Feeds:
Posts
Comments

Archive for March, 2017

 

 

walkover

Ζήσαμε γραμμένοι πάνω σε αυτοκόλλητα ανακοινώσεων

καθισμένοι σε αμφιθέατρα αλλοτινών καιρών

κρατούσαμε μια άδεια βαλίτσα στο ένα χέρι

κι ένα ακίνδυνο σπαθί στο άλλο

κάναμε τσουλήθρα πάνω σε υποσχέσεις που μας έδωσε

μια γριά τσιγγάνα νύχτα.

Ζήσαμε τις Κυριακές του περιπλανώμενου

μέσα σε μισογκρεμισμένα σπίτια

σπίτια που είχαν προλάβει να τα στοιχειώσουν ασπρόμαυρα παραμύθια.

Ζήσαμε με τον κραδασμό του μολυβιού που ανταμώνει

το τρελό όραμα ενός λευκού χαρτιού.

Χαράξαμε τα σύνορά μας ένα πρωί στην Πατησίων

και στείλαμε την μοίρα μας στο διάολο

με ένα και μόνο ανεκδίηγητο ποίημα.

Ζήσαμε μέσα σε ηχηρές επιστροφές και σε σιωπηλές απώλειες,

δεχτήκαμε το “κατηγορώ” μιας πουτάνας ανελέητης επιτυχίας,

γίναμε φυσαλίδες που πέρασαν μέσα από το σπασμένο τζάμι

ενός παραθύρου κι αφού πρώτα έσκασαν πάνω σε έναν βρώμικο καθρέφτη

έγιναν άγνωστα σε μας πρόσωπα και τον έπλυναν με τα δάκρυά τους

….Ζήσαμε

 

*Η φωτογραφία είναι από την τανία WALKOVER (1965) σε σκηνοθεσία Γέρζι Σκολιμόφσκι

 

 

 

 

Advertisements

Read Full Post »

1264756524-b-fonesmarakes

Οι Φωνές Του Μαρρακές : Elias Canetti

Εκδόσεις : Libro

Μετάφραση : Νίκος Δήμου

Ο παραμυθάς με είχε προσέξει φυσικά, αλλά γι’αυτόν παρέμενα ένας ξένος στον μαγικό του κύκλο, επειδή δεν τον καταλάβαινα. Συχνά θα έδινα πολλά για να τους καταλάβω, και ελπίζω να έρθει μια μέρα που να μπορέσω να τιμήσω αυτούς τους πλανόδιους αφηγητές όπως τους αξίζει. Ήμουν όμως και ευχαριστημένος που δεν καταλάβαινα. Έμειναν για μένα μια νησίδα παλιάς και ανέγγιχτης ζωής. Η γλώσα τους, ήταν γι’αυτούς τόσο σημαντική, όσο για μένα η δική μου. Οι λέξεις ήταν η δική τους τροφή και δεν άφηναν κανένα να τους παρασύρει να την αλλάξουν με καλύτερη. Ήμουν περήφανος για τη δύναμη της αφήγησης που ασκούσαν πάνω στους ομόγλωσσούς τους. Μου φαίνονταν σαν αρχαιότεροι και καλύτεροι αδελφοί μου. Σε ευτυχισμένες στιγμές έλεγα μέσα μου : Και εγώ μπορώ να μαζέψω ανθρώπους γύρω μου και να τους αφηγηθώ. Και εμένα θα με άκουγαν. Αντί να γυρίζω από τόπο σε τόπο, μη γνωρίζοντας ποιόν θα βρώ, ποιανού τ’αυτιά θ’ανοιχτούν για μένα, αντί με απόλυτη εμπιστοσύνη να αναβιώνω το παραμύθι μου, τάχτηκα στο χαρτί. Προστατευμένος από από πόρτες και τραπέζια ζω τώρα, εγώ ένας δειλός ονειρευτής, ενώ αυτοί, στη δίνη της αγοράς, μέσα σε εκατοντάδες ξένα πρόσωπα, αλλάζοντας κάθε μέρα, χωρίς να’ναι φορτωμένοι με ψυχρή και περιττή γνώση, χωρίς βιβλία, φιλοδοξία και κούφια υπόληψη. Σπάνια ένιωσα άνετα, ανάμεσα στους ανθρώπους, που στις χώρες μας, ζουν αποό την λογοτεχνία. Τους περιφρονούσα, γιατί περιφρονούσα κάτι και σε μένα, πιστεύω πως αυτό το κάτι είναι το χαρτί. Εδώ βρήκα ξαφνικά, ποιητές που μπορούσα να τους θαυμάσω, γιατί ποτέ δεν υπήρξε μία λέξη τους που να διαβάζεται.

 

 

 

Read Full Post »