Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ’ Category

4ef0cc35-75be-4c59-8f12-ddf579be8fdd_6

Μια Μικρή Γερμανική Πόλη : Τζον Λε Καρέ

Εκδόσεις : Καστανιώτης

Μετάφραση : Ιλαείρα Διονυσοπούλου

“Ιδού τι γίνεται”, είπε απότομα ο Μπράντφιλντ “Γνωρίζουμε και οι δύο τι μπορεί να είναι ή και να ήταν ο Χάρτινγκ. Κύριος οίδε τι έχουν δει τα μάτια μας. Όσο μεγαλύτερη η προδοσία του τόσο μεγαλύτερο το ενδεχόμενο αδιέξοδο, τόσο μεγαλύτερο το πλήγμα στην εμπιστοσύνη των Γερμανών. Ας πάρουμε το χειρότερο ενδεχόμενο. Εάν ήταν δυνατό να αποδείξουμε- δε λέω ότι είναι, ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις, εάν ήταν λοιπόν δυνατόν να αποδείξουμε ότι χάρη στις δραστηριότητες του Χάρτινγκ,σε ετούτη την πρεσβεία τα πιο μύχια μυστικά μας προδόθηκαν στους Ρώσους στην πορεία πολλών ετών- μυστικά που ως ένα βαθμό τα μοιραζόμαστε με τους Γερμανούς- τότε αυτό το πλήγμα, όσο επουσιώδες και αν φαίνεται μακροπρόθεσμα,θα μπορούσε να κόψει το τελευταίο νήμα από το οποίο κρέμεται το κύρος μας εδώ. Περίμενε”. Καθόταν πολύ στητός στο γραφείο του, με μια έκφραση ελεγχόμενης δυσαρέσκειας ζωγραφισμένη στο όμορφο πρόσωπό του. “Άκουσέ με. Υπάρχει κάτι εδώ που δεν υφίσταται στην Αγγλία. Λέγεται Αντισοβιετική Συμμαχία. Οι Γερμανοί την έχουν περί πολλού κι εμείς την χλευάζουμε με προσωπικό μας κίνδυνο, εξακολουθεί να αποτελεί το εισιτήριό μας για τις Βρυξέλλες. Επί είκοσι και πλέον χρόνια είμαστε ντυμένοι με την αστραφτερή πανοπλία του υπερασπιστή. Μπορεί να χρεοκοπήσαμε , μπορεί να εκλιπαρούμε για δάνεια, συνάλλαγμα και εμπόριο, μπορεί περιστασιακά… να επαναπροσδιορίζουμε τις νατοϊκές μας δεσμεύσεις όταν ηχούν οι τουφεκιές, μπορεί και να κρυβόμαστε κάτω από τα σκεπάσματά μας οι ηγέτες μας μπορεί να είναι εξίσου ανάξιοι με τους δικούς τους”.

Τι ήταν εκείνο που διέκρινε ο Τέρνερ στη φωνή του Μπράντφιλντ τη στιγμή αυτή; Ντροπή; Μια αμείλικτη αίσθηση της προσωπικής του παρακμής; Μιλούσε σαν άρρωστος που δοκίμασε καθε είδους γιατρειά και σιχάθηκε τους γιατρούς. Στιγμιαία το χάσμα ανάμεσά τους έκλεισε και ο Τέρνερ άκουσε τη φωνή του να αντηχεί μέσα στην ομίχλη της Βόννης.

“Εντέλει για να το πούμε με απλά λόγια, αυτή είναι η μεγάλη ανείπωτη δύναμή μας: πως όταν οι βάρβαροι έρθουν από την Ανατολή, οι Γερμανοί θα μπορούν να βασιστούν στην υποστήριξή μας. Ο στρατός του Ρήνου θα συγκεντρωθεί εσπευσμένα στους λόφους του Κεντ και το βρετανικό αυτόνομο πυρηνικό φόβητρο θα τεθεί σε λειτουργία. Καταλαβαίνεις τώρα τι θα μπορούσε να σημαίνει ο Χάρτινγκ στα χέρια κάποιου σαν τον Κάρφελντ;”

Ο Τέρνερ είχε βγάλει από την εσωτερική του τσέπη το μαύρο σημειωματάριο. Καθώς το άνοιξε ακούστηκε ένα ηχηρό τρίξιμο. “Όχι. Δεν καταλαβαίνω. Όχι ακόμα. Δεν θέλεις να βρεθεί, τον θέλεις εξαφανισμένο. Εάν ήταν στο χέρι σου δεν θα με καλούσες εδώ”. Κούνησε το μεγάλο του κεφάλι με απρόθυμο θαυμασμό. “Λοιπόν σου αναγνωρίζω το εξής: κανείς δεν προσπάθησε να με διώξει από τόσο νωρίς. Χριστέ μου ούτε να καθίσω δεν πρόλαβα. Ούτε ολόκληρο το όνομά του δεν ξέρω. Εμείς στο Λονδίνο δεν τον είχαμε ακουστά , το ξέρεις; Ούτε καν πρόσβαση είχε, σύμφωνα με τα δικά μας αρχεία. Πουθενά. Μπορεί κάλλιστα να τον απήγαγαν. Μπορεί να τον πάτησε λεωφορείο, να το έσκασε με καμιά γκόμενα, με όλα αυτά που ξέρουμε. Όμως εσείς εδώ. Χριστέ μου! Κυριολεκτικά τα δώσατε όλα έτσι; Αυτός ο τύπος είναι όλοι μας οι κατάσκοποι μαζί σε συσκευασία ενός. Τι βούτηξε λοιπόν; Τι ξέρεις που δεν ξέρω;”

 

Ένας υπάλληλος της βρετανικής πρεσβείας στη Βόννη και σαρανταπέντε απόρρητοι φάκελοι εξαφανίζονται. Γερμανία τέλη της δεκαετίας του εξήντα, παλιοί μεχθρί και νυν σύμμαχοι, παλιού σύμμαχοι και νυν εχθροί, μυστικά, τρικλοποδιές στο σκοτάδι και κρυφοί μηχανισμοί που κινούν τα πάντα. Κανείς δεν γράφει μυθιστορήματα κατασκοπείας όπως ο Τζών Λε Καρέ.

Advertisements

Read Full Post »

7ff368da-b259-443e-a9bb-09fb44a8d276_5

ΟΙ ΤΥΦΛΟΙ : ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΤΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Έχεις ιδρώσει. Ανακαλύπτεις ότι τα πόδια σου τρέμουν και πάλι, και νιώθεις φόβο ότι το τρέμουλο στους μηρούς και στα γόνατά σου πρόκειται σύντομα να μονιμοποιηθεί, κάνοντάς σε να μοιάζεις με κάποιον παρκινσονικό παλιόγερο, έπειτα από νεύμα του Κονοβέση, εσύ, ο Λάκης κι ο Ζαραλίκος κατευθύνεστε με γοργά βήματα προς το άρμα που βρίσκεται παρκαρισμένο στα μισά του σταδίου, εκείνο με την επιγραφή “ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ”. Προσέχοντας να μη γριστρήσετε αφου τα τσαρούχια με τα καρφιά δεν είναι σχεδιασμένα για σκαρφάλωμα, δρασκελίζετε τα πέντε σκαλάκια της πλατφόρμας του άρματος, οι δυο πιάνοντας θέση στη δεξιά και την αριστερή πλευρά, κάτω από τις αψίδες τις στολισμένες με γαρύφαλα, κι εσύ στη κορυφή του, στο μικρό βάθρο με τη διπλή αψίδα των λουλουδιών, ακριβώς μπροστά από το χαρτονένιο ομοίωμα του Φοίνικα, του μυθολογικού πουλιού που αποτελεί το σήμα του καθεστώτος και βρίσκεται αποτυπωμένο παντού, στα κουτιά των σπίρτων, στα σχολικά βιβλία και τετράδια, στις μαθητικές ποδιές και στις εισόδους των δημόσιων υπηρεσιών, ένα απροσδιόριστο πλάσμα, αρρενωπό και ιθύφαλλο σύμβολο που ξεπετάγεται αναγεννημένο απ’τις στάχτες του ( και που για την πλειοψηφία του κόσμου είναι απλά “το πουλί της χούντας”), εσύ λοιπόν, μπροστά από τον Φοίνικα, ανοίγοντας τα πόδια σου σε στάση σχεδόν πλήρους διάστασης, με τρόπο που σε κάνει να μοιάζεις με ανθρώπινο Χ, και το δεξί σου χέρι σε ανάταση, χαιρετώντας υποτίθεται τα πλήθη των Ελλήνων μέσα από την σήραγγα των αιώνων απ’όπου έχεις βγει, αποκορύφωμα και ενσάρκωση του αθάνατου, ανίκητου Έλληνα πολεμιστή. Το άρμα ξεκινάει να κινείται αργά (οδηγουμενο από έναν κακόμοιρο φαντάρο των τεθωρακισμένων σε κάποια έγκατα, ο οποίος πιθανότατα θα ιδροκοπάει στο τιμόνι, αφου είναι ένα αφύσικα ζεστό βράδυ του Απρίλη), κάνοντας υπομονετικά το γύρο του στίβου, με τον Οικονομίδη να ωρύεται “μεθύστε με το αθάνατο κρασί του ’21!” και “ο ανθός της πατρίδας μας, οι εύζωνές μας”, ενώ εσύ νιώθεις τελειωτικά ηλίθιος, έτσι που στέκεσαι με τα πόδια ανοιχτά, λες κι ετοιμάζεσαι να γεννήσεις ή ακόμα και να χέσεις κάποιο ιστορικής μορφής σκατό σε μέγεθος μωρού παιδιού, κάτι που άλλωστε θα ήταν το πιο ταιριαστό επιστέγασμα και απτή κατάληξη όσων συμβαίνουν ολόγυρά σου. Ο ιδρώτας αυξάνεται. Η κόπιτσα στο γιακά της φέρμελης έχει στραβώσει και σου τρυπάει το λαιμό, αλλά δεν μπορείς να κάνεις την κίνηση να τον ανοίξεις , γιατί όλα τα μάτια στο στάδιο (και, το χειρότερο απ’όλα, του διοικητή σου και του Κονοβέση) είναι στυλωμένα πάνω σου, κι απ’ το μυαλό σου περνάει μια θάλασσα από λέξεις και φράσεις, ψυχικά σήματα των θεατών, σαν καυτές σταγόνες που απειλούν να σε πνίξουν, λες κι έχεις βρεθεί γυμνός μεσοπέλαγα, με τον τρόπο που που πάντα σε επηρεάζουν τα πλήθη, γι’αυτό και πολύ συχνά τα φοβάσαι, αφού απαιτείται να καταβάλεις μεγάλη προσπάθεια για να μονώσεις το μυαλό σου από τα άπειρα σήματα που δεν μπορείς παρά να τα λαμβάνεις, ξανά και ξανά και στο ρυθμό μιας ανελέητης βροχόπτωσης μέσω εκείνου του καταραμένου ραντάρ που κάποια άστοργη μοίρα έχει φυτέψει ανάμεσα στα μηνίγγια σου.

Read Full Post »

Stoner

Ο ΣΤΟΟΥΝΕΡ : JOHN WILLIAMS

Εκδόσεις : Gutenberg

Μετάφραση : Αθηνά Δημητριάδου

Στη διάρκεια των Χριστουγεννιάτικων διακοπών, αυτής της ιδιότυπης αναχαίτισης στην ραγδαία εξέλιξη του εξαμήνου, ο Γουίλιαμ Στόουνερ άρχισε να συνειδητοποιεί δύο πράγματα: άρχισε να αντιλαμβάνεται πόσο καθοριστικά σημαντική ήταν η παρουσία της Γκρέις στη ζωή του και να θεωρεί εφικτό να γίνει και ο ίδιος καλός δάσκαλος.

Είχε έρθει η ώρα να παραδεχτεί μέσα του ότι μέχρι τότε δεν ήταν καλός δάσκαλος. Ευθύς εξαρχής, όταν άρχισε να παλεύει με τα πρώτα τμήματα των πρωτοετών, είχε επίγνωση του χάσματος που υπήρχε ανάμεσα σε αυτό που ένοιωθε για το αντικείμενό του και σε αυτό που μετέφερε στην τάξη. Είχε την ελπίδα ότι ο χρόνος και η πείρα θα γεφύρωναν το χάσμα, δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Όλα αυτά που φύλαγε με απερίγραπτη ευλάβεια μέσα στη  ψυχή του ήταν και αυτά που εντελώς ανεξήγητα πρόδιδε, όταν τα κατέθετε στην τάξη, ότι είχε την μεγαλύτερη ζωντάνια, μαραινόταν μέσα από τα λόγια του, ότι τον συγκινούσε περισσότερο, με το που το άρθρωνε γινόταν ψυχρό. Η συνειδητοποίηση αυτής της ανεπάρκειας του προκαλούσε τόση αγωνία, ώστε κατέληξε να του γίνει έξη, κομμάτι του εαυτού του, όπως το κύρτωμα των ώμων του.

Όμως στο διάστημα που η Ίντιθ έμεινε στο Σέντ Λούις, κατά καιρούς, την ώρα που δίδασκε, έπιανε τον εαυτό του τόσο απορροφημένο από το θέμα του, ώστε να λησμονεί την ανεπάρκειά του, τον εαυτό του, ακόμα και τους φοιτητές που είχε μπροστά του. Καμιά φορά παρασυρόταν τόσο πολύ από τον ενθουσιασμό του, ώστε τραύλιζε, χειρονομούσε και αγνοούσε τις σημειώσεις που είχε κρατήσει και που συνήθως καθόριζαν την πορεία της παράδοσης.

Ένας καθηγητής πανεπιστημίου ο οποίος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην επαγγελματική και στην προσωπική του ζωή. Η απόλυτη λατρεία για το επάγγελμά του, οι “κανόνες” με τους οποίους θα χρειαστεί να πολεμήσει, οι συναδελφικές αντιπαλότητες, ο έρωτας, ο συμβιβασμός, η φιλία, η προδοσία… Ένα από τα ωραιότερα βιβλία που διάβασα τα τελευταία χρόνια κι ένας συγγραφέας με τον οποίον μάλλον “έμπλεξα” πολύ “άσχημα”

Diadosi_H_taksikh_bia_sthn_Amerikh_2008_BO

Η ΤΑΞΙΚΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ : ΛΟΥΙΣ ΑΝΤΑΜΙΤΣ

Εκδόσεις : Διάδοση

 

Όσον αφορά τον ταξικό αγώνα, μια περίεργη κατάσταση διαδραματιζόταν στην Καλιφόρνια στις αρχές του 1910, ακριβώς πριν την ανατίναξη των Τάιμς του Λος Άντζελες. Το Σαν Φρανσίσκο ήταν οχυρό του συνδικαλισμού. Το εργατικό κίνημα ήταν ήδη ισχυρό πριν το σεισμό του 1906, μετά απ’ αυτόν έγινε ο κυρίαρχος παράγοντας στη πόλη. Τα συνδικάτα, ιδίως αυτά του κατασκευαστικού τομέα, εκμεταλλεύτηκαν την χαοτική κατάσταση που ακολούθησε τον σεισμό και οργανώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε μέσα σε δύο χρόνια έλεγχαν πρακτικά κάθε έργο στο Σαν Φρανσίσκο. Για να αποκτήσουν αυτό τον έλεγχο οι εργάτες χρησιμοποίησαν σκληρές μεθόδους, ανάμεσα σε αυτές και τον δυναμίτη.

Μετά το 1908, οι εργολάβοι δεν μπορούσαν να κινηθούν καθόλου χωρίς να λάβουν υπ’όψιν τους τα συνδικάτα. Ο Ντ. Γουόρεν Ράϊντερ σε ένα ιστορικό άρθρο του για την περίοδο εκείνη που δημοσιεύθηκε στον Αμερικανικό Υδράργυρο, έγραψε τον Απρίλη του 1926

“Κανένα σφυρί δεν σηκωνόταν, κανένα τούβλο δεν χτιζόταν, καμία σωλήνα δεν τοποθετούνταν, κανένας τοίχος δεν βαφόταν ή δεν στρωνόταν με ταπετσαρία χωρίς την συναίνεση των συνδικάτων. Αν ένας εργοδότης, μικρός ή μεγάλος, απέλυε έναν μεθύστακα, ανυπάκουο ή ανίκανο εργάτη χωρίς την άδεια του συνδικάτου την άλλη μέρα θα ερχόταν αντιμέτωπος με μία απεργία και θα αναγκαζόταν να επαναπροσλάβει τον απολυμένο εργάτη και να πληρώσει αυτόν και τους συντρόφους του για όσο καιρό παρέμεναν εκτός δουλειάς. Οι αντιπρόσωποι των συνδικάτων τριγύριζαν στην πόλη δίνοντας διαταγές και επιβάλλοντας πρόστιμα. Η δύναμη των συνδικάτων ήταν απόλυτη.”

…..

Σχεδόν ταυτόχρονα με τους ξεσηκωμούς στα Ανατολικά και στα Μεσοδυτικά, έλαβαν χώρα βίαιες εργατικές εξεγέρσεις στα Δυτικά. Η απεργία στο Χόμστεντ το 1892 δεν είχε τελειώσει ακόμα όταν οι ανθρακωρύχοι της περιοχής Κερ Ντ’ Αλέν στο Άϊνταχο απέργησαν ενάντια στις επαναλαμβανόμενες μειώσεις μισθών. Αλλά η απεργία ήταν εξ’αρχής καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι άντρες ήταν άσχημα οργανωμένοι, δεν είχαν αποτελεσματική ηγεσία και ισχυρό ταμείο για να στηριχθεί η απεργία. Οι επιχειρηματίες των ορυχείων μίσθωσαν απεργοσπάστες. Μάχες έλαβαν χώρα. Η εθνοφυλακή δολοφόνησε ανθρώπους. Κάποιος έβαλε βόμβα και ανατίναξε ένα εργοστάσιο πυριτόλιθου. Κατόπιν οι απεργοί κατάφεραν να διώξουν τους απεργοσπάστες από την περιοχή. Οι εταιρείες θεωρώντας ανεπαρκή την εθνοφυλακή για την επιβολή της τάξης, έβαλαν τον κυβερνήτη του Αϊνταχο να απευθυνθεί στον πρόεδρο των ΗΠΑ. Για κάποιο διάστημα στο Κερ Ντ’ Αλέν κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος, με τον τακτικό στρατό να φρουρεί τις περιουσίες την ώρα που οι εργοδότες έφερναν ξανά απεργοσπάστες. Η αποτυχία της απεργίας είχε, βραχυπρόθεσμα, τραγικά αποτελέσματα για τους εργάτες, αλλά οδήγησε στην οργάνωση της Δυτικής Ομοσπονδίας Ανθρακωρύχων, η οποία την επόμενη δεκαετία εξελίχθηκε στον πιο επιθετικό, βίαιο και επαναστατικό οργανισμό στις ΗΠΑ και έγινε πολλά χρόνια αργότερα η ραχοκοκαλιά των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου των επονομαζόμενων και Γουόμπλις.

178 συναρπαστικές σελίδες όχι απλώς  αμερικανικής αλλά Παγκόσμιας Ιστορίας, ταξικές συγκρούσεις που στην ουσία αποτέλεσαν ένα είδος εμφύλιου πολέμου. Πολύτιμες πληροφορίες, αποσπάσματα από άρθρα και φωτογραφίες από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και λίγο πριν από το Β’Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο αναγνώστης καλείται να τοποθετηθεί στο τότε χρονικό πλαίσιο ώστε να κατανοήσει καλύτερα συνθήκες και αντιδράσεις. Η εύκολη καταδίκη της βίας “απ’όπου κι αν προέρχεται” εδώ δεν έχει θέση. Και βέβαια δε λείπουν ούτε οι αναφορές σε τραγικά λάθη των εξεγερμένων ή στην καπήλευση των αγώνων από τους οπορτουνιστές και τους πολιτικούς απατεώνες εκείνης της εποχής.

xilia-enniakosia-evdominta-tessera

 

ΧΙΛΙΑ ΕΝΝΙΑΚΟΣΙΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ : DAVID PEACE

Εκδόσεις : ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Μετάφραση : Νίκος Κουφάκης

Εβδομάδα του μίσους. Ξημέρωμα Παρασκευής 20 Δεκεμβρίου 1974.

Ξύπνιος στο πάτωμα του δωματίου 27 ανάμεσα σε ένα χάρτινο χιονάκι και εκατοντάδες σκισμένες κόλλες με λίστες υπογραμμισμένες με κόκκινο. Λίστες, έγραφα συνεχώς λίστες από την στιγμή που έφυγα από την Πόλα. Το αριστερό μου χέρι κρατούσε έναν μεγάλο κόκκινο μαρκαδόρο, το κεφάλι μου γύριζε, κι εγώ έκανα ορνιθοσκαλίσματα πάνω σε φύλλα από την ταπετσαρία..φτιάχνοντας λίστες.

Λίστες με ονόματα

Λίστες με ημερομηνίες

Με μέρη.

Με κορίτσια.

Με αγόρια.

Λίστες με την διαφθορά, τους διεφθαρμένους και τους εν δυνάμει διεφθαρμένους.

Λίστες με αστυνομικούς.

Με μάρτυρες.

Με οικογένειες.

Με αγνοούμενους

Με κατηγορούμενους.

Με νεκρούς.

Ήμουν πνιγμένος σε λίστες και πληροφορίες. Ήμουν έτοιμος να γράψω μια λίστα με δημοσιογράφους, αλλά τα αναθεματισμένα τα δάκρυά μου δεν σταματούσαν να πέφτουν ανάμεσα στο κομφετί, το αριστερό μου χέρι με έκοβε από τον μαρκαδόρο και το δεξί μου είχε μουδιάσει.

ΜΗ ΜΟΥ ΛΕΣ ΓΑΜΩΤΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ!!

Ακούμπησα ξανά κάτω την πλάτη μου, με το νου μου σε λίστες γυναικών που είχα γαμήσει.

….

Δέκα δευτερόλεπτα αργότερα παρκαρισμένος έξω από κάποιο πακιστανικό μαγαζί, ακουμπούσα στο δάπεδο του αυτοκινήτου μπουκάλια και σακκούλες που είχα αγοράσει με τα τελευταία μου μετρητά, το ράδιο ούρλιαζε για την βόμβα στο πολυκατάστημα Χάροντς, κι εγώ έβγαζα τα χάπια από το ντουλαπάκι, με ένα τσιγάρο στο χέρι και ένα ακόμα στο τασάκι.

Οδηγούσα μεθυσμένος.

Με εκατόν σαράντα χιλιόμετρα την ώρα κατέβαζα ουίσκυ από το μπουκάλι, λαιμό με λαιμό, φανταζόμουν κορίτσια από το νότο και διαμερίσματα με θέα στη θάλασσα, αναθυμόμουν τις Κάρεν, τις Κάθριν και όλες τις άλλες κοπέλες που είχαν περάσει από τη ζωή μου και κυνηγούσα τα πίσω φανάρια των αυτοκινήτων και μικρά κοριτσάκια, συνθλίβοντας και παραμορφώνοντας την αγάπη κάτω από τους τροχούς και τα λάστιχα του Βίβα.

Ένιωθα σαν δικτάτορας σε ένα καταφύγιο δικής μου εμπνεύσεως και φώναζα : ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΝΕΙ ΠΟΤΕ ΜΟΥ ΑΣΧΗΜΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ!

 

Ο Βρετανός Ελλρόϋ; Μπορεί αν και ο David Peace είναι μια σχολή από μόνος του. Δεν έχει γράψει ακριβώς μυθιστόρημα, έχει γράψει ένα κολασμένο, βίαιο και εφιαλτικό ρεπορτάζ-ποίημα. Είναι κρίμα που ένας τέτοιος συγγραφέας δεν έχει περισσότερα βιβλία του μεταφρασμένα στα ελληνικά. Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί το πρώτο μέρος της τετραλογίας The Red Riding Quartet με θέμα την δράση στου Στραγγαλιστή Του Γιορκσάϊρ.

Read Full Post »

IMG_20180113_095709

ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ : ΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ : Σ. Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ : ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Συνήθως νομίζει κανείς πως ένας κλέφτης, ένας φονιάς, ένας ρουφιάνος, μία πόρνη, αναγνωρίζοντας πως το επάγγελμά τους είναι κακό, θα ντρέπονται γι’αυτό. Ωστόσο συμβαίνει εντελώς το αντίθετο. Οι άνθρωποι που η μοίρα και τα σφάλματά τους ή τα αμαρτήματά τους τους έταξαν σε μια ορισμένη θέση, όσο κι αν αυτή δεν είναι ορθή, σχηματίζουν μια τέτοια ιδέα για τη ζωή γενικά που τη φαντάζονται καλή και σεβαστή. Για να διατηρήσουν την τέτοια γνώμη τους οι άνθρωποι αυτοί κολλάνε ενστικτώδικα σε κείνο τον κύκλο των ανθρώπων όπου είναι παραδεκτές οι αντιλήψεις τους για τη ζωή και για τη θέση τους. Αυτό μας ξαφνιάζει αν πρόκειται για τους κλέφτες που καυχιούνται για την σβελτάδα τους, για τις πόρνες που καυχιούνται για τις παραλυσίες τους, για τους φονιάδες που καμαρώνουν για την σκληρότητά τους. Μα μας ξαφνιάζει αυτό μόνο και μόνο γιατί ο κύκλος, η ατμόσφαιρα αυτών των ανθρώπων είναι περιορισμένη, και το κυριώτερο, γιατί εμείς βρισκόμαστε έξω απ’αυτήν. Μα δεν συμβαίνει τάχα το ίδιο φαινόμενο ανάμεσα στους πλούσιους που παινεύονται για τους θησαυρούς τους, για τα προϊόντα δηλαδή της ληστείας τους, ανάμεσα στους στρατηλάτες που περηφανεύονται για τις νίκες τους, δηλαδή για τους φόνους, ανάμεσα στους ισχυρούς που περηφανεύονται για τη δύναμή τους; Εμείς δε βλέπουμε να διαστρέφουν αυτοί οι άνθρωποι την έννοια της ζωής, του καλού και του καλού και του κακού για να δικαιολογήσουν τη θέση τους, κι αυτό μόνο γιατί ο κύκλος των ανθρώπων με τις διεστραμένες αυτές αντιλήψεις είναι πιο μεγάλος και γιατί σ’αυτόν ανήκουμε εμείς οι ίδιοι

Στο γυρισμό για το σπίτι από την λεωφόρο Νιέφσκι πρόσεξε μπροστά του χωρίς να θέλει μια ψηλή, εύσωμη και με προλητική κομψότητα ντυμένη γυναίκα που περπατούσε με το πάσο της πάνω στο πλατύ ασφαλτοστρωμένο πεζοδρόμιο. Στο πρόσωπό της και σ’όλη την φιγούρα της έβλεπες πως ήξερε καλά ποιά ήταν η απαίσια δύναμή της! Όλοι όσοι την συναντούσαν ή την προσπερνούσαν, γύριζαν και την κοίταζαν. Ο Νιεχλιούντοφ βάδιζε πιο γρήγορα απ’αυτήν, την προσπέρασε και γύρισε κι αυτός και την κοίταξε στο πρόσωπο: ήταν ίσως βαμένο, μα όμορφο, και η γυναίκα του χαμογέλασε με μία λάμψη στα μάτια της. Κι ένα πράγμα παράξενο: Ο Νιεχλιούντοφ θυμήθηκε την Μαριέτε , γιατί ένοιωσε να τον τραβάει και να τον απωθεί μαζί τούτη η γυναίκα, το ίδιο που είχε νιώσει και στο θέατρο. Ο Νιεχλιούντοφ άνοιξε το βήμα του φουρκισμένος για τον εαυτό του, έστριψε για την οδό Μορσκάγια και, βγαίνοντας στην προκυμαία, άρχισε τις βόλτες εκεί βάζοντας σε απορία το όργανο της τάξης.

“Έτσι κι εκείνη μου χαμογέλασε στο θέατρο, μονολογούσε και την ίδια σημασία είχε κι εκείνο και τουτο το χαμόγελο. Με τη μόνη διαφορά πως τούτη εδώ μιλάει απλά και στα ίσια “Αν με θέλεις πάρε με , αν όχι τράβα το δρόμο σου!”. Εκείνη υποκρίνεται κάνει πως δεν έχει σε αυτό το νου της αλλά ζει με κάποια άλλα ανώτερα, λεπτά αισθήματα-που κατά βάθος είναι το ίδιο πράγμα. Τούτη τουλάχιστο είναι ειλικρινής, κείνη λέει ψέματα. Επιπλέον , τούτη έφτασε στη θέση αυτή από ανάγκη, εκείνη παίζει, διασκεδάζει με αυτό το θαυμάσιο, αποκρουστικό και τρομερό πάθος. Τούτη είναι μια γυναίκα του δρόμου- είναι ένα βρώμικο θολό νερό που προσφέρεται σε κείνους που η δίψα τους είναι πιο δυνατή από την σιχασιά, εκείνη στο θέατρο είναι ένα φαρμάκι που δηλητηριάζει απαρατήρητα όπου πέσει”                                                    

 

 

 

Read Full Post »

IMG_20171008_101221[1]

Φραντς Κάφκα : Ο Πύργος

Εκδόσεις : Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

Μετάφραση : Κώστας Προκοπίου

“Μόλις απαλλάχτηκε από το αποπνικτικό δωμάτιο, όπου σπρώχνονταν οι βοηθοί και οι υπηρέτριες, ένιωσε μια ανακούφιση. Έξω έκανε πολύ κρύο, το χιόνι είχε γίνει σκληρό κι έκανε το περπάτημα πιο εύκολο. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ο Κ βάδιζε πιο γρήγορα.

Ο Πύργος υψωνόταν όπως πάντα, σιωπηλός, το περίγραμμά του άρχισε να χάνεται. Ποτέ του ο Κ δεν μπόρεσε να διαπιστώσει κάποιο σημάδι ζωής εκεί πάνω, ίσως ήταν αδύνατο να διακρίνεις κάτι τέτοιο από τόσο μεγάλη απόσταση. Πάντως το βλέμμα ποθούσε να δει και δεν μπορούσε να βαστάξει την απόλυτη γαλήνη. Σαν κοίταζε ο Κ τον Πύργο του φαινόταν πως εκεί μπροστά του καθόταν κάποιος ήρεμος, ατενίζοντας με αδιαφορία, χωρίς να΄ναι βυθισμένος σε στοχασμούς, αλλά ελεύθερος και ατάραχος. Έδειχνε σα να’ταν μόνος, χωρίς κανείς να τον προσέχει, εντούτοις έπρεπε να δει πως τον πρόσεχαν. Παρόλα αυτά παρέμεινε γαλήνιος. Το βλέμμα εκείνου που παρατηρούσε από κάτω δεν μπορούσε να μείνει σταθερό και ξέφευγε πλάγια, δεν ήξερε αν ήταν αυτό η αιτία ή το αποτέλεσμα. Το δειλινό που έπεφτε πιο γρήγορα έκανε εντονότερη αυτή την εντύπωση. Όσο πιο πολύ παρατηρούσε τον Πύργο, τόσο λιγότερο έβλεπε, τόσο πιο βαθιά όλα έσβηναν στις σκιές του δειλινού.

Μόλις ζύγωσε ο Κ στο Χέρενχοφ, που ήταν ακόμα σκοτεινό, άνοιξε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος και πρόβαλε ένας νέος φρεσκοξυρισμένος χοντρούλης και με γούνινο παλτό, έσκυψε έξω κι έμεινε στο παράθυρο. Ο Κ τον χαιρέτησε, μα δεν είδε καμιά ανταπόκριση. Μπήκε μέσα αλλά ούτε στον προθάλαμο, ούτε στην μπυραρία συνάντησε κανένα. Η μυρωδιά της ξινισμένης μπύρας ήταν πιο ανυπόφορη από την άλλη φορά”

….

” Και οι τρεις κάθισαν σχεδόν σιωπηλοί σε ένα μικρό τραπέζι πίνοντας την μπίρα τους. Ο Κ ήταν στο μέσο, δεξιά κι αριστερά οι βοηθοί του. Ακόμα ένα τραπέζι ήταν πιασμένο με ντόπιους χωρικούς, όπως και χθες το βράδυ. “Είναι δύσκολο να κάνει κανείς κάτι μαζί σας” είπε ο Κ παρατηρώντας και συγκρίνοντας τα πρόσωπά τους . “Πως να σας ξεχωρίζω; Διαφέρετε μόνο κατά τα ονόματα, κατά τα άλλα είστε όμοιοι όπως”- σταμάτησε και μετά απρόθυμα συνέχισε- “είστε όμοιοι όπως ακριβώς δυο φίδια”. Οι δύο βοηθοί του χαμογέλασαν. “Πάντως οι άλλοι μας ξεχωρίζουν αρκετά καλά” είπαν για να δικαιολογηθούν. “Το πιστεύω” είπε ο Κ. “το διαπίστωσα με τα μάτια μου, αλλά εγώ βλέπω μόνο με τα δικά μου μάτια και με αυτά δεν μπορώ να σας ξεχωρίσω. Γι’αυτό θα σας χρησιμοποιώ σαν έναν άνθρωπο και θα σαν ονομάζω και τους δύο με το όνομα Αρθούρος, έτσι ονομάζεται ένας από σας. Εσύ;” ρώτησε ο Κ τον ένα. “Όχι” είπε εκείνος, “ο νομάζομαι Ιερεμίας”. “Είναι αδιάφορο” είπε ο Κ, “και τους δυο θα σας ονομάζω Αρθούρο. Αν στέλνω τον Αρθούρο να πάει κάπου, θα πηγαίνετε και οι δυο σας, αν αναθέτω κάποια εργασία στον Αρθούρο θα την κάνετε πάλι μαζί, αυτό φυσικά για μένα είναι μειονέκτημα, γιατί δεν θα μπορώ να χρησιμοποιώ τον καθένα για μια ιδιαίτερη δουλειά, αλλά έχει και ένα πλεονέκτημα, γιατί και οι δυο σας θα είστε υπεύθυνοι εξ ολοκλήρου για κάθε εντολή που θα παίρνετε. Το πως θα μοιράζετε την δουλειά μου είναι αδιάφορο. Μόνο μην τα φορτώνετε ο ένας στον άλλον. Για μένα είστε ένας άνθρωπος.”

Read Full Post »

IAN McEWAN : ΕΞΙΛΕΩΣΗ

Εκδόσεις : Νεφέλη

Μετάφραση : ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΠΕΛΟΣ

 

“Τα χρώματα έσβησαν από την φαντασία της, η αυτάρεσκη απόλαυση της κίνησης και της ισορροπίας υποχώρησε, το χέρι της πονούσε. Σιγά σιγά ξανάγινε ένα μοναχικό κορίτσι που θέριζε τσουκνίδες. Σε λίγο σταμάτησε , πέταξε τη βέργα και κοίταξε γύρω της.

Κάθε φορά που βυθιζόταν στη φαντασία της πλήρωνε το τίμημα τη στιγμή της επιστροφής. Τώρα ήταν λίγο πιο δύσκολο να ξανασυντονιστεί με το παρελθόν. Το όνειρό της, γεμάτο εύλογες λεπτομέρειες, φάνταζε ανόητο μόλις συναντούσε την σκληρή υλικότητα του πραγματικού. Ήταν δύσκολη αυτή η επιστροφή. Γύρνα πίσω, της ψιθύρισε η αδελφή της, όταν την ξυπνούσε από κάποιον εφιάλτη. Η Βριώνη έχασε την θεϊκή δύναμη της δημιουργίας, και η απώλεια αποκαλυπτόταν μόνο τη στιγμή της επιστροφής. Κομμάτι της γοητείας που έχει το όνειρο, είναι η φαντασίωση της αδυναμίας μπροστά στην λογική : αναγκασμένη από τους αντιπάλους της να ανταγωνιστεί στο υψηλότερρο επίπεδο, με τους καλύτερους του κόσμου, απόδεχόμενη την πρόκληση στο άθλημά της – την διάλυση των τσουκνίδων- ξεπερνούσε τα όριά της, όχι μόνο για να ικανοποιήσει το πλήθος που παραληρούσε, αλλά και για να είναι  η καλύτερη – και κυρίως μοναδική. Μα φυσικά όλα αυτά ήταν δικά της- από αυτήν γι’αυτήν- και τώρα ξαναγύρισε στον κόσμο. Όχι σ’αυτόν που έφτιαχνε όπως ήθελε, αλλά σε εκείνον που την έκανε ότι ήθελε. Ένιωσε να μικραίνει κάτω από τον βραδινό ουρανό. Είχε κουραστεί αλλά δεν ήταν ακόμη έτοιμη να γυρίσει στο σπίτι. Άραγε στη ζωή να υπάρχει μόνο το μέσα και το έξω; Δεν υπάρχει ένααλλού να πάει κανείς;”

(more…)

Read Full Post »

Scan_Pic0022_resize-500x500

 

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΩΝΙΑ : ΤΖΩΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ

Εκδόσεις : Ελεύθερος Τύπος

Μετάφραση : Νίκος Β Αλεξίου

 

Υποθέτω ότι δεν κατάφερα να αποδώσω αρκετά καλά τι σήμαιναν για μένα εκείνοι οι μήνες στην Ισπανία. Κατάγραψα μερικά από τα εξωτερικά γεγονότα  αλλά δεν μπορώ να καταγράψω τα συναισθήματα που μου είχαν αφήσει. Είναι όλα ανάμικτα με παραστάσεις , μυρωδιές και ήχους που δεν μπορούν να μεταφερθούν στο χαρτί. Η μυρωδιά των χαρακωμάτων, η ανατολή στα βουνά, που απλωνόταν σε απίθανες αποστάσεις, ο παγερός κρότος που έκαναν οι σφαίρες, ο βρόντος και η λάμψη από τις βόμβες. Το καθαρό, ψυχρό φως των πρωϊνων στην Βαρκελώνη. κι ο γδούπος από τις από τις αρβίλες στην αυλή των στρατώνων, τότε τον Δεκέμβρη που οι άνθρωποι πίστευαν ακόμα στην επανάσταση, κι οι ουρές για τα τρόφιμα, και οι μαυροκόκκινες αημαίες και τα πρόσωπα των Ισπανών πολιτοφυλάκων- πάνω απ’όλα τα πρόσωπα των πολιτοφυλάκων-άντρες που τους ήξερα στο μέτωπο και τώρα είναι σκορπισμένοι ένας Θεός ξέρει που, μερικοί σκοτωμένοι στις μάχες, μερικοί ανάπηροι, άλλοι στην φυλακή, οι πιότεροι, ελπίζω , ακόμα ασφαλείς και υγιείς.

Καλή τύχη σε όλους τους. Ελπίζω να κερδίσουν τον πόλεμό τους και να διώξουν όλους τους ξένους από την Ισπανία, Γερμανούς , Ρώσους και Ιταλούς. Αυτός ο πόλεμος στον οποίο έπαιξα ένα τόσο μικρό ρόλο, μου άφησε βασικά άσχημες αναμνήσεις, κι όμως δεν θα ήθελα να τον είχα χάσει. όταν έχεις αντικρύσει μια τέτοια καταστροφή σαν κι αυτή- όποια και να’ναι η έκβαση, ο Ισπανικός πόλεμος θ’αποδειχθεί πως είναι μια φοβερή καταστροφή, ξέχωρα από τις σφαγές και τις σωματικές κακουχίες, το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα η απογοήτευση και ο κυνισμός. Αρκετά παράδοξα, η όλη εμπειρία με άφησε με όχι λιγότερη αλλά με περισσότερη πίστη στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κι ελπίζω ότι η περιγραφή που έδωσα δεν είναι πολύ παραπλανητική. Πιστεύω ότι σε μία τέτοια υπόθεση κανείς δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, απόλυτα αντικειμενικός. Είναι δύσκολο να’σαι σίγουρος για οτιδήποτε, έξω απ’ότι είδες με τα μάτια σου και συνειδητά ή ασυνείδητα όλοι γράφουμε μεροληπτικά. Σε περίπτωση που δεν το έχω ξαναπεί προηγουμένως σ’αυτό το βιβλίο το λέω τώρα: προσέξτε την μεροληψία μου, τα λάθη αναφορικά με γεγονότα και την παραμόρφωση που προκαλείται μοιραία απο το γεγονός ότι είδα μόνο ένα κομμάτι απ’όσα συνέβησαν.”

“Η πάλη για την εξουσία ανάμεσα στα Ισπανικά Δημοκρατικά κόμματα είναι ένα δυσάρεστο μακρινό γεγονός, που δεν θέλω να το ξανασκαλίζω σήμερα. Το αναφέρω μόνο για να πω: μην πιστεύετε τίποτα ή σχεδόν τίποτα απ’όσα διαβάζετε γι’αυτά που έγιναν στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Είναι όλα, απ’όποιαδήποτε πηγή κι αν προέρχονται, κομματική προπαγάνδα- δηλαδή ψέματα. Η πλατειά αλήθεια γοια τον πόλεμο είναι αρκετά απλή. Η Ισπανική αστική τάξη είδε την ευκαιρία να συντρίψει το εργατικό κίνημα και την άρπαξε, με την βοήθεια των Ναζί και των αντιδραστικών δυνάμεων όλου του κόσμου.”

(more…)

Read Full Post »

Older Posts »