποδίδοντάς του το τιμητικό στάτους του αράπη, το οποίο του επιτρέπει να τραγουδάει χαρωπές μελωδίες όπως το Camptown Races κατά την διάρκεια των τίτλων τέλους ατιμώρητα.

Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται με τον Ποπάϊ και τον Μπαγκς Μπάννυ να πολεμούν εναλλάξ στις μάχες του Β Παγκοσμίου Πολέμου υποδυόμενοι τις γκέϊσσες και κοπανώντας με τεράστια σφυριά τους παραζαλισμένους πεταχτοδόντηδες, σχιστομάτηδες Γιαπωνέζους που μιλάνε αλαμπουρνέζικα. Τελικά αφού ο Σούπερμαν, με την υποστήριξη των γκονγκ και ενός ενθουσιώδους κοινού, κονιορτοποιεί το Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό μέχρι και την τελική συντριβή του, τα φώτα ανάβουν και πάλι. Όλοι μπορούν να δουν το πρόσωπό σου, και νιώθεις λες και η μάνα σου σε έχει πιάσει να αυνανίζεσαι.

Τρείς σειρές μπροστά μου ένας μαύρος, ένας λευκός και ένας Ασιάτης ετοιμάζονταν να φύγουν, μαζεύοντας τα μπουφάν τους και προσπαθώντας να ξεσκονίσουν από πάνω τους το μίσος. Το μαύρο παιδί, ντροπιασμένο που είχε γελοιοποιηθεί σε κλασικά καρτούν όπως ” Η Φουμάτη Και Οι Εμπντα Νάνοι” και ακόμα κρυμμένο πίσω από την κάπα του Σούπερμαν, επιτίθεται παιχνιδιάρικά στον Ασιάτη φίλο του, φωνάζοντας: “Πιάστε τον Πάτρικ! Αυτός είναι ο εχθρός!” καθώς ο Πάτρικ σηκώνει τα χέρια αμυνόμενος ακι λέει “Δεν είμαι ο εχθρός, είμαι Κινέζος”, με την ατάκα του Μπαγκς Μπάννυ “Βρωμο-Γιαπωνέζε, σχιστομάτικη μαϊμού”, ακόμα στα αυτιά του.

*Ο Μαξ Φλάϊσερ (1883-1972) ήταν Αμερικανός σχεδιαστής κινουμένων σχεδίων, εφευρέτης , σκηνοθέτης και παραγωγός. Υπήρξε πρωτοπόρος στην ανάπτυξη ταινιών με κινούμενα σχέδια. Δημιούργησε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων όπως ο Κόκο ο Κλόουν και η Μπέττυ Μπουπ, ενώ έκανε ταινίες με ήρωες κόμικ όως ο Ποπάϋ και ο Σούπερμαν

 

Ανατρεπτικό, βλάσφημο (για κάποιους), ανελέητο, ισοπεδωτικό και κυρίως καθηλωτικό το μυθιστόρημα του Πώλ Μπέϊτι πολύ πιθανόν να είναι ένα καινούργιο “Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας”. Θέλει κότσια για να το αφήσεις να εισχωρήσει στο μυαλό σου και η πάλη με τις σελίδες του αφήνει μελανιές….γι’αυτό αξίζει τόσο.

 

Read Full Post »

0129507_9786185257101

 

Κώστας Κωστάκος : Η Πεζή Αλφαβήτα

Εκδόσεις : Bibliotheque

 

Ζήλεψα το λευκό του πουπουλένιο πάπλωμα. Είχε αυτά τα τετραγωνάκια, είχε όγκο που φούσκωνε, τον είχε κρύψει σχεδόν τελείως. Ε, δεν κοίταξα κιόλας πολύ, είμαι άνθρωπος διακριτικός. Ήθελα όμως να πάω να χουχουλιάσω δίπλα του. Είχε πιάσει μια γωνιά ψηλά στην Μπενάκη, δυο- τρία στενά πρίν την Καλλιδρομίου. Η λευκότητα του παπλώματος ήταν βγαλμένη θαρρείς από διαφήμιση. Πως το διατηρούσε τόσο καθαρό στα κατακατουρημένα πεζοδρόμια; Να του το είχαν προσφέρει πολύ πρόσφατα; Να το πήγαινε στο καθαριστήριο; Όπως και να είχε γίνει, το λευκό του πάπλωμα έφερνε κάτι από παραφωνία αιγαιοπελαγίτικου καλντεριμιού στο μουντόγκριζο ντεκόρ του κέντρου της πόλης. Είχα πάντα θέμα με τα παπλώματα. Και είχα πάντα θέμα με τους άστεγους. Και βλέποντας το πάπλωμα πάνω στον άστεγο – τον άστεγο κάτω από το πάπλωμα, τα δυό μου θέματα ενώθηκαν σε ένα. Το θέμα μου με τους άστεγους δεν έχει να κάνει με τους ίδιους. Αυτοί δεν υπάρχουν για μένα. Μόνο εγώ υπάρχω για μένα. Αυτούς δεν τους βλέπω. Εμένα βλέπω σε αυτούς. Πίστευα δηλαδή και πιστεύω ότι αργά ή γρήγορα εκεί είναι η φυσική μου κατάληξη. Γιατί υπάρχει ένας αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στα παπλώματα και τους άστεγους. Πίστευα δηλαδή και πιστεύω πως αν κουκουλωθείς αρκετά μέσα τους, ότι αν δεν αφήσεις πρωινό για πρωινό ακουκούλωτο, κάποια στιγμή η τύχη σου επιτέλους θα τελειώσει και θα οδηγηθείς εκεί. Εκεί που ανήκεις δηλαδή. Αλλά αν γίνεται και με πάπλωμα, τότε θα πάρω μαζί κι εγώ το δικό μου. Και θα φροντίσω να είναι πεντακάθαρο. Και θα κάνω έτσι με τον τρόπο μου την πόλη μας λίγο πιο καθαρή, λίγο πιο φωτεινή, λίγο πιο βιώσιμη. Κι αν περνάς και με δεις και ζηλέψεις , μπορεί να σε αφήσω να χουχουλιάσεις μαζί μου. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να μας πειράξει κάτω από ένα πάπλωμα. Τίποτα δεν μπορεί να μας πειράξει μέσα σε αυτή τη σκοτεινή, ζεστή και προστατευμένη Εδέμ, η οποία αντιπαραβάλλει τη δική της πραγματικότητα στην οδυνηρή άλλη, που συνορεύει περισσότερο με τον κόσμο των ονείρων που προηγήθηκαν παρά με τον κρύο, αφιλόξενο και καταπιεστικό κόσμο που ακολουθεί και απλώνεται πέρα από το πάπλωμα.

 

Τον γνωρίσαμε σαν έναν από τους πιο ενδιαφέροντες μπλογκερς. Υπέγραφε με το καλλιτεχνικό Old Boy (υπογράφει ακόμα έτσι σε κείμενά του για περιοδικά και ιστοσελίδες). Τώρα τον μαθαίνουμε και σαν ακροβολιστή γραφιά που σημαδεύει ανελέητα. Πάνω σε κάποια από τις ταράτσες αυτής της πόλης ο Κώστας Κωστάκος έχει στρογγυλοκαθίσει και χτυπάει με όνειρα, εφιάλτες, ανησυχίες, οράματα και…λέξεις.

Κείμενα-ποιήματα ή ποιήματα -κείμενα, επιστημονική φαντασία, μοναχικές περιπλανήσεις, στοχασμοί με γράμματα σκόρπια που τριγυρίζουν και παίζουν μαζί μας όπως κάποια αδέσποτα σκυλιά.

Αναμένουμε συνέχεια!

Read Full Post »

ΒΑΚΑΛ

Χρήστος Βακαλόπουλος : Η Γραμμή Του Ορίζοντος

Εκδόσεις : Βιβλιοπωλείον Της Εστίας

“Βότκα, Τοματόζουμο, Ταμπάσκο, μύδι. Μια κίτρινη γυναίκα στην άλλη άκρη του πάγκου την κερνάει ένα σφηνάκι, της το φέρνει ο γρήγορος μουστακαλής με το μόνιμο χαμόγελο και της κλείνει το μάτι. Πρώτη φορά βλέπει κόκκινο σφηνάκι, πως λέγεται; Ντοστογιέφσκι, το πίνει με τη μία, ο μουστακαλής χαμογελάει ικανοποιημένος, η μουσική έχει σταματήσει, το σφηνάκι την στηλώνει και της δίνει μιά ώθηση, σηκώνει το κεφάλι και συναντά το βλέμμα μιας γριάς σ’ένα πορτραίτο στον τοίχο. Η γριά την κοιτάζει με κατανόηση, δεν πειράζει που έκαναν το σπίτι της νυχτερινό κέντρο, είναι καλά παιδιά, τόσο ο συμπαθητικός μουστακαλής πίσω από τον πάγκο, όσο και ο κουφός που επιμένει να βάζει δίσκους ενώ δεν υπάρχει πια μουσική. Δεν πειράζει, η κίτρινη γυναίκα έρχεται και κάθεται δίπλα της, συστήνονται, παραγγέλνουν άλλο ένα. Είναι από την Ταϋλάνδη, λέγεται Λι.

Είναι μια γυναίκα άλλης εποχής που τριγυρνάει στην Ελλάδα, βρίσκεται εδώ δέκα χρόνια, σε αυτό εδώ το νησί. Υπάρχουν άνθρωποι άλλων εποχών, περασμένων και μελλοντικών. Έχουν αιχμαλωτισθεί στην Ελλάδα, έχουν εγκατασταθεί σε αυτό εδώ το νησί. Κυνηγάνε μια εικόνα που δεν έχει βρεθεί ακόμα, πάντα έχεις βγει στο κυνήγι μιας εικόνας που κρατας βαθιά φυλαγμένη μέσα σου, την σκεπάζεις με άλλες εικόνες μέχρι να βγεί. Την έχεις δει σε ανύποπτο χρόνο, δεν την πρόσεξες καθόλου την στιγμή που την έβλεπες, δεν σημαίνει τίποτα απολύτως αυτή η εικόνα, πηγαίνουν τζάμπα και τα λένε στους γιατρούς και ξαπλώνουν στα ντιβάνια, αυτή η εικόνα δεν σημαίνει τίποτα κι όμως θέλει να βγει, μπορεί να ξόδεψες μια ολόκληρη ζωή μόνο και μόνο για να την κάνεις να βγει.

Υπάρχει μία εικόνα και είναι αρκετή. Υπάρχει μόνο ένα σφηνάκι, το σφηνάκι Ντοστογιέφσκι. Κερνάει άλλο ένα την κίτρινη γυναίκα, ο μουστακαλής γίνεται όλο και πιο γρήγορος, η γριά στον τοίχο δείχνει όλο και μεγαλύτερη κατανόηση, ο κουφός στη γωνία παλεύει με τα ακουστικά να μαζέψει ότι απέμεινε από την λεγόμενη μουσική. Υπάρχει μόνο ένα σφηνάκι. Όλα τα άλλα σφηνάκια- τα γλυκά δηλητήρια που σε στέλνουν χωρίς επιστροφή- θέλουν να μας κάνουν να ξεχάσουμε το σφηνάκι Ντοστογιέφσκι, το μόνο που σου δίνει την δύναμη να διασταυρώσεις το βλέμμα με την γριά στον τοίχο χωρίς να ντρέπεσαι που μπήκες στο σπίτι της, σ’αυτό το αρχοντικό που είναι τώρα νυχτερινό κέντρο, σ’αυτό το παλάτι που μετατρέπεται κάθε καλοκαίρι σε καταγώγιο. Υπάρχει μία εικόνα, ένα σφηνάκι ένας κουφός που είναι σε θέση να σου δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπήρχε κάποτε μουσική. Δεν πρέπει να βιάζεσαι, πρέπει να πιείς αρκετά σφηνάκια Ντοστογιέφσκι μέχρι το πρωί.”

(more…)

Read Full Post »

Older Posts »