Feeds:
Posts
Comments

Archive for October, 2021

ΤΙΤΑΝΕ (2021)

Σκηνοθεσία : Ζουλιά Ντικουρνό

Πρωταγωνιστούν : Αγκάτ Ρουσέλ, Βενσάν Λεντόν, Γκαράνς Μαριγιέ

Η μικρή Αλεξιά θύμα σοβαρού τροχαίου δυστυχήματος θα πρέπει να ζήσει με μια πλάκα από τιτάνιο στο κεφάλι της. Η ενήλικη Αλεξιά κάνει σόου σε στριπ κλαμπ, λατρεύεται από το αντρικό φύλο, ικανοποιείται σεξουαλικά με…μηχανές και σκοτώνει για κάποιο ανεξήγητο λόγο.

Σας φαίνονται περίεργα όλα αυτά έτσι; Που να δείτε τη συνέχεια! Το κείμενο ευτυχώς για όσους το διαβάζουν κι ευτυχώς για μένα που το γράφω θα είναι μικρό γιατί δεν γίνεται να πλατιάσεις και να προσπαθήσεις να δώσεις στον αναγνώστη να καταλάβει περί τίνος πρόκειται αν δεν κάνεις αποκαλύψεις, και το μπλογκ αυτό δεν το κάνει ποτέ. Σαφέστατα εχθροί και φίλοι θα συμφωνήσουν ότι η Ντικουρνό έκανε μία πολύ τολμηρή ταινία. Ο κινηματογράφος της είναι σκληρός και συχνά άρρωστος, αλλά η σκληρότητα και η αρρώστια υπάρχουν γύρω μας. Η Ντικουρνό “ονειρεύεται” ή καλύτερα προβλέπει μια κοινωνία σκοτεινή και εχθρική, ενώ παράλληλα ακούμε στο μυαλό μας τα ουρλιαχτά των διαφορετικών ανθρώπων τους οποίους εμείς οι “φυσιολογικοί” συχνά στοχοποιούμε. Το φιλμ ξεκινά σαν ένα post-punk κόμικ που παίρνει σάρκα και οστά και φυσικά προειδοποιεί εξ αρχής, “δεν είναι για όλους και πολλοί από εσάς που είστε στην αίθουσα θα θελήσετε να φύγετε”.

Το ΤΙΤΑΝΕ χτυπάει ανελέητα το πολιτικώς ορθό σινεμά και τον καθωσπρεπισμό, θα μου πείτε είναι η μόνη ταινία που το κάνει; Και βέβαια όχι απλώς αυτό το είδος σινεμά σπανίζει, τουλάχιστον με το τρόπο που το κάνει η συγκεκριμένη δημιουργός. Πολλές σκηνές θα σοκάρουν με την ωμότητά τους και καταλαβαίνω απόλυτα όλους όσους δεν το αντέχουν, δεν μπορούν όλα να ικανοποιούν όλους, κανόνας. Το ΤΙΤΑΝΕ κάποιοι θα το θεωρήσουν ένα goth ανεξάρτητο διαμάντι και κάποιοι άλλοι έναν εφιάλτη ο οποίος βρήκε τη θέση του στη μεγάλη οθόνη. Η αλήθεια μάλιστα είναι πως κι εγώ βγήκα διχασμένος από την αίθουσα, τι είδα τελικά; Προς το παρόν καταλήγω ότι είδα ένα φιλμ από την σχολή εφιαλτών του Κρόνεμπεργκ αλλά νομίζω πως η Ντικουρνό προχωρά πολύ παρά πέρα. Υπάρχει το θρίλερ, υπάρχει ακόμα και η επιστημονική φαντασία και υπάρχει και το κόμικ αλλά σε άλλη μορφή, μη φανταστείτε τις χολλυγουντιανές ιστοριούλες.

Η μοναξιά, η περιθωριοποίηση, η απανθρωπιά, η βία, το μίσος μιας σύγχρονης ή αν θέλετε μιας πολύ κοντινής μελλοντικής κοινωνίας επιτίθοντε από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό. Η αναληθοφάνεια της ταινίας συχνά θα γίνει για κάποιους ενοχλητική αλλά προφανώς αυτός είναι και ο σκοπός της Ντικουρνό, και φυσικά κανείς δεν είναι υποχρεωμένος ούτε να συμφωνήσει και να δεχτεί αυτό το είδος σινεμά ούτε να εκτιμήσει τις όποιες προθέσεις της Γαλλίδας. Η Ντικουρνό δεν έκρυψε ποτέ της πόσο αγαπά τα σκληρά θρίλερ και τα δυστοπικά φιλμ, οπότε εσείς αποφασίζετε.

Από την άλλη το σινεμά της είναι τίμιο και ξεκάθαρο, δεν υπάρχει τίποτα δήθεν στο ΤΙΤΑΝΕ ή κάποια κρυμμένα νοήματα για τα οποία θα φταίει το κοινό που δεν τα κατάλαβε. Υπάρχει τρόμος, υπάρχει αγωνία, υπάρχει δημιουργική τρέλα, και κυρίως υπάρχει μια πρωταγωνίστρια η οποία τα έδωσε όλα στην κυριολεξία για να μπορέσει να υποδυθεί την Αλεξιά , η Αγκάτ Ρουσέλ είνα ανατριχιαστικά καλή κι ακόμα και όσοι μισήσουν την ταινία δεν μπορούν να μην υποκληθούν στην ερμηνεία της, εξαιρετικός βέβαια και ο Βενσάν Λεντόν τον οποίο είχα θαυμάσει στο σπουδαίο φιλμ Ο Νόμος Της Αγοράς.

Αν σώνει και καλά θα έπρεπε να βγάλω συμπέρασμα θα κατέληγα στο ότι το ΤΙΤΑΝΕ είναι μία ταινία που ή θα την μισήσεις ή θα την αγαπήσεις, ο γράφων ακόμα αναρωτιέται αλλά μάλλον θα καταλήξει στο δεύτερο.

Read Full Post »

Παράλληλες Μητέρες (Madres paralelas) -2021

Σκηνοθεσία : Πέδρο Αλμοδόβαρ

Πρωταγωνιστούν : Πενέλοπε Κρουζ, Μιλένα Σμιτ, Ρόσι Ντε Πάλμα, Αϊτάνα Σάντσεζ Χιχόν, Ντανιέλα Σαντιάγκο

Δύο ανύπαντρες μητέρες, η μία πετυχημένη φωτογράφος και η άλλη ένα κορίτσι που πληρώνει την “επιπολαιότητα” μιας βραδιάς. Βρίσκονται στο ίδιο μαιευτήριο και η φωτογράφος στηρίζει την μικρή η οποία αισθάνεται πιο μόνη από ποτέ, αυτή η συνάντηση θα αλλάξει για πάντα τη ζωή τους.

Δεν νομίζω να υπάρχει πιο φεμινιστής σκηνοθέτης αυτή την στιγμή από τον Αλμοδόβαρ, η λατρεία του για το γυναικείο φύλο φαίνεται σχεδόν σε κάθε πλάνο και σε κάθε γραμμή του σεναρίου. Δεν ξέρω επίσης αν υπάρχει σκηνοθέτης που την πιο απλή ιστορία η οποία κάλλιστα θα γινόταν δακρύβρεχτο μελό στα χέρια άλλων, την μετατρέπει σε ένα συγκλονιστικά ανθρώπινο φιλμ με φοβερό βάθος και προβληματισμό. Ασφαλώς η μοναχική μητρότητα δεν είναι απλό θέμα, ειδικά όταν πρόκειται για επιλογή της γυναίκας κόντρα σε όλους και σε όλα, αλλά ας μη γελιόμαστε θέλει τεράστια τέχνη ο χειρισμός του στη μεγάλη οθόνη. Για παράδειγμα η νεαρή Άννα στην αρχή δεν πολυθέλει το παιδί της, ο πατέρας της δεν θέλει την ίδια, ο πατέρας του παιδιού άφαντος και η δική της μητέρα βρίσκει την ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρό της που είναι η καριέρα στο θέατρο, δεν έχει χρόνο λοιπόν για κόρη και εγγόνι, μια νεαρή γυναίκα εντελώς μόνη καλείται να παίξει τον πιο σημαντικό ρόλο στη ζωή της, κι από ένα κάπως χαμένο παιδί που ήταν μέχρι πρόσφατα η ίδια πρέπει να μεγαλώσει το δικό της παιδί.

Από την άλλη η Τζάνις είναι μια γυναίκα πιο σίγουρη για τον εαυτό της πατά στα πόδια της και ξέρει τι θέλει, κοντά στα σαράντα η εγκυμοσύνη της παρουσιάζεται σαν θείο δώρο έστω κι αν ο πατέρας δεν αναγνωρίζει το παιδί γιατί έχει αμφιβολίες. Δύο διαφορετικοί χαρακτήρες που τους ενώνουν τα παιδιά τους. Παράλληλα η Τζάνις ψάχνει τις ρίζες της και την ταυτότητά της που είναι θαμμένες σε κάποιον κρυφό τάφο στο χωριό καταγωγής της και ξεκινούν από τον Ισπανικό Εμφύλιο. Παππούδες και προπαππούδες δολοφονήθηκαν από τους φασίστες, θάφτηκαν σε λάκκους και εξαφανίστηκαν αλλά η φωτογράφος έχει στοιχεία για το που μπορεί να είναι θαμμένοι και για την εκταφή ζητά την βοήθεια ενός ανθρωπολόγου. Η Τζάνις που αναζητά απελπισμένα αυτό το δέσιμο με το παρελθόν, για την ίδια αλλά και για την κορούλα της, η Τζάνις παιδί ανύπαντρης μητέρας, και η μητέρα της το ίδιο.

Η τρυφερότητα με την οποία πλησιάζει ο Αλμοδόβαρ τη συγκεκριμένη κατηγορία γυναικών είναι μάθημα κινηματογράφου ανθρωπιάς και θα το επαναλάβω δεν υπάρχει ίχνος μελό. Η γυναίκα σαν φίλη, σαν μητέρα, σαν ερωμένη, σαν αγωνίστρια, να το πω αλλιώς το φιλμ είναι ένας μικρός ύμνος! Παράλληλα λοιπόν υπάρχει η ανάγκη για ταυτότητα, για δικαιοσύνη, υπάρχει η ανάγκη δεσίματος με το παρελθόν, το τότε και το τώρα. Τι ξέρει άραγε η νέα γενιά για τον Εμφύλιο, τι ξέρει για τους ανώνυμους τάφους; Μπορεί να τα αφήσει όλα πίσω της; Μπορεί να ξεκόψει από την ίδια της την ιστορία; Το αίμα των παππούδων μας κυλάει ακόμα στις φλέβες μας και καθένας από μας είναι ένας φορέας ιστορίας θέλει δεν θέλει. Ο Αλμοδόβαρ φυσικά δεν λαϊκίζει όπως θα βιαστούν να συμπεράνουν οι άσχετοι από σινεμά και ιστορία, ο Αλμοδόβαρ πονάει, ο Αλμοδόβαρ ενοχλείται από την αδιαφορία, την πολιτική και την κοινωνική οπότε αποφασίζει να τρίψει στα μούτρα τόσο του καλλιτεχνικού όσο και του “μεταμοντέρνου πολιτικώς ορθού” κατεστημένου άλλο ένα κινηματογραφικό διαμάντι.

Ο δημιουργός επαναλαμβάνεται όμορφα, δίνει βάση στα έντονα χρώματα στα οποία βασίζονται μερικά υπέροχα πλάνα, εικαστικά παίζει στο γήπεδό του και κερδίζει, άλλη μία πανδαισία χρωμάτων και φωτός. Θα έλεγα ότι συχνά ο Αλμοδόβαρ μου φέρνει στο μυαλό μια ποπ αρτ του Αντυ Γουόρχολ στο πιο κινηματογραφικό, έχει άποψη για όλα, από τους εσωτερικούς χώρους μέχρι και τα ρούχα, σε κάνει με το ζόρι να παρατηρείς τέτοιες λεπτομέρειες. Όσο για τις ερμηνείες, υπέροχες όλες (όπως συνήθως) με πρώτη βέβαια την Πενέλοπε Κρουζ η οποία έχει ωριμάσει ερμηνευτικά εδώ και καιρό τόσο πολύ που σε ψήνει να δεις ταινία μόνο και μόνο επειδή παίζει εκείνη, όσο μικρόσωμη είναι τόσο πιο πολύ γεμίζει με την παρουσία της την οθόνη κι εδώ φυσικά υποδύεται έναν από τους ρόλους της ζωής της.

Πολύ καλό σενάριο με εξαιρετική δουλειά στο κτίσιμο των χαρακτήρων αλλά και στην εξέλιξή τους, ειδικά η Άννα που ξεκινά χαμένη και μπαίνει στο τούνελ της ωριμότητας, οι ανατροπές συγκινούν ενώ στο φινάλε ο θεατής διαβάζει κάτι από Εδουάρδο Γκαλεάνο και συνειδητοποιεί ακόμα και τότε πόσο σημαντική ταινία έχει δει.

Από τις σημαντικότερες ταινίες του Ισπανού κατά τη γνώμη μου και επίσης κατά τη γνώμη μου μία από τις καλύτερες της χρονιάς.

Καλή Διασκέδαση.

Read Full Post »

No Time To Die (2020)

Σκηνοθεσία : Κάρι Τζότζι Φουκουνάκα

Πρωταγωνιστούν : Ντάνιελ Κρεγκ, Ράμι Μαλέκ, Λέα Σεηντού, Ναόμι Χάρις, Άννα Ντε Άρμας, Ρέιφ Φάϊνς, Κριστόφ Βαλτζ.

Ο Τζέημς Μποντ έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση αλλά όταν ο παλιός του φίλος Φίλιξ Λάϊτερ ζητά την βοήθειά του προκειμένου να βρουν έναν επιστήμονα ο οποίος έχει απαχθεί και παράλληλα είναι ο δημιουργός του πιο ισχυρού βιολογικού όπλου στον κόσμο τότε ο Βρετανός πρώην πράκτορας αναλαμβάνει δράση και πάλι.

Έχουν γραφτεί πολλά κι έχουν ειπωθεί πολλά τόσο για το φιλμ όσο και για την μυθολογία του 007. Δε σκοπεύω να γράψω περισσότερα απλώς και μόνο ότι αυτό το ζήτημα περί μυθολογίας έπαψε να ισχύσει πάρα πολλά χρόνια τώρα. Ήταν μια κατασκευή η οποία δεν ξέρω τελικά που εξυπηρετούσε. Κάθε σινέ-Μποντ ήταν διαφορετικός και δεν προσπάθησε να μιμηθεί τον χαρακτήρα που είχε υποδυθεί ο προηγούμενος ηθοποιός και καθένας είχε τις δικαιολογίες του. Ο Ρότζερ Μουρ για παράδειγμα θεωρούσε τον Μποντ του Φλέμινγκ ξινό και χωρίς χιούμορ και ήθελε να τον αλλάξει πέρα για πέρα, και ως γνωστόν το πέτυχε. Ο Λέιζεμπι που διαδέχτηκε τον Κόννερυ βάση των βιβλίων ήταν ο πιο “Μπόντ” απ’όλους αλλά κράτησε μία ταινία,η οποία ήταν εξαιρετική. Ο Ντάλτον σπουδαίος ηθοποιός του θεάτρου προσπάθησε να δώσει μια πιο ανθρώπινη μορφή στον Μποντ η οποία τελικά δεν άρεσε και τόσο διότι οι απαιτήσεις του κοινού εκείνον τον καιρό ήταν διαφορετικές. Έρχεται ο Μπρόσναν ο οποίος ήταν κοντά στον Σον Κόννερυ αλλά είχε δηλώσει ευθαρσώς ότι ο ήρωας ήταν χάρτινος οπότε δεν μπορούμε να έχουμε απαιτήσεις για βάθος χαρακτήρα. Ο τελευταίος ο Ντάνιελ Κρεγκ έφερε στην οθόνη τον “Μποντ απ’την αρχή” κάτι σαν το Batman Begins και κέρδισε το στοίχημα πέρα για πέρα, ήταν ένας άλλος Μποντ κόντρα σε όλα.

Να λοιπόν που η εποχή Κρέγκ τελειώνει, και μετά τι; Έλα ντε. Όσο για την ταινία κατά κάποιο τρόπο είναι ένα ιδιόμορφο φλας μπακ ή αν θέλετε αφιέρωμα στα διάφορα στυλ Μποντ που πέρασαν από την οθόνη. Αναφορές στο Στην Υπηρεσία Της Αυτού Μεγαλειότητας με το τραγούδι της συγκεκριμένης ταινίας όπως και με την ατάκα “Έχουμε όλο το χρόνο του κόσμου”, αναφορά σε Σον Κόννερυ ή αν θέλετε και σε Μπρόσναν με το σκληρό χιουμοριστικό ύφος που έχει ο Κρεγκ κατά διαστήματα, αλλά και αναφορά στην Μουρ περίοδο με το μακελειό στην Κούβα όπου ο Μποντ “καθαρίζει” κόσμο με χαμόγελο και άνεση πετώντας την μία χιουμοριστική ατάκα μετά την άλλη εν τω μέσω σκηνών φοβερά κωμικής αναληθοφάνειας.

Μην ανησυχείτε όμως οι οπαδοί το Κρέγκ, η ταινία βγάζει και συγκίνηση και ανθρωπιά και την απαιτούμενη σοβαρότητα. όμως μιλάμε για ταινία Μποντ και φυσικά το βάρος ρίχνεται στην περιπέτεια. Ξεκινώντας από την αφήγηση λοιπόν o Φουκουνάκα έχει πολύ μεγαλύτερη εμπειρία στην τηλεόραση απ’ότι στον κινηματογράφο και καλείται να σκηνοθετήσει το μακροβιότερο franchise του σινεμά το οποίο είναι περιπετειώδες, δύσκολη αποστολή δηλαδή, ωστόσο στο μεγαλύτερο κομμάτι τα καταφέρνει περίφημα διότι αν σκεφτεί κανείς ότι 162 λεπτά περνούν νεράκι αυτό σημαίνει ότι σέβεται και το είδος που θέλει να υπηρετήσει αλλά και τον θεατή, αφηγηματικά λοιπόν η ταινία δεν κάνει την παραμικρή κοιλιά. Το πρόβλημα για μένα βρίσκεται στο σενάριο το οποίο περιέχει κάποια μέρη μάλλον δυσνόητα παρόλο που η ιστορία, όπως όλες οι Μποντ ιστορίες άλλωστε, είναι απλή. Κάπου εκεί λοιπόν εγώ εντόπισα ορισμένες τρύπες καθώς και κάποια ανεξήγητα “κόλπα”, προσωπικές απόψεις είναι αυτές. Όσον αφορά τις σκηνές δράσης στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι πολύ καλογυρισμένες αλλά κάποιες φανερώνουν την απειρία του σκηνοθέτη στο συγκεκριμένο κομμάτι, δηλαδή έκανα μοιραία τη σύγκριση με έναν Σαμ Μέντεζ στο Skyfall, τέλος πάντων ξαναγυρίζουμε στα συν κι αξίζει να υπογραμμιστεί ότι στο φιλμ δεν υπάρχει η παραμικρή αίσθηση x-box και κομπιούτερ σινεμά της φτήνιας που υπάρχει σε άλλες και μπράβο στην παραγωγή που έδειξε σεβασμό σε μας τις παλιοσειρές αλλά και στο ότι προσπάθησε να δείξει στις νεώτερες γενιές τι σημαίνει αληθινό σινεμά περιπέτειας με κανονικούς κασκαντέρ και αληθινές επικίνδυνες σκηνές.

Όσο για τις ερμηνείες θα ξεκινήσω με τον Κρεγκ ακριβώς επειδή ο ίδιος από την αρχή ως και το φινάλε της ταινίας φαίνεται συγκινημένος μιας και αποχαιρετά τον ήρωά του, δεν θα είναι λίγοι αυτοί που στο μέλλον μπορεί να ταυτίζουν τον Μποντ με τον Κρεγκ και υπεύθυνο για αυτή την ταύτιση θα είναι το συγκεκριμένο φιλμ. Το φιλμ έχει στόχο την συγκίνηση και εμείς οι παλαιότεροι θα συγκινηθούμε, ή αν προτιμάτε κάτι θα νιώσουμε στους τίτλους τέλους κι όχι μόνο ικανοποίηση για άλλη μια καλογυρισμένη περιπέτεια. όχι, το No Time To Die δεν είναι για μένα η καλύτερη ταινία της σειράς δεν είναι καν η καλύτερη ταινία της εποχής Κρεγκ ίσως όμως θα μας μείνει πιο πολύ απ’όλες λόγω της φύσης της και του σκοπού της. Το αντίο, δεν το λέει μόνο ο Κρεγκ το λέμε κι εμείς γιατί τελικά ο συγκεκριμένος ηθοποιός θα μας λείψει. Ο κακός της ιστορίας ο Ράμι Μάλεκ έχει τις καλές του στιγμές και τις αδιάφορες, ίσως η παρουσία του ίσως το σενάριο, δεν είμαι σίγουρος, ενώ ως απειλητική περσόνα τα πάει μια χαρά στις πιο πολλές σκηνές, υπάρχουν κάποιες άλλες που σου δίνεται η αίσθηση ότι βλέπεις άλλο χαρακτήρα. Η Λέα Σεηντού παρόλο που ξεκινά ελαφρώς ξενέρωτη, μετά εξελίσσεται μια πολύ πειστική Μαντλίν, οι υπόλοιποι δευτερορολίστες το διασκεδάζουν ως φαίνεται και κάνουν την δουλειά τους μια χαρά.

Με τα συν του και με τα πλην του λοιπόν ο τελευταίος 007 αλλά τα συν είναι σαφώς περισσότερα. Από τα πιο συναισθηματικά φινάλε εποχής που έχω παρακολουθήσει στην οθόνη τα τελευταία χρόνια.

Καλή Διασκέδαση

Read Full Post »