Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ’ Category

Η Λεοπάρδαλη Του Χιονιού : Sylvain Tesson

Εκδόσεις : Άγρα

Μετάφραση : Σπύρος Γιανναράς

Οι γύπες εναλλάσσονταν στον αέρα, φρουροί της αιωνιότητας. Οι κορυφές υποδέχονταν πρώτες το φως. Ένα γεράκι ψέκαζε την μικρή κοιλάδα με το άγιασμά του. Οι εναέριε σκοπιές που φυλούσαν τα όρνια με υπνώτιζαν. Πρόσεχαν ώστε όλα να εξελίσσονται καλώς επί της γης. Πάει να πάει ότι ο θάνατος θα έπαιρνε τα ζώα που του αναλογούσαν και θα διένειμε τις μερίδες. Κάτω χαμηλά στις απότομες πλαγιές που έτεμναν το φαράγγι, τα γιακ βοσκούσαν. Ξαπλωμένος μέσα στα χορτάρι, σε ήρεμο και παγωμένο καρτέρι, ο Λεό εξέταζε προσεκτικά κάθε βράχο με το κιάλι. Εγώ ήμουν λιγότερο ψείρας. Η υπομονή έχει τα όριά της και τα δικά μου έφταναν ως την μικρή κοιλάδα. Απέδιδα σε καθένα από τα άγρια ζώα μια θέση στην κοινωνική κλίμακα του βασιλείου. Η λεοπάρδαλη ήταν η ηγεμόνισσα και το γεγονός ότι παρέμενε αόρατη επιβεβαίωνε το κοινωνικό της στάτους. Βασίλευε και συνεπώς δεν είχε ανάγκη να επιδεικνύεται. Οι λύκοι περιφέρονταν ως επίορκοι πρίγκιπες , τα γιακ ήταν οι ζεστά ντυμένοι μεγαλοαστοί, οι λύγκες οι σωματοφύλακες, οι αλεπούδες οι επαρχιακοί μικρογαιοκτήμονες, ενώ οι γαλάζιες αίγες και τα γαϊδούρια ενσάρκωναν τον λαό. Τα αρπακτικά από την πλευρά τους συμβόλιζαν τους ιερείς, διφορούμενοι αφέντες του ουρανού και του θανάτου. Τούτοι οι κληρικοί με τις λιβρέες τους από φτερά δεν έβλεπαν με κακό μάτι το ενδεχόμενο κάτι να πάει στραβά για μας.

Η λεοπάρδαλη, η ψυχή των πάγων είχε ντυθεί τη Γη. Τη θεωρούσα καμουφλαρισμένη στο τοπίο, όμως ήταν το ίδιο το τοπίο που ακυρωνόταν μόλις εκείνη εμφανιζόταν. Εξαιτίας ενός οπτικού εφέ αντάξιο κινηματογραφικού zoom out κάθε φορά που το μάτι μου έπεφτε επάνω της, το ντεκόρ απομακρυνόταν, για να αφομοιωθεί ύστερα ολόκληρο από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Προερχόμενη από αυτό το υπόβαθρο είχε γίνει το ίδιο το βουνό, έβγαινε από αυτό. Ήταν παρούσα και όλος ο κόσμος ακυρωνόταν. Ενσάρκωνε την αρχαία ελληνική Φύσις, natura στα λατινικά, για την οποία ο Χάιντεγκερ έδινε τον παρακάτω θρησκευτικό ορισμό. “Εκείνο που αναφύεται από τον εαυτό του και εμφανίζεται με αυτόν τον τρόπο”.

Παραμείναμε στο σημείο μέχρι που νύχτωσε. Η λεοπάρδαλη λαγοκοιμόταν, απαλλαγμένη από κάθε απειλή. Το άλογο τσινάει με την ελάχιστη χειρονομία, η γάτα το βάζει στα πόδια με τον παραμικρό θόρυβο, ο σκύλος αντιλαμβάνεται μια ξένη μυρωδιά και πετάγεται με τη μία, το έντομο το σκάει προς τη φωλιά του, το φυτοφάγο τρέμει τις κινήσεις πίσω από την πλάτη του και ο άνθρωπος δεν ξεχνά ποτέ να ελέγξει τις γωνίες μπαίνοντας σε ένα δωμάτιο. Η παράνοια είναι μία από τις προϋποθέσεις της ζωής. Η λεοπάρδαλη όμως ήταν βέβαιη για την κυριαρχία της. Αναπαυόταν εντελώς χαλαρωμένη καθότι απρόσβλητη.

Η φωτογράφηση ενός σπάνιου ζώου, η Φύση με τους δικούς της νόμους, η ζωή κάπου αλλού, και μέσα σε όλα αυτά ο άνθρωπος με τον προορισμό που έχει ή που νομίζει ότι έχει. Καταπληκτική γραφή, αφήγηση ταιριαστή για ταινία του Τέρενς Μάλικ και αναζητήσεις εσωτερικές, σκέψεις και εικόνες πάνε μαζί, και κουβαλούν πολλά ερωτήματα. Τόσο όμορφο βιβλίο που οι μόλις 184 σελίδες του μοιάζουν ελάχιστες. Σπουδαία δουλειά και στην μετάφραση και στην επιμέλεια. Ένα λογοτεχνικό ντοκιμαντέρ ή ένα ρεπορτάζ του National Geographic με αρκετές φιλοσοφικές πτυχές.

Read Full Post »

Μη Μ’Αφήσεις Ποτέ : Καζούο Ισιγκούρο

Εκδόσεις : Ψυχογιός

Μετάφραση : Αργυρώ Μαντόγλου

Πολλοί από εμάς είχα ήδη κλείσει τα δεκάξι. Ήταν ένα πρωινό με εκτυφλωτική λιακάδα και είχαμε μόλις κατέβει στο προαύλιο, ύστερα από ένα μάθημα στο κεντρικό κτίριο, όταν θυμήθηκα κάτι που είχα αφήσει στην τάξη. Έτσι ξαναγύρισα στον τρίτο όροφο και τότε συνέβη το επεισόδιο με την δεσποινίδα Λούσι.

Εκείνη την εποχή είχα ένα δικό μου μυστικό παιχνίδι. Όταν βρισκόμουν μόνη, σταματούσα και κοίταζα τη θέα- από ένα παράθυρο φερ’ειπείν, ή μέσα από κάποια ανοιχτή πόρτα -οποιαδήποτε θέα αλλά χωρίς ανθρώπους. Το έκανα ώστε να μπορώ, τουλάχιστον για μερικά δευτερόλεπτα, να έχω την ψευδαίσθηση πως ο τόπος δεν ήταν γεμάτος μαθητές και πως το Χάιλσαμ ήταν ένα ήρεμο, γαλήνιο οίκημα όπου ζούσα με πέντε-έξι άλλα άτομα. Για να συμβεί έπρεπε να αφεθείς σε ένα είδος ονειροφαντασίας, απομακρύνοντας τον όποιο εξωτερικό θόρυβο και τις φωνές. Συνήθως έπρεπε να είσαι πολύ υπομονετική: αν, γα παράδειγμα εστίαζες σε ένα συγκεκριμένο σημείο του γηπέδου μέσα από ένα παράθυρο, ίσως χρειαζόταν να περιμένεις πολλή ώρα για κείνα τα δύο λεπτά που δεν θα υπήρχε κανείς στο οπτικό σου πεδίο. Ωστόσο αυτό βρέθηκα να κάνω εκείνο το πρωί, αφότου πήρα ότι είχα ξεχάσει στην τάξη και βγήκα έξω στο κεφαλόσκαλο του τρίτου ορόφου.

Είχα σταθεί ακίνητη μπροστά στο παράθυρο, κοιτάζοντας από ψηλά το σημείο της αυλής όπου βρισκόμουν λίγο πιο πριν. Οι φίλες μου είχαν φύγει και το προαύλιο άδειαζε συνεχώς, κι εγώ περίμενα να λειτουργήσει το κόλπο μου, όταν άκουσα πίσω μου κάτι σαν γκάζι ή ατμό να σκάει σε δυνατές ριπές.

Ένας συριστικός ήχος που συνεχίστηκε για περίπου δέκα δευτερόλεπτα, σταμάτησε κι έπειτα ξανάρχισε. Δεν θορυβήθηκα ιδιαίτερα, αλλά καθώς ήμουν το μοναδικό άτομο εκεί πάνω, θεώρησα πως καλά θα έκανα να πάω και να το ερευνήσω.

Διέσχισα το κεφαλόσκαλο και κατευθύνθηκα προς τον θόρυβο, προχώρησα στον διάδρομο, πέρασα το δωμάτιο όπου είχα βρεθεί πριν από λίγο και κατέβηκα στην αίθουσα 22 την προτελευταία του διαδρόμου. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και μόλις πλησίασα, το σφύριγμα ξανάρχισε με μεγαλύτερη ένταση. Δεν ξέρω τι περίμενα να ανακαλύψω, όταν με μεγάλη προσοχή έσπρωχνα την πόρτα, αλλά ξαφνιάστηκα που βρήκα εκεί την δεσποινίδα Λούσι. Σπανίως χρησιμοποιούσαν την αίθουσα 22 για διδασκαλία, επειδή ήταν πολύ μικρή και ελάχιστο φως έμπαινε εκεί μέσα ακόμα και μια τόσο λαμπρή μέρα. Οι επιτηρητές πήγαιναν εκεί μερικές φορές για να διορθώσουν τα γραπτά μας ή για να μελετήσουν. Εκείνο το πρωί το δωμάτιο ήταν πιο σκοτεινό επειδή είχαν κατεβάσει τις περσίδες. Υπήρχαν δύο τραπέζια ενωμένα για να καθίσουν γύρω τους ορισμένοι μαθητές, αλλά η δεσποινίς Λούσι καθόταν εκεί μονάχη της, στο πίσω μέρος. Μπροστά της υπήρχαν σκόρπια φύλλα από σκούρο γυαλιστερό χαρτί. Κοίταζε συγκεντρωμένη, κατηφής, τα χέρια απλωμένα πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού και χάραζε γραμμές με το μολύβι της σε μία σελίδα. Κάτω από τις δικές της έντονες μαύρες γραμμές διέκρινα ένα χειρόγραφο προσεκτικά γραμμένο με μπλε στυλό.

Οι εκατό πρώτες σελίδες σε γεμίζουν απορίες, τα κλασσικά “μα που το πάει;”, “γιατί κάτι δεν καταλαβαίνω;” οι απορίες αυτές λύνονται ύστερα από ένα πολύ δυνατό χαστούκι που σε κάνει να εκτιμήσεις και τις 100 αυτές σελίδες που σε παίδεψαν. Δυστοπικό, εφιαλτικό, ανθρώπινο, συγκινητικό…μεγάλη στιγμή της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Read Full Post »

Henri Michaux : Ένας Βάρβαρος Στην Ασία

Εκδόσεις : Printa

Μετάφραση : Αλέξανδρος Δέλιος – Μαρία Ρέγκου

Ο κινεζικός λαός είναι γεννημένος τεχνίτης. Ότι μπορεί να ανακαλύψει κανείς μαστορεύοντας, ο Κινέζος το έχει βρει. Τη χειράμαξα, την τυπογραφία, τη χαρακτική, τη μπαρούτη, το αδράχτι, τον χαρταετό, το οδόμετρο, τον νερόμυλο, την ανθρωπομετρία, τον βελονισμό, την κυκλοφορία του αίματος, ίσως και την πυξίδα, και άλλα πολλά.

Η κινεζική γραφή μοιάζει με γλώσσα επιχειρηματιών, ένα σύνολο συμβόλων εργαστηρίου. Ο Κινέζος είναι τεχνίτης, και επιδέξιος τεχνίτης, έχει δάχτυλα βιολιστή. Χωρίς δεξιοτεχνία, δεν μπορεί κανείς να είναι Κινέζος αδύνατον.

Ακόμη και για να φάει, όπως το κάνει με δύο ξυλάκια χρειάζεται κάποια επιδεξιότητα. Και την επιδεξιότητα αυτή την έχει επιδιώξει. Θα μπορούσε και ο Κινέζος όπως άλλοι εκατό λαοί, να εφεύρει και να χρησιμοποιεί το πιρούνι. Αλλά πρόκειται για εργαλείο που ο χειρισμός του δεν απαιτεί καμιά δεξιότητα, και τον απωθεί.

Στην Κίνα δεν υπάρχει ανειδίκευτος εργάτης. Τι απλούστερο από το να πουλάει κανείς εφημερίδες στον δρόμο; Ο τυπικός Ευρωπαίος πωλητής είναι ένα φωνακλάδικο ρομαντικό παιδί που σου παίρνει τ’αυτιά ξεφωνίζοντας, “Πρωία! Απογευματινή! 4η Έκδοση” κι έρχεται να ριχτεί στα πόδια σου. Ο Κινέζος πωλητής εφημερίδων είναι ένας ειδικός. Διερευνά τον χώρο που θα διασχίσει, παρατηρεί που βρίσκονται οι άνθρωποι και, κάνοντας τα χέρια του χωνί μπροστά στο στόμα, κατευθύνει την φωνή, εδώ προς ένα παράθυρο, εκεί προς μία ομάδα, παρακάτω προς τα αριστερά , όπου πρέπει, τέλος πάντων ήρεμα. Ποιος ο λόγος να ξελαρυγγιάζεται εκεί που δεν υπάρχει ψυχή;

Στην Κίνα όλα είναι καμωμένα με δεξιοτεχνία. Η ευγένεια δεν είναι μια απλή εκλέπτυνση αφημένη λίγο-πολύ στην αντίληψη και το καλό γούστο του καθενός. Το χρονόμετρο δεν είναι μια απλή εκλέπτυνση αφημένη στην εκτίμηση του καθενός. Είναι ένα έργο που έχει απαιτήσει χρόνια κόπων. Ακόμα και ο κακοποιός στην Κίνα είναι εξειδικευμένος, έχει μια τεχνική. Δεν είναι κακοποιός από αντικοινωνική μανία. Ποτέ δεν σκοτώνει άσκοπα. Δεν επιζητεί τον θάνατο των ανθρώπων αλλά τα λύτρα. Τους βλάπτει όσο ακριβώς χρειάζεται, αφαιρώντας τους ένα-ένα τα δάχτυλα τα οποία στέλνει στην οικογένεια με χρηματικές αξιώσεις και ζοφερές απειλές.

Από την άλλη, η πονηριά στην Κίνα δεν συναρτάται διόλου με το κακό αλλά με τα πάντα. Η αρετή είναι “ότι καλύτερα συνδυασμένο υπάρχει”

Read Full Post »

Ένα Τραγούδι Για Δύσκολους Καιρούς : Ian Rankin

Εκδόσεις : ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Μετάφραση : Γιώργος Μπαρουξής

Η Σιβόν Κλαρκ διέσχισε το άδειο διαμέρισμα. Δεν ήταν όντως άδειο, απλώς ένιωθες σαν να του είχαν ρουφήξει την ζωή. Κιβώτια ήταν αραδιασμένα σε όλο το μήκος του διαδρόμου. Τα ντουλάπια της κουζίνας έχασκαν ανοιχτά, όπως και η πόρτα προς την σκάλα του διαμερίσματος. Το παράθυρο στην κύρια κρεβατοκάμαρα ήταν κι αυτό ανοιχτό για να αεριστεί ο χώρος. Το διαμέρισμα έδειχνε πιο μεγάλο χωρίς τα έπιπλα και την αεικίνητη φιγούρα του ίδιου του Τζον Ρέμπους. Γυμνοί γλόμποι κρέμονταν από τα ταβάνια. Μερικές κουρτίνες θα έμεναν όπως και τα περισσότερα χαλιά. (Την προηγούμενη μέρα η Σιβόν είχε σκουπίσει τις κρεβατοκάμαρες με την ηλεκτρική.) Στο χολ κοίταξε τα κιβώτια. Ήξερε τι είχαν μέσα, το περιεχόμενο ήταν γραμμένο πάνω στο καθένα με τον γραφικό της χαρακτήρα. Βιβλία, μουσική, προσωπικά έγγραφα, σημειώσεις υποθέσεων.

Σημειώσεις υποθέσεων, μια κρεβατοκάμαρα ήταν γεμάτη από δαύτες. Έρευνες στις οποίες είχε συμμετάσχει ο Τζον Ρέμπους, εξιχνιασμένες και ανεξιχνίαστες, συν άλλες υποθέσεις που του είχαν κινήσει το ενδιαφέρον-υλικό για να ασχολείται τώρα που είχε βγει στην σύνταξη. Η Κλάρκ άκουσε βήματα στη σκάλα. Ένας από τους μεταφορείς την χαιρέτησε χαμογελαστός με ένα νεύμα, σήκωσε ένα κιβώτιο και γύρισε να φύγει. Η Κλαρκ τον ακολούθησε περνώντας στριμωχτά δίπλα από τον συνάδελφό του.

“Κοντεύουμε” είπε αυτός φουσκώνοντας τα μάγουλά του. Ήταν ιδρωμένος και η Κλαρκ τον κοίταξε ελπίζοντας να είναι καλά. Περίπου πενήντα πέντε με μεγάλο σωσίβιο γύρω από τη μέση. Τα διαμερίσματα του Εδιμβούργου μπορούσαν να σε εξοντώσουν. Δεν την πείραζε καθόλου που από αύριο δεν θα ήταν αναγκασμένη να ανεβαίνει δύο ορόφους με τις σκάλες.

“Γεια σου Ντεμπ”

“Τι έγινε βολεύτηκες;”

” Περίμενα να ρθεις να ρίξεις μια ματιά”

“Δύσκολη μέρα, κυρίως εξαιτίας των δικών σου.”

“Δεν είναι δικοί μου Ντεμπ. Εγώ έχω βγει στην σύνταξη καιρό τώρα.” Ο Ρέμπους έκανε μία παύση. “Φαντάζομαι πως πρόκειται για τον Σαουδάραβα φοιτητή;”

“Ναι. Φαίνεται ότι η αστυνομία και η εισαγγελία δεν μου έχουν πια εμπιστοσύνη ότι μπορώ να εξακριβώσω τα αίτια θανάτου.”

“Πιστεύεις ότι ασκούνται πιέσεις;”

“Από όλες τις πλευρές. Από την κυβέρνηση εδώ και από το Λονδίνο, συν τους φίλους μας στα μέσα ενημέρωσης, Επιπλέον οι μουσουλμανικές κηδείες συνήθως πραγματοποιούνται μμέσα σε δύο τρεις μέρες. Η πρεσβεία πιέζει για να τηρηθεί αυτό”.

“Βολικό για όποιον τον σκότωσε, αν δεν μπορείς να κρατήσεις το πτώμα για μελλοντική εξέταση..”

Το σκυλί τον παρακολουθούσε τώρα από τον διάδρομο. Ο Ρέμπους κοίταξε το ρολόϊ του. “Σε λίγο” του είπε. “Άλλο ένα φλιτζάνι τσάι και ίσως άλλον έναν δίσκο ε;”

Αναρωτήθηκε πόσες φορές θα ξυπνούσε την νύχτα χωρίς να ξέρει την νέα διαδρομή μέχρι την τουαλέτα. Ίσως άφηνε αναμμένο το φως του χολ. “Ή σταμάτα να πίνεις τσάι” μουρμούρισε στον εαυτό του γυρίζοντας στην κουζίνα.

Όμως εκείνο που τον ξύπνησε στις πέντε δεν ήταν η ανάγκη του να κατουρήσει. ήταν ένα τηλεφώνημα. Άρχισε να ψαχουλεύει αναζητώντας το τηλέφωνό του και το πορτατίφ, με αποτέλεσμα να ξυπνήσει τον Μπρίλο. Δεν μπόρεσε να εστιάσει καλά στην οθόνη αλλά απάντησε παρ’όλα αυτά.

“Μπαμπά;” ήταν η κόρη του , η Σαμάνθα με φωνή γεμάτη αγωνία.

“Τι συμβαίνει;” την ρώτησε. Ανακάθισε ξυπνώντας όλο και πιο πολύ κάθε στιγμή που περνούσε.

“Το σταθερό σου είναι κομμένο”.

“Ναι, σκόπευα να σου το πω..’

“Τι να μου πεις;”

“Δεν πήρες τέτοια ώρα για να μου πεις για το σταθερό μου, συμβαίνει τίποτα με την Κάρι;”

“Όχι, είναι μια χαρά”

“Τι τότε; Είσαι καλά;”

“Ο Κιθ”

Ο σύντροφός της, ο πατέρας της Κάρι. Ο Ρέμπους ξεροκατάπιε. “Τι έγινε;” Άκουσε την Σαμάνθα να κλαίει με πνιχτούς λυγμούς. Η φωνή της έσπασε όταν μίλησε.

Δύο υποθέσεις, η μία στο Εδιμβούργο και η άλλη στη βόρεια Σκωτία όπου αναγκάζεται να πάει ο Τζον Ρέμπους προκειμένου να βοηθήσει την κόρη του. Το παρελθόν προσπαθεί να φωνάξει και το παρόν να το κάνει να σωπάσει. Επιχειρηματικά συμφέροντα, στρατόπεδα συγκέντρωσης, ερωτική ζήλια και ο γκάνγκστερ Τζέρυ Κάφερτι εκβιάζει νέους συμμάχους μέσα στην αστυνομία. Ίσως τελικά με κάποιο τρόπο αυτές οι υποθέσεις να συνδέονται.

Read Full Post »

Ο Ήχος Του Ενός Χεριού : Ρίτσαρντ Φλάναγκαν

Εκδόσεις : ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Μετάφραση : Γιώργος Μπλάνας

Ο Μπόγιαν Μπίλο κάθονταν μόνος στην κουζίνα, κάνοντας σκοτεινές, βαθιές σκέψεις. Ίσως πάλι να έβλεπε πράγματα που δεν ήθελε να δει. Αν ήταν τέρατα ή λοιμοί ή καταποντισμοί, ο πόλεμος ή απλώς η ανίκανότητα του να αποκρυπτογραφήσει, να κατανοήσει όλα όσα είχε βιώσει μόνο σαν κακόβουλα μυστήρια, είναι δύσκολο να πούμε. Συνήθως τέτοια συναισθήματα ήταν παροδικά, θα έπινε αποφασιστικά όλη την ημέρα που τον περικύκλωναν και κάμποσες μετά για να σιγουρευτεί πως τα ξεφορτώθηκε κανονικά. Ωστόσο αυτό το συναίσθημα ήταν αδύνατον να διαλυθεί εύκολα.

Η κουζίνα ήταν γεμάτη από το νωθρό φως του δειλινού, στα τέλη ενός καλοκαιριού. Το μικροσκοπικό φλιτζανάκι του καφέ ήταν άδειο και το αναποδογύρισε σε ένα πιατάκι. Αφού το άφησε να στραγγίξει λίγο το γύρισε πάλι και παρατήρησε το μοτίβο που είχε σχηματίσει μέσα του το κατακάθι, για να διαβάσει την μοίρα του. Κοίταξε το Laminex του τραπεζιού, το φλιτζάνι το προφητικό κατακάθι- πράγματα που γι’ατόν έμοιαζαν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους- το σταχτοδοχείο με τη γόπα που κάπνιζε, τις φωτογραφίες απλωμένες στην τύχη, το δεξί του χέρι… Έβλεπε μόνο μια αφηρημένη διάταξη σχημάτων και χρωμάτων. Δεν έβλεπε μοτίβο, δεν έβλεπε τίποτα που να προλέγει το μέλλον. Έβλεπε μόνο ένα τρομερό χάος χωρίς λογική, χωρίς συνέπεια : μια ατελείωτη καταιγίδα ασύνδετου πόνου. Και μέσα στο κεφάλι του ο οικτρός μηχανισμός με το “Θέμα Της Λάρας” δεν εννοούσε να σταματήσει να ηχεί.

Χριστέ μου, μακάρι να μην ήταν έτσι, σκεφτόταν. Μακάρι να μην είχα ακούσει αυτό το γαμημένο μηχανικό τραγούδι να παίζει ξανά και ξανά. Και μακάρι να μην ήταν έτσι, και μακάρι απλώς να έβγαζε τον σκασμό, και μακάρι να μην, μακάρι…

Τα τεντωμένα δάχτυλα του δεξιού του χεριού έτρεμαν, καθώς σηκώθηκαν από το Laminex και σύρθηκαν πάνω από το φλιτζάνι, για να κρύψουν τα φοβερά μυστικά που αποκαλύφθηκαν από τα κατακάθια του καφέ. Τα δάχτυλα έκλεισαν αργά – λες και το χέρι σπάραξε από τον ίδιο πόνο- σε μια τρεμάμενη γροθιά στο κέντρο της οποίας ήταν σφιγμένο το μικρό φλιτζάνι του καφέ. Με μια ξαφνική βίαιη κίνηση σήκωσε τη γροθιά του – με το κολασμένο φλιτζάνι μέσα της- και την κατέβασε με βρόντο στο τραπέζι. Καθώς η γροθιά του χτύπησε το τραπέζι, άνοιξε σαν λουλούδι που άνθισε για λίγο τα δάχτυλα: πέταλα και το φλιτζάνι, μια στιγμή πριν σπάσει με κρότο στήμονας. Το φλιτζάνι έγινε θρύψαλα, κομμάτια σπασμένης πορσελάνης που πετούσαν δεξιά-αριστερά κάτω από την ανοιχτή τώρα παλάμη του Μπόγιαν. Δεν έβλεπε πια χάος. Η καταιγίδα είχε τελειώσει, η μελωδία είχε επιτέλους τελειώσει.

Read Full Post »

Σωλ Μπέλοου : Άδραξε Τη Μέρα

Εκδόσεις Καστανιώτη

Μετάφραση : Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

Υπομονετικά στην βιτρίνα του μανάβικου, ο μαγαζάτορας με μια κουτάλα σκόρπιζε κομματάκια πάγου ανάμεσα στις σειρές με τα λαχανικά. Είχε και πεπόνια Περσίας, βιολέτες, τουλίπες με αστραφτερό μαύρο στη μέση. Οι άπειροι θόρυβοι του δρόμου επέστρεφαν ύστερα από λίγο από τις σπηλιές του ουρανού.. Διασχίζοντας την θάλασσα της κυκλοφορίας στο Μπρόντγουέϊ, ο Ουίλχελμ έλεγε στον εαυτό του, ” ο λόγος που με δασκαλεύει ο Τάμκιν είναι ότι κάποιος πρέπει να τον έχει δασκαλέψει κι εκείνον και ο λόγος για την ύπαρξη του ποιήματος είναι ότι θέλει να με συμβουλεύσει σωστά. Όλοι φαίνεται να ξέρουν κάτι. Ακόμα και τύποι σαν τον Τάμκιν. Πολλοί είναι αυτοί που ξέρουν τι κάνουν, πόσοι όμως μπορούν να το κάνουν;”

Πίστευε ότι έπρεπε, ότι μπορούσε, ότι θα κατάφερνε να ανακτήσει τα καλά πράγματα, τα ευτυχισμένα, τα εύκολα, ήρεμα πράγματα της ζωής. Είχε κάνει λάθη, αλλά μπορούσε να τα παραβλέψει. Είχε κάνει βλακείες αλλά γι’αυτό μπορούσε να συγχωρεθεί. Ο χαμένος χρόνος..χαμένος για πάντα. Τι άλλο μπορούσε να κάνει κανείς γι’αυτό; Τα πράγματα ήσαν τόσο περίπλοκα, αλλά ίσως και να μπορούσαν να ξαναβρούν την απλότητά τους. Τα πράγματα μπορούσαν να διορθωθούν. Πρώτα έπρεπε να φύγει από την πόλη. όχι πρώτα έπρεπε να τραβήξει τα λεφτά του…

Από το καρναβάλι του δρόμου- καροτσάκια, ακορντεόν, βιολιά, λούστροι, ζητιάνοι, κι η σκόνη να τριγυρίζει σαν μια γυναίκα σε ξυλοπόδαρα- μπήκαν στην στενή αίθουσα εργασιών της χρηματιστηριακής εταιρείας, που ξεχείλιζε από κόσμο του Μπρόντγουέϊ από τις μπρος ως τις πίσω σειρές. Αλλά πως θα πήγαινε το λαρδί σήμερα το πρωί; Από το πίσω μέρος της αίθουσας ο Ουίλχελμ προσπάθησε να διαβάσει τα μικροσκοπικά νούμερα. Ο Γερμανός διευθυντής κοίταζε με τα κυάλια του. Ο Τάμκιν κόλλησε στην αριστερή πλευρα του Ουίλχελμ και κάλυψε το εντυπωσιακό φαλακρό του κεφάλι.

Αμέσως ο Τάμκιν του έρχισε μια ατελείωτη συζήτηση. Το έκανε για να καθυστερήσει σκόπιμα τον Ουίλχελμ και να τον εμποδίσει να πουλήσει το μερίδιό του στη σίκαλη ή για να ανακτήσει το έδαφος που είχε χάσει όταν είχε κάνει τον Ουίλχελμ να θυμώσει με τους υπαινιγμούς του για τον νευρωσικό του χαρακτήρα; Ή δεν είχε άλλο σκοπό από το να μιλάει;

Νομίζω ότι ασχολείσαι πάρα πολύ με το τι θα πουν η γυναίκα σου και ο πατέρας σου Τόση πολλή σημασία έχουν για σένα;”

Ο Ουίλχελμ απάντησε:

“Είναι κουραστικό να αναλύει κανείς συνέχεια τον εαυτό του και να προσπαθεί να διορθωθεί. Μπορεί και να περάσεις ολόκληρο το δεύτερο μισό της ζωής σου προσπαθώντας να συνέλθεις από τα λάθη που έκανες στο πρώτο μισό.”

“Νομίζω πως ο πατέρας σου μου είπε ότι έχει κάποια χρήματα να σου αφήσει”.

“Κάτι θα έχει”.

“Πολλά;”

“Ποιος ξέρει” είπε ο Ουίλχελμ επιφυλακτικά.

“Πρέπει να σκεφτείς τι θα τα κάνεις”

“Ώσπου να τα πάρω μπορεί να είμαι πια πολύ αδύναμος για να κάνω κάτι. Αν πάρω τίποτα”

Συχνά απαισιόδοξο και συννεφιασμένο όσο Ο Θάνατος Του Εμποράκου, μόνο που ο ήρωας δεν νοσταλγεί παλιές καλές εποχές αλλά υπακούει σε έναν αυθορμητισμό για τον οποίο συχνά η λογική και το ένστικτό του τον συμβουλεύουν να τον ξεφορτωθεί. Ο Ουίλχελμ δεν είναι Δον Κιχώτης στην Ν.Υόρκη είναι ένας άνθρωπος που παρασύρεται, που ζητά αγάπη, που ζητά την επιτυχία όπως την εννοεί εκείνος κι όχι όπως το “απαιτεί” η ζωή. Η αδεξιότητα και η ανωριμότητά του τον κάνουν συμπαθή, οι κάποιες τάσεις αυτοκαταστροφής του ίσως κάποτε να έχουν βρεθεί και στον καθέναν από εμάς, το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στη διάρκεια μιας μέρας αλλά η υπέροχη γραφή του Μπέλοου το κάνει σαν να είναι η περιγραφή μιας ολόκληρης ζωής και μιας ολόκληρης εποχής.

Read Full Post »

Harper Lee : Όταν Σκοτώνουν Τα Κοτσύφια

Εκδόσεις : BELL

Μετάφραση : ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΤΡΑΠΑΛΗ

Το σχολείο άρχισε κι αρχίσαμε και πάλι να περνάμε μπρος από το σπίτι των Ράντλεϊ. Ο Τζεμ πήγαινε στην πρώτη γυμνασίου , το γυμνάσιο στεγαζόταν πίσω από το κτίριο του δημοτικού. Εγώ ήμουν τώρα στην τρίτη και είχαμε τόσο διαφορετικά ωράρια, ώστε η μόνη διαδρομή που κάναμε μαζί από το σπίτι – σχολείο – σπίτι ήταν η πρωϊνήκαι δεν τον έβλεπα παρά μόνο όταν μαζευόμασταν στο τραπέζι για να φάμε. είχε μπει στην ποδοσφαιρική ομάδα, όμως ήταν πολύ αδύνατος και πολύ μικρός ακόμα για οτιδήποτε πέρα από το να κουβαλάει κουβάδες νερό για τους παίκτες, πράγμα που έκανε με ενθουσιασμό, τα πιο πολλά απογεύματα χανόταν από το σπίτι μέχρι που σκοτείνιαζε.

Το σπίτι των Ράντλεϊ είχε πάψει πια να μου προκαλεί τρόμο, μα δεν ήταν λιγότερο καταθλιπτικό, λιγότερο παγερό στην όψη κάτω από τις τεράστιες βελανιδιές του, ούτε λιγότερο απωθητικό. Τον κύριο Ράντλεϊ τον βλέπαμε ακόμα καμιά φορά που ήταν καλός ο καιρός να κατεβαίνει στην πόλη και να γυρίζει πίσω το ξέραμε πως ο Μπου συνέχιζε να βρίσκεται εκεί και ήμασταν τόσο βέβαιοι γι’αυτό εξαιτίας του ίδιου πάντα λόγου, κανένας δεν είχε δει ακόμα να τον βγάζουν με το φέρετρο έξω από το σπίτι του. Κάποιες φορές ένοιωθα να με πλημμυρίζουν κάποιες τύψεις, καθώς περνούσα από το κλειστό σπίτι, επειδή είχα συμπράξει κάποτε σε κάτι το οποίο θα πρέπει να ήταν σκέτο βασανιστήριο για τον Άρθουρ Ράντλεϊ – ποιός λογικός άνθρωπος θέλει να έχει μια συντροφιά παιδιών να κρυφοκοιτάζουν από τα παράθυρά του, να του διαβάζουν χαιρετισμούς με ένα σημειωματάκι στερεωμένο σε ένα καλάμι για ψάρεμα, να περιδιαβάζουν στον μπαξέ με τις λαχανίδες του τις νύχτες;

Ο Τόμας Ρόμπινσον άπλωσε το δεξί του χέρι, έπιασε με αυτό το αριστερό του και το σήκωσε. Το φερε να το ακουμπήσει στη Βίβλο και τα σαν λαστιχένια δάχτυλά του έψαξαν να πιαστούν από το μαύρο δέρμα του βιβλίου. Όμως το άχρηστο χέρι του γλίστρησε από τη Βίβλο και χτύπησε πάνω στο τραπέζι του γραμματέα. Επαναλάμβανε από την αρχή την προσπάθειά του, όταν βρυχήθηκε ο δικαστής Ταίηλορ ” Εντάξει Τομ, ορκίσου κι έτσι δεν πειράζει.” Ο Τομ ορκίστηκε και κάθισε στο εδώλιο των μαρτύρων. Ο Άττικους χωρίς να χρονοτριβήσει τον έβαλε να μας πει:

Ήταν εικοσιπέντε χρονών ήταν παντρεμένος με τρία παιδιά είχε και άλλοτε τραβήγματα με τον νόμο; είχε καταδικαστεί μια φορά σε τριάντα μέρες φυλάκιση για διατάραξη κοινής ησυχίας.

“Μάλιστα”, είπε ο Άττικους. “Τι ακριβώς είχες κάνει δηλαδή;”

“Είχα έρθει στα χέρια με έναν, προσπάθησε να με μαχαιρώσει”.

“Και τα κατάφερες;”

“Με χτύπησε λιγάκι, αλλά δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Βλέπετε εγώ…” Ο Τομ ανασήκωσε τον αριστερό του ώμο.

“Ναι, σωστά”, είπε ο Άττικους. “Καταδικαστήκατε και οι δύο σας;”

“Μάλιστα κύριε, όμως μονάχα εμένα έκλεισαν φυλακή, γιατί δεν είχα να πληρώσω το πρόστιμο. Ο άλλος το πλήρωσε το δικό του.”

Ο Ντιλ έσκυψε και ρώτησε τον Τζεμ τι έκανε εκεί πέρα ο Άττικους. Ο Τζεμ είπε πως ο Άττικους έδειχνε στο δικαστήριο ότι ο Τομ δεν είχε τίποτα να κρύψει.

Read Full Post »

Στην Υπηρεσία Του IRA : Gerry Bradley & Brian Feeney

Εκδόσεις : EUROBOOKS

Μετάφραση : Δημήτριος Σταυρόπουλος

Είχαμε ένα σπίτι γεμάτο με αυτό το υλικό στο Ντοκς, έμενε εκεί ένας ηλικιωμένος και δεν τον ένοιαζε. Όλα τα δωμάτια ήταν γεμάτα. Αναγκαστήκαμε να το μεταφέρουμε όχι επειδή ο γέρος παραπονιόταν, αλλά επειδή μπορούσε όντως να το μυρίσει κανείς από τον δρόμο. Ξέρετε αυτήν την οσμή τριμμενου αμύγδαλου που βγάζει; Οποιαδήποτε βρετανική περίπολος θα το αντιλαμβανόταν αμέσως.

Η βιασύνη αποτελούσε πραγματικό πρόβλημα. Ενεπλάκη ο μισός Έβδομος Λόχος. Έπρεπε να κανονίσουμε γρήγορα το ζήτημα διότι η Ταξιαρχία του Μπέλφαστ φοβόταν μήπως οι κατασκευαστές βομβών του IRA αναγνωριστούν από τα εξανθήματά τους και τους πάρουν σηκωτούς οι αρχές. Κάποιοι τύποι υποχρεώθηκαν να πάνε στα νότια μέχρι να καθαρίσει το δέρμα τους. Το πρόβλημα το έλυσε για λογαριασμό μας ο διευθυντής κλινικής ενός νοσοκομείου ο οποίος μα ς έβλεπε με συμπάθεια. Δεν γνωρίζαμε πως όταν χειριζόσουν το μείγμα έπρεπε να βρίσκεσαι σε καλά αεριζόμενο, προτιμότερα υπαίθριο χώρο, αλλιώς σωματίδια εισχωρούσαν κάτω από το δέρμα σου, έμπαιναν στους βλεννογόνους αδένες και προκαλούσαν ερεθισμό, καταρροή και δάκρυα. Η επίγνωση αυτού του πράγματος ήταν μόνο η μία όψη. Δυστυχώς ο διευθυντής κλινικής δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της εύρεσης καλά αεριζόμενων χώρων για την κατασκευή βομβών.

Όχι μόνο υπήρχε ανεξάντλητος εφοδιασμός με εκρηκτικές ύλες αλλά ο Μπράντλεϊ ενθουσιάστηκε όταν διαπίστωσε ότι και ο οπλισμός είχε βελτιωθεί εντυπωσιακά. Την εποχή που συνελήφθει ο Μπράντλεϊ ο IRA στο βόρειο Μπέλφαστ βασιζόταν στο παλιό στρατιωτικό τυφέκιο Lee Enfield των 0,303 ιντσών, σε καραμπίνες και σε μερικές περιπτώσεις σε υποπολυβόλα Thompson.

Στα τέλη του 1976 ήταν γνωστό πως υπήρχαν τακτικές ξυλοδαρμού στα μπλοκ. Ή ότι μπορούσαν να σε απομονώσουν στο κελλί σου και να σε κρατήσουν πρακτικά σε απομόνωση ή μέσα σε ένα κελί τιμωρίας. Οι ποινές ήταν τεράστιες. Δεν υπήρχε καμία προοπτική απόδρασης από τα μπλοκ. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι τέλους στην σύρραξη έξω. Τι θα έπρεπε να κάνει ένας άνθρωπος αν καταδικαζόταν; Να τυλιχτεί με την κουβέρτα, να υφίσταται τους ξυλοδαρμούς και τις τιμωρίες επί χρόνια ή να συμμορφωθεί και να χαρακτηριστεί ως εγκληματίας;

Υπήρχε πολλή ζήλεια και πισώπλατα μαχαιρώματα. Υποθέτω ότι αυτά υπάρχουν σε κάθε οργλανωση. ήθελαν κι άλλοι άνθρωποι να είναι διοικητές τάγματος. Είχες αυτόν τον διαρκή φθόνο, ανθρώπους να τρέχουν, να παραπονιούνται-πρόκειτο για πολιτική υποθέτω. Εγώ ήθελα απλώς να ασχοληθώ με την “δουλειά”

Τον Αύγουστο του 1972 ο Βρετανικός στρατός είχε 22 τάγματα στον Βορρά, περισσότερους άνδρες δηλαδή απ’όσους στάθμευαν ως φρουρά στην ίδια την Βρετανία. Πολλοί από αυτούς είχαν μεταφερθεί εκεί προσωρινά από την Βρετανική Στρατιά του Ρήνου για να εκτελέσουν την επιχείρηση “Μηχανοδηγός”, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό στρατιωτών σε 21.000. Εκτός από τις μεγάλες βάσεις όπως το Μπαλικίνλαρ, κοντά στο Νιούκαστλ στην ακτή της Κομητείας Ντάουν, το Θίπβαλ στο Λίσμπερν και το στρατόπεδο Πάλας στο Χόλυγουντ, αυτές οι ενισχύσεις στρατωνίζονταν μέσα και γύρω από εθνικιστικές συνοικίες.

“Οι Βρετανοί συνέχιζαν να κάνουν λόγο για κατάπαυση του πυρός, αλλά εγώ έβλεπα αυτή την αγωνία ως ένα σημάδι αδυναμίας από την πλευρά τους. Δεν ήθελα μια πολιτική διευθέτηση. Ήθελα αποχώρηση. Δεν είχα καμία πολιτική σκέψη στο μυαλό μου. Αν ο IRA μου έλεγε να πυροβολήσω κάποιον, το έκανα διότι ο IRA είχε δίκιο.”

Η δράση του IRA ενάντια στον Βρετανικό στρατό στην Βόρεια Ιρλανδία. Λάθη και στόχοι, ιδεολόγοι και οπορτουνιστές, εμμονές και συχνά έλλειψη στρατηγικής. Ένας απελευθερωτικός αγώνας που στο εσωτερικό του είχε προβλήματα, προδοσίες, αδικίες και ανταγωνισμό. Ένας ένοπλος αγώνας βασισμένος στην απελευθέρωση πνιγμένος στο αίμα και στη βία. Βιβλίο γραμμένο από έναν καθηγητή ιστορίας στο Πανεπιστημιακό Κολλέγιο Σαιν Μαίρυ του Μπέλφαστ ( Brian Feeney ) κι ένα μέλος του IRA ( Gerry Bradley ) που πάλεψε για την ανεξαρτησία της πατρίδας του και κατέληξε να χαρακτηριστεί ως προδότης.

Read Full Post »

Ισμήνη Καπάνταη : To Βρωμερόν Ύδωρ Της Λήθης

Εκδόσεις : Ίκαρος

“Αν κάπου τα λεγόμενά σου δυσαρεστήσουν κάποιον από αυτούς με τους οποίους συνεργάζομαι για τη δωρεά, θα μου δημιουργήσεις επιπλέον προβλήματα. Λίγα έχω; Πρέπει λοιπόν να προσέχεις.”

“Όποιος έχει διαβάσει στοιχειωδώς ιστορία”, του απάντησε επιμένοντας, “όλα αυτά τα ξέρει”. Κι εκείνη ο πατέρας της την δίδαξε ιστορία, κανένας λόγος λοιπόν ν’ανησυχεί. “Σε όλες τις κοινωνίες τα ίδια συμβαίνουν. Ο δυνατός υπερισχύει, επιβάλλεται, ο αδύνατος υποκύπτει και ύστερα ψάχνει τρόπους, ψέματα, καλοπιάσματα, για να περνάει καλύτερα. Δεν γεννήθηκα χθες. Γνωστά όλα και κατανοητά, κανένας λόγος για να ανησυχείς, γνωρίζω που βρίσκομαι, ποιούς έχω απέναντί μου, δεν πρόκειται να σου δημιουργήσω προβλήματα”.

Θυμήθηκε πόσο πολύ την έθιξε ο στην συνέχεια εκνευρισμένος τόνος της φωνής του-αυτό κυρίως-, τα λόγια του τα θυμάται ακριβώς.

“Κάνεις λάθος. Ξέχασε αυτά που έμαθες και αυτά που έχεις ζήσει. Εδώ είναι φεουδαρχία”, της είπε, “κατάλαβέ το. Πριν ελευθερωθούν το καθεστώς ήτανε φεουδαρχικό. Σουλτανικό θα ταν καλύτερα να πω, με εννοείς; Επάνω, ψηλά, ο Τούρκος δυνάστης να τους αρμέγει κι από κάτω τα φέουδα. Κοτζαμπασιλίκια, αρματολίκια, κι απ’ανάμεσα οι κάποι, εκτελεστικά όργανα κοτζαμπάσηδων και αρματολών, όργανα απαραίτητα. Τις περισσότερες φορές, βλέπεις ήταν οι κάποι που μάζευαν τους φόρους για να τους παραδώσουν ύστερα στα αφεντικά τους, οι κάποι που σήκωναν όμως κι αυτοί κάθε τόσο το κεφάλι, γίνονταν ανεξάρτητοι κι ότι μάζευαν ήτανε για την πάρτη τους. Δεν βρίσκεις άκρη! Στο τέλος, στον πάτο καλή μου, τόσο κάτω που πιο κάτω δεν γίνεται, βρίσκεται ο ταλαίπωρος κοσμάκης, που όσο κι αν υποφέρει, πρόσεξέ με, περιιέργως δεν αντιδρά. Όχι μόνο δεν αντιδρά, μοιάζει μάλιστα να του αρέσει κιόλας. Έτσι ήταν, έτσι είναι κι έτσι πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε. Αυτός είναι ο κόσμος τους”.

Καλά ως εκεί, σε ότι αφορούσε τουλάχιστον το παρελθόν συμφωνούσε, όχι όμως και προς το παρόν, του το είπε αλλά ο Περικλής εξακολουθούσε να υποστηρίζει ότι και στο ελεύθερο κράτος τα πράγματα λίγο έχουν αλλάξει ε, εκεί αντέδρασε. Άραγε θ’αντιδρούσε υπερασπιζόμενη έναν κόσμο που ακόμα δεν ήξερε αν δεν την είχε μεγαλώσει ο Μάριος Δούκας, που όταν της απήγγειλε το ” Ω φίλτατη πατρίς” δάκρυζε; Θα είχε αντιδράσει αν δεν είχε ακούσει τον πεθερό της να λέει, “Μη νοιάζεστε, εγώ ετούτο το ταξίδι στην Αθήνα το έχω κάνει”; Μπορεί και όχι, ήταν όμως το ύφος του Περικλή, τόσο Etonian, τόσο αφ’ υψηλού…

“Διαφωνώ”, του είπε. Το πήρε προσωπικά. Την επόμενη του ζήτησε συγγνώμη

Read Full Post »

Ισμήνη Καρυωτάκη : Οι Ληστές Της Ανθολογίας Του Μαύρου Χιούμορ

Εκδόσεις : Ποταμός

Και τώρα είναι μεσημέρι, και είναι εκείνο ακριβώς το μεσημέρι λίγες ώρες πριν πυρπολήσουμε την Αθήνα. Εγώ στέκω μπροστά από το άγαλμα του Κωστή Παλαμά- του ποιητή που κρατάει ανάλαφρα μέσα στην ανεμοζάλη το κεφάλι του-, στον καταπράσινο κήπο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων όπου έχω καταφύγει ύστερα από μία εναγώνια διαδρομή Ομόνοια-Ακαδημίας- αφού έχω χάσει την Νιόβη μέσα στην τρέλα της διαδήλωσης και το κυνηγητό των μπάτσων, και την έχω ψάξει και δεν την έχω βρει-, και κάθομαι πάνω σ’ένα σωρό από μπουφάν και τσάντες και έχω κλείσει και τα μάτια μου για μια στιγμή ν’ανασάνω. Και κάποια άλλη στιγμή τα ξανανοίγω και βλέπω να εμφανίζεται απέναντί μου ολόλαμπρος – και με τη σανίδα του παραμάσχαλα- ο Λουκάς Σούρπης. Σάστισα. Προς στιγμήν τον φαντάστηκα να κα΄νει οχτάρια με το σκέιτ του ανάμεσα στις μολότωφ και τους μπάτσους και τις φωτιές και τα’χασα. Αλλά συνήλθα αμέσως. Αφού το ξέρω – λέω μέσα μου–, ο Λουκ τα δίνει όλα στις κατάδικές του διαδρομές – τις άνω ποταμών και κάτω λούμπεν-, και τα όσα συμβαίνουν εδωνά στους δρόμους, αυτός τα΄χει στο είναι του πολλαπλασιασμένα επί εκατό, γι’αυτό κρατιέται όταν εμείς βελάζουμε με έξαψη για τις παγανιές των ένστολων και τα δακρυγόνα- δίκιο έχει-, τι να λέμε τώρα, αυτός σηκώνει από γεννησιμιού του καντάρια χύμα απειλής. Και τώρα ορίστε μας – φάντης μπαστούνι απέναντί μου-, είναι εδώ και μου την λέει. Σηκώνει το χέρι του και με φωνάζει. Ξαφνικός έρωτας για τους καταληψίες; Λες; είπα μέσα μου πάλι εγώ και σχεδόν συγκινήθηκα.

Μήνες μετά την λαίλαπα της είδησης – μεσάνυχτα ήτανε-, εγώ έχω απομείνει στην πλατεία Εξαρχείων με ένα μπυροκούτι στα χέρια, ολομόναχος. όπου μια φευγαλέα σκιά έρχεται και καθίζει ακριβώς δίπλα μου στο πεζούλι- είναι τόσο φευγαλέα που μοιάζει να συγκεντρώνει όλες τις σκιές της πλατείας πάνω της. Πως είσαι; μου λέει. Εδώ τα ίδια, της λέω εγώ -της σκιάς- και της κλείνω παλαβά το μάτι. Κι εγώ θέλω να την ρωτήσω τίνος σκιά είναι, δεν το κάνω και πέφτει μια αβάσταχτη σιωπή μεταξύ μας εκεί στη μέση της πλατείας Εξαρχείων. Και τότε, αυτό που στην αρχή είναι αμηχανία ή δισταχτικότητα γίνεται σιγά σιγά αναγνώριση και η αμφιβολία γίνεται σιγουριά και βεβαιότητα. Αλτ, λέω, κάτι ξεκαθαρίζει στο κεφάλι μου, σε ξέρω εσένα. Σαν τι ξέρεις; με ρωτάει. Τίποτα, τίποτα, κάτι παλαβομάρες δικές μου, λέω εγώ και κάνω να σηκωθώ , αλλά η σκιά βάζει το χέρι της στον ώμο μου και με συγκρατεί. Ας γίνει ότι θέλει, λέω από μέσα μου και μένω στη θέση μου.

Read Full Post »

Older Posts »