Feeds:
Posts
Comments

the-square-the-square-film-the-square-film-review-1

ΤΟ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ (THE SQUARE) – 2017

Σκηνοθεσία : Ρούμπεν Έστλουντ

Πρωταγωνιστούν : Κλάενς Μπανγκ, Ελίζαμπεθ Μος, Ντόμινικ Γουέστ

 

Ο Κρίστιαν είναι επιμελητής σε ένα μεγάλο μουσείο σύγχρονης τέχνης στην Στοκχόλμη, λίγο πριν την έναρξη μιας έκθεσης που έχει τίτλο Το Τετράγωνο βρίσκεται αντιμέτωπος με επαγγελματικά και προσωπικά προβλήματα που τον οδηγούν σε κρίση ταυτότητας.

Από τα πρώτα κιόλας πλάνα καταλαβαίνουμε ότι ο σκηνοθέτης σκοπεύει να “παίξει” σε τρία ταμπλό. Η κινηματογραφική του φιλοσοφία ακουμπά αυτή του 8 1/2 (Φεντερίκο Φελίνι) και αυτή των ταινιών του συμπατριώτη του Ρόϊ Άντερσον ( Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο Την Ύπαρξή Του) ενώ εικαστικά με κάποιες αποχρώσεις του κίτρινου, του μπεζ και του καφέ θυμίζει κάπως τον Φον Τρίερ στο φιλμ Το Στοιχείο Του Εγκλήματος. Βέβαια το σενάριο (γραμμένο από τον Έστλουντ) δεν αναφέρεται σε κάποιο κοντινό μέλλον αν και θα μπορούσε, αναφέρεται κυρίως σε ένα εφιαλτικό παρόν που το έχουν κυριεύσει, η υστερία, η απανθρωπιά, ένας αποκρουστικός καθωσπρεπισμός, και διάφορες τραγελαφικές ομάδες ανθρώπων που ασχολούνται με τη τέχνη, σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Αν ναι, είστε σε καλό δρόμο.

Η ταινία δεν αφήνει ανέγγιχτο ούτε τον μύθο της “Οργανωμένης Βορειοευρωπαϊκής Κοινωνίας – Πρότυπο”, για την ακρίβεια την ξεχαρβαλώνει και κανιβαλίζει το διαμελισμένο της πτώμα. Η κάμερα του Έστλουντ είναι σκέτο αλυσοπρίονο από το οποίο δε γλιτώνει κανένας. Και εδώ έρχεται η στιγμή που οφείλω να προειδοποιήσω, αν δεν σας αρέσουν οι κινηματογραφικές σάτιρες με το ψυχρό δολοφονικό βλέμμα μην πείτε στο κόπο να δείτε το φιλμ, θα κουραστείτε και θα θελήσετε να το εγκαταλείψετε μέσα σε ένα τέταρτο. Καλοντυμένα ρομποτάκια κυκλοφορούν με σχεδόν συγχρονισμένο βηματισμό για να πάνε στις, δουλειές τους, στα εστιατόρια, στις εκθέσεις και στα σπίτια τους. Λίγο πιο πέρα κάποιοι άστεγοι και κάποιοι ζητιάνοι που “χαλάνε” αυτή την όμορφη και γεμάτη αρμονία εικόνα , αρκεί βέβαια μια τόση δα αναποδιά και το καλά οργανωμένο και ασφαλές σύνολο να μετατραπεί σε μια πανικόβλητη ομάδα μυρμηγκιών που δέχεται επίθεση από παντού, τα ανέκφραστα και αυστηρά πρόσωπα ουρλιάζουν και ψάχνουν μέρος να κρυφτούν.

The-Square

Το φιλμ μας βομβαρδίζει με ερωτήματα στα οποία ίσως και να φοβόμαστε να απαντήσουμε. Μήπως αυτό που ονομάζουμε “σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία” είναι στη πραγματικότητα ένα είδος κοστουμαρισμένου στρατοπέδου που σαν σκοπό έχει μόνο την προσωπική επαγγελματική καταξίωση με κάθε κόστος; Μήπως φιλοδοξία και φιλοτομαρισμός χοροπηδούν πιασμένοι χέρι-χέρι; Μήπως η όποια αλληλεγγύη έχει γίνει συνώνυμο του λαϊκισμού και της αδυναμίας ή ακόμα χειρότερα του κοινωνικοπολιτικού πισωγυρίσματoς ;  Φυσικά ούτε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αποφεύγουν τα βέλη του σκηνοθέτη, αλλά Το Τετράγωνο στην ουσία δεν είναι ένα ανάθεμα στη τεχνολογία ή στην κοινωνική οργάνωση όπως μπορεί εσφαλμένα να υποθέσουν κάποιοι, είναι ένα δριμύτατο “κατηγορώ” σε έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να τα διαχειριστεί σωστά, τα αντιλαμβάνεται λάθος και συμπεριφέρεται σαν Χόμο Σάπιενς μόνο που αντί για ρόπαλα, και πέτρες, χρησιμοποιεί κάμερες, κινητά τηλέφωνα και υπολογιστές, τα άγρια ένστικτά του όμως δεν τα έχει δαμάσει ακόμα, η σκηνή στην τεράστια σάλα με τον ημίγυμνο που συμπεριφέρεται σαν χιμπατζής είναι προϊόν πανέξυπνης σύλληψης και λέει τα πάντα μέσα σε λίγα λεπτά.

Το Τετράγωνο επίσης αποτελεί ένα πρώτης τάξεως δοκίμιο γύρω από την σύγχρονη τέχνη. Τι είναι τελικά αυτό που ονομάζουμε “Σύγχρονη Τέχνη”; Γιατί στους πιο πολλούς από εμάς μοιάζει τόσο δυσνόητο; Φταίει η έλλειψη παιδείας μας; Φταίει το ότι πολλοί από τους μοντέρνους καλλιτέχνες μπορεί να είναι εντελώς ατάλαντα ανθρωπάκια γεμάτα συμπλέγματα τα οποία όμως χάρη σε ισχυρές γνωριμίες γίνονται γνωστά και προβάλλονται μέσα από καλοδουλεμένες καμπάνιες; Η απάντηση δεν είναι μία γι’αυτό και το φιλμ θα σε κάνει να σκέφτεσαι για αρκετό καιρό αφού πέσουν οι τίτλοι τέλους. Η αιχμηρότατη σάτιρα του Έστλουντ δε θα βγάλει γέλιο, το πολύ πολύ χαμόγελο, θα σε αρπάξει από το μαλλί και θα σε σύρει γύρω γύρω στην αίθουσα, οι συμβολισμοί θα σε χτυπήσουν κατακούτελα αλλά τουλάχιστον θα το κάνουν μέσα από εικόνες γνήσιας κινηματογραφικής μαγείας!

the-square-06

Η τέχνη κριτικάρει και συχνά “διαπομπεύει” την τέχνη, τι καλύτερο; Τον κινηματογράφο του Σουηδού τον έχουμε ανάγκη γιατί μοιάζει με δροσερό νερό στο κουρασμένο πρόσωπό μας. Το Τετράγωνο έχει φρεσκάδα, έχει φωνή, έχει μυαλό και έχει προτάσεις. Δεν είναι ανάγκη να συμφωνείς με τις όποιες απόψεις του δημιουργού της, δεν είναι αυτός ο σκοπός του, το ζήτημα είναι να σε κάνει να σκεφτείς κι αυτό το πετυχαίνει και με το παραπάνω. Οι όποιες υπερβολές (πετυχημένη σάτιρα χωρίς υπερβολές δεν υπάρχει, ας μην κοροϊδευόμαστε) αποτελούν δείγματα σύγχρονου ανατρεπτικού κινηματογράφου που δεν σκοπεύει όμως να δείξει ασέβεια στο παρελθόν. Ανέφερα παραπάνω τον Φελίνι, ο Ιταλός δάσκαλος δε θα μπορούσε να μην κάνει αισθητή την παρουσία του σε ένα τέτοιου είδους σινεμά, οι υπαρξιακές και καλλιτεχνικές κρίσης του Μαστρογιάνι στο 8 1/2 μοιάζουν με αυτές του Κρίστιαν, μόνο που ο τελευταίος δεν είναι δημιουργός για την ακρίβεια υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέται και ο ίδιος τι είναι τελικά.

Τέλος Το Τετράγωνο δεν είναι αυτό που λέμε “ταινία ερμηνειών”, ασφαλώς και ο Κλάενς Μπανγκ είναι ένας πολύ πειστικός Κρίστιαν ενώ και η Ελίζαμπεθ Μος θα αφήσει την σφραγίδα της στον μικρό ρόλο της Αν, αλλά στο τέλος θα κυριαρχήσουν τα εκπληκτικά πλάνα, η αριστοτεχνικά παγωμένη ατμόσφαιρα και η λογοτεχνική αφήγηση του σκηνοθέτη. Ο σουρεαλιστικός θίασος των “πολιτικώς ορθών” καθημερινών ανθρώπων, των “άδειων από αισθήματα και φαντασία” στελεχών επιχειρήσεων, των διαφημιστών με τη νοοτροπία “μηντιακών κατά συρροή δολοφόνων”, των καλλιτεχνών που βρίσκονται σε δημιουργικό αδιέξοδο, αλλά και των απελπισμένων που “δε χωράνε πουθενά” θα περάσει από μπροστά μας κάνοντας θόρυβο, σε μία γωνιά η αληθινή τέχνη θα γλύφει τις πληγές της και θα πνίγει το κλάμα της.

Τέλος να αναφέρουμε και την εκπληκτική φωτογραφία του Φρέντρικ Βένζελ (συνεργάτη του Έστλουντ στο επίσης πολύ καλό φιλμ Ανωτέρα Βία)

Advertisements

4ef0cc35-75be-4c59-8f12-ddf579be8fdd_6

Μια Μικρή Γερμανική Πόλη : Τζον Λε Καρέ

Εκδόσεις : Καστανιώτης

Μετάφραση : Ιλαείρα Διονυσοπούλου

“Ιδού τι γίνεται”, είπε απότομα ο Μπράντφιλντ “Γνωρίζουμε και οι δύο τι μπορεί να είναι ή και να ήταν ο Χάρτινγκ. Κύριος οίδε τι έχουν δει τα μάτια μας. Όσο μεγαλύτερη η προδοσία του τόσο μεγαλύτερο το ενδεχόμενο αδιέξοδο, τόσο μεγαλύτερο το πλήγμα στην εμπιστοσύνη των Γερμανών. Ας πάρουμε το χειρότερο ενδεχόμενο. Εάν ήταν δυνατό να αποδείξουμε- δε λέω ότι είναι, ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις, εάν ήταν λοιπόν δυνατόν να αποδείξουμε ότι χάρη στις δραστηριότητες του Χάρτινγκ,σε ετούτη την πρεσβεία τα πιο μύχια μυστικά μας προδόθηκαν στους Ρώσους στην πορεία πολλών ετών- μυστικά που ως ένα βαθμό τα μοιραζόμαστε με τους Γερμανούς- τότε αυτό το πλήγμα, όσο επουσιώδες και αν φαίνεται μακροπρόθεσμα,θα μπορούσε να κόψει το τελευταίο νήμα από το οποίο κρέμεται το κύρος μας εδώ. Περίμενε”. Καθόταν πολύ στητός στο γραφείο του, με μια έκφραση ελεγχόμενης δυσαρέσκειας ζωγραφισμένη στο όμορφο πρόσωπό του. “Άκουσέ με. Υπάρχει κάτι εδώ που δεν υφίσταται στην Αγγλία. Λέγεται Αντισοβιετική Συμμαχία. Οι Γερμανοί την έχουν περί πολλού κι εμείς την χλευάζουμε με προσωπικό μας κίνδυνο, εξακολουθεί να αποτελεί το εισιτήριό μας για τις Βρυξέλλες. Επί είκοσι και πλέον χρόνια είμαστε ντυμένοι με την αστραφτερή πανοπλία του υπερασπιστή. Μπορεί να χρεοκοπήσαμε , μπορεί να εκλιπαρούμε για δάνεια, συνάλλαγμα και εμπόριο, μπορεί περιστασιακά… να επαναπροσδιορίζουμε τις νατοϊκές μας δεσμεύσεις όταν ηχούν οι τουφεκιές, μπορεί και να κρυβόμαστε κάτω από τα σκεπάσματά μας οι ηγέτες μας μπορεί να είναι εξίσου ανάξιοι με τους δικούς τους”.

Τι ήταν εκείνο που διέκρινε ο Τέρνερ στη φωνή του Μπράντφιλντ τη στιγμή αυτή; Ντροπή; Μια αμείλικτη αίσθηση της προσωπικής του παρακμής; Μιλούσε σαν άρρωστος που δοκίμασε καθε είδους γιατρειά και σιχάθηκε τους γιατρούς. Στιγμιαία το χάσμα ανάμεσά τους έκλεισε και ο Τέρνερ άκουσε τη φωνή του να αντηχεί μέσα στην ομίχλη της Βόννης.

“Εντέλει για να το πούμε με απλά λόγια, αυτή είναι η μεγάλη ανείπωτη δύναμή μας: πως όταν οι βάρβαροι έρθουν από την Ανατολή, οι Γερμανοί θα μπορούν να βασιστούν στην υποστήριξή μας. Ο στρατός του Ρήνου θα συγκεντρωθεί εσπευσμένα στους λόφους του Κεντ και το βρετανικό αυτόνομο πυρηνικό φόβητρο θα τεθεί σε λειτουργία. Καταλαβαίνεις τώρα τι θα μπορούσε να σημαίνει ο Χάρτινγκ στα χέρια κάποιου σαν τον Κάρφελντ;”

Ο Τέρνερ είχε βγάλει από την εσωτερική του τσέπη το μαύρο σημειωματάριο. Καθώς το άνοιξε ακούστηκε ένα ηχηρό τρίξιμο. “Όχι. Δεν καταλαβαίνω. Όχι ακόμα. Δεν θέλεις να βρεθεί, τον θέλεις εξαφανισμένο. Εάν ήταν στο χέρι σου δεν θα με καλούσες εδώ”. Κούνησε το μεγάλο του κεφάλι με απρόθυμο θαυμασμό. “Λοιπόν σου αναγνωρίζω το εξής: κανείς δεν προσπάθησε να με διώξει από τόσο νωρίς. Χριστέ μου ούτε να καθίσω δεν πρόλαβα. Ούτε ολόκληρο το όνομά του δεν ξέρω. Εμείς στο Λονδίνο δεν τον είχαμε ακουστά , το ξέρεις; Ούτε καν πρόσβαση είχε, σύμφωνα με τα δικά μας αρχεία. Πουθενά. Μπορεί κάλλιστα να τον απήγαγαν. Μπορεί να τον πάτησε λεωφορείο, να το έσκασε με καμιά γκόμενα, με όλα αυτά που ξέρουμε. Όμως εσείς εδώ. Χριστέ μου! Κυριολεκτικά τα δώσατε όλα έτσι; Αυτός ο τύπος είναι όλοι μας οι κατάσκοποι μαζί σε συσκευασία ενός. Τι βούτηξε λοιπόν; Τι ξέρεις που δεν ξέρω;”

 

Ένας υπάλληλος της βρετανικής πρεσβείας στη Βόννη και σαρανταπέντε απόρρητοι φάκελοι εξαφανίζονται. Γερμανία τέλη της δεκαετίας του εξήντα, παλιοί μεχθρί και νυν σύμμαχοι, παλιού σύμμαχοι και νυν εχθροί, μυστικά, τρικλοποδιές στο σκοτάδι και κρυφοί μηχανισμοί που κινούν τα πάντα. Κανείς δεν γράφει μυθιστορήματα κατασκοπείας όπως ο Τζών Λε Καρέ.

7ff368da-b259-443e-a9bb-09fb44a8d276_5

ΟΙ ΤΥΦΛΟΙ : ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΤΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Έχεις ιδρώσει. Ανακαλύπτεις ότι τα πόδια σου τρέμουν και πάλι, και νιώθεις φόβο ότι το τρέμουλο στους μηρούς και στα γόνατά σου πρόκειται σύντομα να μονιμοποιηθεί, κάνοντάς σε να μοιάζεις με κάποιον παρκινσονικό παλιόγερο, έπειτα από νεύμα του Κονοβέση, εσύ, ο Λάκης κι ο Ζαραλίκος κατευθύνεστε με γοργά βήματα προς το άρμα που βρίσκεται παρκαρισμένο στα μισά του σταδίου, εκείνο με την επιγραφή “ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ”. Προσέχοντας να μη γριστρήσετε αφου τα τσαρούχια με τα καρφιά δεν είναι σχεδιασμένα για σκαρφάλωμα, δρασκελίζετε τα πέντε σκαλάκια της πλατφόρμας του άρματος, οι δυο πιάνοντας θέση στη δεξιά και την αριστερή πλευρά, κάτω από τις αψίδες τις στολισμένες με γαρύφαλα, κι εσύ στη κορυφή του, στο μικρό βάθρο με τη διπλή αψίδα των λουλουδιών, ακριβώς μπροστά από το χαρτονένιο ομοίωμα του Φοίνικα, του μυθολογικού πουλιού που αποτελεί το σήμα του καθεστώτος και βρίσκεται αποτυπωμένο παντού, στα κουτιά των σπίρτων, στα σχολικά βιβλία και τετράδια, στις μαθητικές ποδιές και στις εισόδους των δημόσιων υπηρεσιών, ένα απροσδιόριστο πλάσμα, αρρενωπό και ιθύφαλλο σύμβολο που ξεπετάγεται αναγεννημένο απ’τις στάχτες του ( και που για την πλειοψηφία του κόσμου είναι απλά “το πουλί της χούντας”), εσύ λοιπόν, μπροστά από τον Φοίνικα, ανοίγοντας τα πόδια σου σε στάση σχεδόν πλήρους διάστασης, με τρόπο που σε κάνει να μοιάζεις με ανθρώπινο Χ, και το δεξί σου χέρι σε ανάταση, χαιρετώντας υποτίθεται τα πλήθη των Ελλήνων μέσα από την σήραγγα των αιώνων απ’όπου έχεις βγει, αποκορύφωμα και ενσάρκωση του αθάνατου, ανίκητου Έλληνα πολεμιστή. Το άρμα ξεκινάει να κινείται αργά (οδηγουμενο από έναν κακόμοιρο φαντάρο των τεθωρακισμένων σε κάποια έγκατα, ο οποίος πιθανότατα θα ιδροκοπάει στο τιμόνι, αφου είναι ένα αφύσικα ζεστό βράδυ του Απρίλη), κάνοντας υπομονετικά το γύρο του στίβου, με τον Οικονομίδη να ωρύεται “μεθύστε με το αθάνατο κρασί του ’21!” και “ο ανθός της πατρίδας μας, οι εύζωνές μας”, ενώ εσύ νιώθεις τελειωτικά ηλίθιος, έτσι που στέκεσαι με τα πόδια ανοιχτά, λες κι ετοιμάζεσαι να γεννήσεις ή ακόμα και να χέσεις κάποιο ιστορικής μορφής σκατό σε μέγεθος μωρού παιδιού, κάτι που άλλωστε θα ήταν το πιο ταιριαστό επιστέγασμα και απτή κατάληξη όσων συμβαίνουν ολόγυρά σου. Ο ιδρώτας αυξάνεται. Η κόπιτσα στο γιακά της φέρμελης έχει στραβώσει και σου τρυπάει το λαιμό, αλλά δεν μπορείς να κάνεις την κίνηση να τον ανοίξεις , γιατί όλα τα μάτια στο στάδιο (και, το χειρότερο απ’όλα, του διοικητή σου και του Κονοβέση) είναι στυλωμένα πάνω σου, κι απ’ το μυαλό σου περνάει μια θάλασσα από λέξεις και φράσεις, ψυχικά σήματα των θεατών, σαν καυτές σταγόνες που απειλούν να σε πνίξουν, λες κι έχεις βρεθεί γυμνός μεσοπέλαγα, με τον τρόπο που που πάντα σε επηρεάζουν τα πλήθη, γι’αυτό και πολύ συχνά τα φοβάσαι, αφού απαιτείται να καταβάλεις μεγάλη προσπάθεια για να μονώσεις το μυαλό σου από τα άπειρα σήματα που δεν μπορείς παρά να τα λαμβάνεις, ξανά και ξανά και στο ρυθμό μιας ανελέητης βροχόπτωσης μέσω εκείνου του καταραμένου ραντάρ που κάποια άστοργη μοίρα έχει φυτέψει ανάμεσα στα μηνίγγια σου.

thumbnail_lady_bird_oscar_nom_gg_win_aw_gr

LADYBIRD (2017)

Σκηνοθεσία : Γκρέτα Γκέργουικ

Πρωταγωνιστούν: Σίρσα Ρόναν, Λόρι Μέτκλαφ, Τρέησι Λέτς, Μπίνι Φέλντστάϊν, Τιμοτέ Σαλαμέ, Λούκας Χέτζες.

Η Κριστίν θέλει να την φωνάζουν Ladybird, αυτό το όνομα έχει διαλέξει για τον εαυτό της, με αυτό συστήνεται, με αυτό κάνει αιτήσεις για κολέγια. Η Ladybird λοιπόν αφήνει πίσω τα δεκαεπτά και πρέπει να πάρει αποφάσεις. Το σίγουρο είναι πως θέλει να φύγει από την γενέτειρά της την οποία θεωρεί πολιτιστικά υπανάπτυκτη, πολιτικά συντηρητική, μια πόλη βάλτο για ένα νέο παιδί με όνειρα, ποια είναι όμως τα όνειρα της Ladybird;

Σκηνοθετικό ντεμπούτο για την Γκρέτα Γκέργουικ την οποία γνωρίσαμε σαν σεναριογράφο και ηθοποιό κυρίως από τα Frances Ha και Mistress America όπου είχε φροντίσει να μας δώσει να καταλάβουμε πως το είδος του σινεμά που θέλει να υπηρετήσει, για την ώρα τουλάχιστον, είναι το ανεξάρτητο. Οι ταινίες με θέμα την εφηβεία είναι δύσκολη αποστολή για έναν κινηματογραφιστή πόσο μάλλον για μια κάμερα που κάνει τα πρώτα της βήματα. Εδώ και αρκετά χρόνια προσπαθώ να μην επηρεάζομαι από υποψηφιότητες για όσκαρ, χρυσές σφαίρες, φοίνικες, άρκτους , βατόμουρα κλπ,κλπ πριν πάω να δω ή και πριν γράψω για μία ταινία, το ίδιο προσπάθησα να κάνω και τώρα.

lady-bird-beanie-feldstein-saoirse-ronan

Η κεντρική ηρωίδα είναι ένα κορίτσι που δεν είναι πολύ όμορφο, δεν είναι πολύ δημοφιλές στο σχολείο του, δεν έχει τους καλύτερους βαθμούς αλλά έχει τη δική του φωνή και φροντίζει να τη κάνει όσο πιο δυνατή γίνεται. Δε φοβάται τις συγκρούσεις, δε διστάζει να δείξει τόλμη ή ακόμα και θράσος προκειμένου να πει με τον τρόπο της “είμαι κι εγώ εδώ”. Η Ladybird θυμίζει θηλυκό  Άντουαν του “400 Χτυπήματα” (τι να κάνουμε αυτή η ταινία αποτελεί ευαγγέλιο για όποιον αποφασίσει να κάνει σοβαρό σινεμά γύρω από την εφηβεία), απλώς είναι λίγο μεγαλύτερη σε ηλικία και με διαφορετικά προβλήματα γιατί λίγο πριν τα δεκαοκτώ καλείσαι να βρεις ένα καλό κολέγιο που θα σου υποσχεθεί ένα “λαμπρό μέλλον”, καλείσαι να βρείς δουλειά γιατί πρέπει να πληρώνεις τις σπουδές σου και να ανακουφίσεις οικονομικά την οικογένειά σου, καλείσαι να πάρεις αποφάσεις ζωής όταν δε ξέρεις καλά καλά ποιός είσαι, και η Ladybird ψάχνει την ταυτότητά της κάνοντας την αρχή με την αλλαγή του ονόματός της.

Αυτό το κορίτσι δεν κρύβει μέσα του ένα αγρίμι που είναι κινηματογραφικά πιο πιασάρικο, δεν επισκέπτεται ψυχίατρο, δεν κλαίει στη μισή διάρκεια της ταινίας, δεν παίρνει ναρκωτικά για να το προσέξουν οι γονείς του λίγο παραπάνω και να το φλομώσουν στα darling και honey, ή στα we will always love you ώστε να συγκινηθεί και το mainstream κοινό και να πάμε όλοι χαρούμενοι στο σπίτι μας έχοντας παρακολουθήσει ένα πολιτικώς ορθό οικογενειακό φιλμ, η Γκέργουικ έχει αποφασίσει να δώσει τα χαστούκια της αλλά με προσοχή και συχνά με κωμική φιλοσοφία, γιατί πολύ απλά όταν γυρίσεις πίσω για να κοιτάξεις την εφηβεία σου θα βουρκώσεις αλλά και σίγουρα θα γελάσεις για κάποιες επιλογές σου. Όλη η ζωή, όχι μόνο η εφηβεία έχει χαρές και λύπες απλώς όσο είσαι έφηβος συχνά δε ξέρεις γιατί είσαι τόσο χαρούμενος ή γιατί είσαι τόσο απελπισμένος.

65b7409e-8be0-4dbd-b628-b503b2025943

Μέσα στη Ladybird βρίσκεται παγιδευμένο ένα πουλί που περιμένει να πετάξει, περιμένει κάποιος να ανοίξει τη πόρτα του κλουβιού, που δεν είναι άλλο από την πόλη που ζει. Το σενάριο, στο οποίο η Γκέργουικ έχει σαφώς μεγαλύτερη πείρα απ’ότι στη σκηνοθεσία, ρίχνει ματιές και σε μια κοινωνία που απαιτεί μεν αλλά δεν έχει και πολλά να δώσει δε, εταιρείες κλείνουν, άνθρωποι μένουν χωρίς δουλειά σε απαγορευτικές ηλικίες ενώ η εύρεση εργασίας δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, συχνά επικρατεί η άποψη “δουλειά έστω για ένα χαρτζιλίκι” ή αυτή του “καλύτερα στο τόπο σου”, μια κοινωνία που γίνεται ολοένα και πιο “καθωσπρέπει” για να αισθάνεται ασφαλής, από τι, ένας Θεός ξέρει. Το “πατρίς, θρησκεία, οικογένεια” δεν επικρατεί ακριβώς αλλά μοιάζει να μην είναι τελικά και τόσο άσχημος τρόπος ζωής, μόνο που η Ladybird δεν αντέχει το “όχι και τόσο άσχημο”, ψάχνει το συναρπαστικό, το σπουδαίο, δεν έχει αντίρρηση να πάει στην εκκλησία απλώς θέλει να έχει το δικαίωμα της αμφιβολίας.

Παρά την απειρία της στη σκηνοθεσία η Γκέργουικ  τα πάει αρκετά καλά, το φιλμ έχει ικανοποιητικότατο ρυθμό, δεν υπάρχει το παραμικρό κενό, εκμεταλλεύεται την ηρωίδα χωρίς να μετατρέπει την ταινία σε παράσταση για έναν ρόλο και σου αφήνει κι ένα αίσθημα φρεσκάδας. Το σενάριο έχει δημιουργήσει πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες οι οποίοι έστω κι αν έχουν λίγα λεπτά συμμετοχής καταφέρνουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, βέβαια αυτό δεν είναι μόνο θέμα ικανότητας γραφής αλλά και ερμηνειών. Η αρχή φυσικά από την Σίρσα Ρόναν της οποίας η έφηβη είναι από τις πιο πειστικές που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στη μεγάλη οθόνη, συχνά δίνει πραγματικό ρεσιτάλ, αλλά όπως προανέφερα έχει άξιους συμπαραστάτες τόσο την Λόρι Μέτκλαφ (μητέρα), τον Τρέησι Λετς (πατέρας) και την Μπίνι Φέλντστάϊν (η κολλητή της φίλη). Το Ladybird συγκινεί χωρίς υπερβολές και σε κάνει να γελάσεις επίσης χωρίς υπερβολές.

Δε θα μπω στη διαδικασία του αν αυτή η ταινία άξιζε υποψηφιότητες, αν άξιζε όσκαρ, ή αν άξιζε την τόση κουβέντα γύρω απ’αυτή, μένω στο ότι παρακολούθησα ένα φιλμ από εκείνα που μπορεί να μη με έριξαν στο καναβάτσο όμως με άγγιξαν και με πήγαν πίσω χωρίς μάλιστα να χρησιμοποιήσουν κανένα από τα γνωστά κλισέ. Απαλλαγείτε από κριτικές, διθυράμβους ή τυχόν θαψίματα και απολαύστε μία από τις πιο ζεστές και ταυτόχρονα πιο δροσερές ταινίες της χρονιάς που πέρασε, αυτό θα έκανε και η Ladybird!

 

2652291

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (THE SHAPE OF WATER) – 2017

Σκηνοθεσία : Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο

Πρωταγωνιστούν : Σάλλυ Χόκινς, Μάϊκλ Σάννον, Ρίτσαρντ Τζένκινς, Οκτάβια Σπένσερ 

Η Ελάιζα μια μουγκή κοπέλα εργάζεται ως καθαρίστρια σε ένα κυβερνητικό εργαστήριο στη Βαλτιμόρη. Μια μέρα ανακαλύπτει πως εκεί κρατείται φυλακισμένο ένα μυστηριώδες αμφίβιο πλάσμα με το οποίο αρχίζει να αναπτύσσει φιλικές σχέσεις.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, η ιδέα της ταινίας δεν είναι πρωτότυπη, όλα όσα θα παρακολουθήσουμε επί της οθόνης λίγο πολύ τα έχουμε ξαναδεί, από την άλλη όμως  πόσες πραγματικά φρέσκιες ιδέες έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στο αμερικανικό σινεμά; Ο Ντελ Τόρο τα γνωρίζει πολύ καλά όλα αυτά και είναι ξεκάθαρος από τα πρώτα λεπτά του φιλμ, ρίχνει το βάρος του στη σκηνοθεσία, στην αφηγηματική δύναμη, στον ρυθμό, στους συμβολισμούς, σε παραλληλισμούς του χθες με το σήμερα, αυτό που κάνει είναι μια πανέξυπνη διατριβή πάνω σε ταινίες που ως φαίνεται σημάδεψαν την παιδική του ηλικία και κάποια στιγμή θέλησε να “μιλήσει” γι’αυτές, σας θυμίζω ότι το έχει κάνει κατ’εξακολούθηση ο Ταραντίνο και θεωρήθηκε μάγκας γι’αυτό.

Για να γίνω ακόμα πιο σαφής από το ξεκίνημα της ταινίας όταν και βλέπουμε αυτές τις πανέμορφες υποβρύχιες εικόνες στις οποίες κυριαρχούν οι αποχρώσεις του γαλάζιου και του πράσινου ενώ παράλληλα ακούγεται και η καταπληκτική μουσική του Alexandre Desplat προετοιμαζόμαστε έτσι ώστε να έρθουμε αντιμέτωποι με ένα ιδιαίτερο παραμύθι. Καθώς γνωρίζουμε την Ελάιζα την ώρα που αναχωρεί από το σπίτι της για να πάει στη δουλειά της μας έρχονται στο νου οι σκηνοθετικές απόψεις του Ζαν Πιερ Ζενέ που είχαμε συναντήσει στην Amelie και στο Delicatessen, ενώ όταν μπαίνουμε μαζί της στο τεράστιο εργαστήριο μπαίνουν μαζί μας ο Στήβεν Σπίλμπεργκ και ο Ζακ Τατί.

2360521

Η ιστορία μας διαδραματίζεται στις ΗΠΑ των αρχών της δεκαετίας του 60 πράγμα που σημαίνει ότι επικρατεί η ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα και η Αντι-Σοβιετική υστερία, η χώρα έχει βγεί πιο ισχυρή ύστερα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έχει ξεκινήσει η οικονομική ανάπτυξη και η θρησκεία της υπερκατανάλωσης ενώ παράλληλα επικρατεί ρατσιστική βία και τα B-Movies με θέματα όπως αποκρουστικά πλάσματα και κακούς εξωγήινους γεμίζουν τις αίθουσες των κινηματογράφων. Ένα τέτοιο πλάσμα είναι αυτό που έχει αιχμαλωτιστεί στο εργαστήριο, ένα πλάσμα εκ πρώτης όψεως απειλητικό και τρομακτικό, ένα πλάσμα για το οποίο έχουν ξεκινήσει αγώνα δρόμου οι Αμερικάνοι με τους Σοβιετικούς.

Μη ξεγελαστείτε, δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος προπαγάνδας στη ταινία, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, ο Ντελ Τόρο αγαπά και στηρίζει τους “περιθωριακούς” του ήρωες, αυτοί και μόνο αυτοί είναι οι καλοί της υπόθεσης, οι κυβερνήσεις παρουσιάζονται ως αδίστακτοι και απάνθρωποι μηχανισμοί που δεν υπολογίζουν τίποτα. Και πάμε και στις ομοιότητες με άλλες ταινίες του παρελθόντος, κατ’αρχήν το πλάσμα είναι αντιγραφή εκείνου που συναντούσαμε στο θρυλικό B-Movie The Creature From The Black Lagoon του 1954, όμως τα πράγματα εδώ είναι διαφορετικά, το “τέρας” που κρατείται στο εργαστήριο έχει απαχθεί από το φυσικό του περιβάλλον όπου ζούσε αρμονικά με τους ιθαγενείς, πρόκειται για ένα πλάσμα τρομαγμένο που απλά αμύνεται γιατί θέλει να ξεφύγει και να επιστρέψει στο σπίτι του….ναι καλά το καταλάβατε οι πιο παλιοί, E.T…Hoooome! Υπάρχουν ομοιότητες και με τον Εξωγήινο του Σπίλμπεργκ μόνο που Η Μορφή Του Νερού είναι κάπως πιο ενήλικη ταινία. Το παιδικό κλίμα που υπήρχε στον E.T δε θα το βρούμε εδώ, αν ο Σπίλμπεργκ γύρισε μια σπουδαία ταινία για να ξανασυναντηθεί με το παιδί μέσα του, ο Ντελ Τόρο κάνει μια σινε-διατριβή πάνω στις ταινίες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας της εποχής του rock n roll και συμπεριφέρεται σαν ώριμος φοιτητής κινηματογραφικής σχολής.

23

Αξίζει βέβαια να σημειώσει ο θεατής και τις κοινωνικοπολιτικές συγκρίσεις του χθες με το σήμερα στις ΗΠΑ, ο ρατσισμός του τότε που μοιάζει να έχει ελάχιστες διαφορές με αυτόν της κυβέρνησης Τραμπ, ούτε οι μαύροι, ούτε οι ομοφυλόφιλοι, ούτε οι άνθρωποι με κάποιου είδους πρόβλημα αντιμετωπίζονται με καλό μάτι. Τόσο τότε όσο και τώρα ζούμε την εποχή της “όμορφης εικόνας προς τα έξω”, για να είσαι κάποιος πρέπει να δείχνεις αρεστός. Δεν υπάρχει χώρος για παράξενα πλάσματα, μουγκούς ή μοναχικούς φαλακρούς οι οποίοι μάλιστα χρειάζεται να φορέσουν περουκίνι για να γίνουν ευπαρουσίαστοι. Το πλάσμα και η Ελάϊζα δένονται γιατί στην ουσία βρίσκονται στην ίδια πλευρά του ποταμού, περιθωριακοί και οι δύο για διαφορετικούς  αλλά και για παρόμοιους λόγους, και οι δύο δεν μπορούν να επικοινωνήσουν εύκολα, και των δύο η εμφάνιση δεν είναι αποδεκτή, το πλάσμα δεν είναι άνθρωπος άρα απειλή, η Ελάϊζα δεν μπορεί να μιλήσει, δεν είναι πρότυπο ομορφιάς και είναι μια απλή καθαρίστρια, η απλή καθαρίστρια τότε όπως και τώρα στο λεξιλόγιο του Αμερικάνικου Ονείρου είναι συνώνυμο του “τίποτα”.

Ο Ντελ Τόρο με μεγάλη μαεστρία καταφέρνει να ενώσει όλους τους απόκληρους της ταινίας του και να τους κάνει να δηλώσουν παρόντες. Η Ελάϊζα, ο ομοφυλόφιλος μοναχικός γείτονάς της που αρχίζει να γερνά, η μαύρη κολλητή της φίλη που είναι επίσης καθαρίστρια, ένας Ρώσος επιστήμονας-κατάσκοπος και φυσικά το πλάσμα θα πολεμήσουν μόνοι τους κόντρα σε έναν “πολιτισμό” που ως φαίνεται δεν έχει τίποτα το ανθρώπινο μέσα του. Το παραμύθι του Ντελ Τόρο είναι ταυτόχρονα σκληρό και τρυφερό και δεν σε αφήνει να ησυχάσεις στιγμή. Μπορείς να βουτήξεις μέσα στη ψυχή των ηρώων ενώ ταυτόχρονα το σασπένς ανεβάζει συνεχώς τους παλμούς σου. Δεν είναι όμως μόνο η σκηνοθετική δεξιοτεχνία το δυνατό χαρτί της ταινίας, πολύ σημαντικό ρόλο στην εικαστική ομορφιά παίζει και η εξαιρετική φωτογραφία του Dan Laustsen (Πορφυρός Λόφος, Η Αδελφότητα Των Λύκων), ενώ οι ερμηνείες είναι η μία καλύτερη από την άλλη, όλοι καταφέρνουν να γίνουν πρωταγωνιστές με τον τρόπο τους και φυσικά χάρη στο πολύ καλοδουλεμένο σενάριο που όσο παραμυθένιο φαντάζει εκ πρώτης όψεως τόσο πιο βαθύ και ουσιαστικό γίνεται καθώς προχωρά η ταινία. Η φυσικότητα της Σάλλυ Χόκινς (Ελάϊζα), ο απίστευτα απειλητικός  Μάϊκλ Σάννον (Πράκτορας Στρίκλαντ), η σπιρτόζα πολυλογού με τη χρυσή καρδιά Οκτάβια Σπένσερ (η φίλη της Ελάϊζα), ο συχνά συγκινητικός Ρίτσαρντ Τζένκινς (ο ομοφυλόφιλος γείτονας) και ο Μάϊκλ Στούλμπαργκ (στο ρόλο του γεμάτου συμπόνια Σοβιετικού επιστήμονα)

Το φίλμ είναι υποψήφιο για 13 όσκαρ, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχω μάθει τίποτα σχετικά με τους νικητές αλλά έχω κουραστεί να επαναλαμβάνω πως έχουν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που τα χρυσά αγαλματάκια με απασχόλησαν σοβαρά.

Καλή Διασκέδαση

maxresdefault1

Μαζί ή Τίποτα (Aus Dem Nichts) – 2017

Σκηνοθεσία : Φατίχ Ακίν

Πρωταγωνιστούν : Νταϊάν Κρούγκερ, Ντένις Μοσκίτο, Γιοχάνες Κρις, Γιάννης Οικονομίδης

Η Κάτια χάνει τον σύζυγό και τον γιό της από βομβιστική επίθεση την οποία σύμφωνα με έρευνες της αστυνομίας είχαν σχεδιάσει νεοναζί.

Άλλη μια ταινία του Ακίν γύρω από τους μετανάστες; Όχι ακριβώς, ναι μεν ο σύζυγος της Κάτια είναι Κουρδικής καταγωγής και οι νεοναζί τον στοχοποιούν αλλά ο σκηνοθέτης αποφασίζει να “μιλήσει” για ένα πρόβλημα που βασανίζει εδώ και αρκετό καιρό όχι μόνο την Γερμανία αλλά την Ευρώπη ολόκληρη, το πρόβλημα της αναβίωσης του φασισμού. Το φιλμ αρχικά επικεντρώνεται στη μάχη κόντρα σε μια τραγική απώλεια της οποίας οι πληγές δεν πρόκειται να επουλωθούν ποτέ. Η Κάτια μέσα σε μία μέρα έχει βρεθεί από τον Παράδεισο στη Κόλαση και καταλαβαίνει πως δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από εκεί. Όλο αυτό το κομμάτι της ταινίας αποτελεί την ευκαιρία της Νταϊάν Κρούγκερ να δώσει μια συγκλονιστική και ανατριχιατική ερμηνεία. Ο τρόπος με τον οποίον ο Ακίν “αφήνει” την ηρωίδα του να καταρρεύσει και ταυτόχρονα να ξεκινήσει να κουβαλά στις πλάτες της τον σταυρό του μαρτυρίου μας θυμίζει πόσο ικανός κινηματογραφιστής είναι όσον αφορά τη ματιά μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, αν ο ίδιος δεν είσαι βαθιά ανθρώπινος δεν μπορείς να γυρίσεις τέτοιου είδους σκηνές.

Ο Ακίν δεν “σιδερώνει” και δεν “φροντίζει” το παραμικρό, η απώλεια των ανθρώπων που αγαπάς όσο τίποτα άλλο στο κόσμο δεν περνάει από λογοκρισία και δήθεν ακαδημαϊκούς κινηματογραφικούς κανόνες, δίνεται ωμά και πονάει, γιατί πρέπει να πονέσει. Η Κάτια χάνεται σε σκοτεινά δωμάτια, σπαράζει στο κλάμα, θέλει και η ίδια να πεθάνει, και χρησιμοποιεί ακόμα και ναρκωτικά σαν παυσίπονο και σαν αυτοτιμωρία ταυτόχρονα, αφού θεωρεί σχεδόν άδικο να ζει εκείνη όταν η οικογένειά της εχει χαθεί. Τι είναι αυτό που τελικά θα αποτελέσει το δεκανίκι της για να σταθεί πάλι όρθια; Η σύλληψη των δύο βασικών υπόπτων για την βομβιστική επίθεση οι οποίοι είναι νεοναζί. Από εκεί και πέρα η απώλεια περνάει σε δεύτερο ρόλο και το φιλμ αποκτά τον χαρακτήρα του δικαστικού- κοινωνικού δράματος. Τα σκοτεινά δωμάτια δίνουν τη θέση τους στην αίθουσα δικαστηρίου και τα πρησμένα από το κλάμα μάτια της Κάτια έχουν μετατραπεί σε δύο μαύρες τρύπες μίσους.

1

Η δικαιοσύνη πρέπει είναι ανεξάρτητη, καταδικάζει βάση στοιχείων, όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Μπορείς να στείλεις κάποιον στη φυλακή μόνο και μόνο γιατί είναι νεοναζί; Εδώ όμως υπάρχει η άλλη παράμετρος, η ίδια η ναζιστική ιδεολογία βασίζεται πάνω στο έγκλημα, η ιδεολογία αυτή έχει καταδικαστεί από την ίδια την ιστορία για όσα έχει κάνει. Οι νοσταλγοί του Χίτλερ είναι έτοιμοι να ξανακάνουν τα ίδια και δεν το κρύβουν. Η σύγχρονη δημοκρατία δίνει την ευκαιρία στον καθένα να εκφράσει τις αποψεις του μόνο που οι απόψεις των ναζί έχουν εκφραστεί ήδη όχι μόνο με λόγια  αλλά με έργα, ο Φατίχ Ακίν φαίνεται να ρωτάει, “ακόμα έχουμε απορίες για το τι σκοπεύουν να κάνουν αυτοί οι άνθρωποι;” . Κάποιος Ελληνας εκπρόσωπος της Χρυσής Αυγής (είπαμε ορισμένα πράγματα λέγονται με το όνομά τους) που καλείται σαν μάρτυρας υπεράσπισης των κατηγορουμένων υποστηρίζει- πολύ σωστά- ότι η Χρυσή Αυγή είναι ένα κόμμα που το έχει εκλέξει μέρος του Ελληνικού λαού.

Αυτό ακριβώς ανησυχεί όχι μόνο τον Φατίχ Ακίν αλλά κάθε άνθρωπο που δεν έχει κοντή μνήμη και έχει μελετήσει και λίγη ιστορία παραπάνω, οι ναζί δεν κερδίζουν έδαφος πια μόνο με τη βία αλλά και με τους ψήφους. Τι μπορεί να κάνει κάποιον να ψηφίσει αυτούς που αιματοκύλησαν την Ευρώπη; Η ίδια ήπειρος που υπέφερε για έξι χρόνια και υποτίθεται πως δημιούργησε μια Ένωση για ένα ειρηνικό και καλύτερο αύριο μοιάζει να κοιτάζει είτε αδιάφορη είτε ανύμπορη να παρέμβει. Ο Ακίν δεν προσπαθεί να χαριστεί, ο άντρας της Νταϊάν είχε φυλακιστεί για ναρκωτικά και αυτό αποτελεί το όπλο της υπεράσπισης των κατηγορουμένων. Η Γερμανία (εκεί που ζεί ο Ακίν) είναι μια χώρα η οποία πρώτη απ’όλες θα έπρεπε να έχει εμποδίσει την άνοδο του φασισμού, ο σκηνοθέτης συνεχώς ρωτά και συνεχώς σχολιάζει τόσο μέσα από την κάμερά του όσο και μέσα από τα μάτια της Κάτια και του δικηγόρου της.

Ο πόνος που γίνεται “κατηγορώ”, μίσος και δίψα για εκδίκηση. Τι πιο φυσιολογικό να θές να εκδικηθείς αυτούς που δολοφόνησαν την οικογένειά σου; Κι εδώ είναι το σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς λίγο παραπάνω, έχοντας διαβάσει διάφορες απόψεις για την ταινία παρατηρώ πως δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν πως ο σκηνοθέτης ευλογεί την εκδίκηση, διαφωνώ κάθετα. Όπως έγραψα παραπάνω, ο Ακίν σχολιάζει, θυμώνει και αναρωτιέται αλλά δεν προτείνει ούτε διδάσκει, παρουσιάζει μία πραγματικότητα, προσπαθεί να καταλάβει την Κάτια, κάντε το απλό και θαρραλέο πείραμα να φέρετε εσείς τον εαυτό σας στη θέση της, αυτό κάνει και εκείνος, αυτό πρέπει να κάνει! Έχουμε καταντήσει, γιατί περί κατάντιας πρόκειται, να κουβεντιάζουμε και να αναλύουμε χρόνια τώρα το αυτονόητο, η δημοκρατία οφείλει να προστατέψει η ίδια τον εαυτό της και να πολεμήσει για τη ζωή της, οι ευθύνες αυτής της δημοκρατίας που βιώνουμε για την άνοδο του ναζισμού είναι τεράστιες.

Ο σκηνοθέτης αφηγείται μια ιστορία και να την αφηγείται με νεύρο και ρυθμό, απλώς θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερη σε διάρκεια για να γίνει έστω και τώρα κατανοητό, έστω και μέσω του κινηματογράφου το μέγεθος του προβλήματος, αυτό για μένα είναι και το λάθος του Ακίν, μοιάζει κάπως βιαστικός και ίσως ο δικός του θυμός (δίκαιος το ξαναλέω) δεν τον αφήνει να έχει μια πιο ψύχραιμη κινηματογραφική ματιά. Το Μαζί ή Τίποτα απέχει ένα κλικ από το να είναι μια σπουδαία ταινία και καταλήγει να είναι καλή ακριβώς επειδή σε κάποιες στιγμές του ο σκηνοθέτης δίνει τη θέση του στον προβληματισμένο πολίτη, αν αυτοί οι δύο συνυπήρχαν αρμονικά για λίγο παραπάνω τα πράγματα θα ήταν σαφώς καλύτερα. Ωστόσο το φίλμ αξίζει το κόπο να το δει κανείς γι’αυτό το κοινωνικοπολιτικό ταρακούνημα που προκαλεί. Είναι υποχρεωσή μας να σταματήσουμε να σφυρίζουμε αδιάφορα και να αναπαυόμαστε στον βολικό ωχαδελφισμό μας, έχει έρθει η ώρα να διαβάζουμε, να σκεφτόμαστε, και μάλλον να ανησυχούμε περισσότερο.

 

Phantom-thread-poster

ΑΟΡΑΤΗ ΚΛΩΣΤΗ (Phantom Thread) – 2017

Σκηνοθεσία : Πωλ Τόμας Άντερσον

Πρωταγωνιστούν : Ντάνιελ Νταίη Λούις, Βίκυ Κριπς, Λέσλι Μάνβιλ

Λονδίνο δεκαετία του 50, εκείνος διάσημος σχεδιαστής μόδας με θρησκευτική προσύλωση στη ρουτίνα του, στις ιδιοτροπίες του, στις εμμονές του. Συχνά απόμακρος, αγενής, εργασιομανής και με την εικόνα της νεκρής μητέρας του να έχει σφραγίσει τη ζωή του. Εκείνη μιά απλή σερβιτόρα η οποία όμως διαθέτει έντονη προσωπικότητα. Γνωρίζονται, ερωτεύονται και η κοπέλα αποτελεί πια τη νέα μούσα του σχεδιαστή, πράγμα που όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι.

Ο Πωλ Τόμας Άντερσον ακόμα κι αν σταματούσε να κάνει ταινίες είχε γράψει το όνομα του με χρυσά γράμματα στο σύγχρονο κινηματογράφο χάρη στα αριστουργήματα Magnolia, There Will Be Blood και The Master. Επίσης σε όλες του τις ταινίες έχουμε να θυμόμαστε και ορισμένες από τις πιο καθηλωτικές ερμηνείες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια. Στην Αόρατη Κλωστή θυμίζει κάπως και τον ήρωά του τον σχεδιαστή Ρέϊνολντς, είναι κι αυτός αφιερωμένος στις εμμονές του και δεν σηκώνει κουβέντα, ποιές είναι αυτές οι εμμονές; Μα φυσικά ο φόρος τιμής που θέλει να αποτίει στους μεγάλους δασκάλους σκηνοθέτες που αγάπησε. Εδώ το γαλλικό ρομαντικό σινεμά του Τρυφφώ, συναντά το κλειστοφοβικό κλίμα του Μπέργκμαν και την απειλητική κάμερα του Λόουζι.

Η παρουσία της επίσης παράξενης αδελφής του Ρέϊνολντς (την οποία ερμηνεύει εξαιρετικά η Λέσλι Μάνβιλ), το φάντασμα της νεκρής μητέρας, οι ανασφάλειες του κεντρικού ήρωα και η νεαρή γεμάτη ζωή γυναίκα που συχνά αισθάνεται εγκλωβισμένη αλλά πολεμά με μοναδικό όπλο την αγάπη της φέρνουν στο μυαλό και την Ρεβέκκα του Χίτσκοκ αλλά όπως προαναφέραμε το σινεμά του Άντερσον μόνο Χιτσκοκικό δεν είναι. Δεν απορεί κανείς γιατί ο σκηνοθέτης ανέλαβε να γράψει και το σενάριο, μάλλον κανένας άλλος δε θα μπορούσε να δώσει πνοή και γραφή στην ιδέα που είχε στο μυαλό του αυτός ο μοναδικός δημιουργός. Τα περισσότερα πλάνα, λίγες εξαιρέσεις αποτελούν αυτά στην εξοχή, θυμίζουν μικρά κελιά, βλέπουμε το ζευγάρι σχεδόν στριμωγμένο κι αυτό γιατί πολύ απλά είναι στριμωγμένο, μέσα σε φόβους, ερωτήματα, τριβές, ρουτίνα. Ακόμα και οι μεγάλοι χώροι γεμάτοι με κόσμο “συμπιέζονται” από την κάμερα του Άντερσον και μετατρέπονται σε ασφυκτικό κλοιό. Το φως εναλλάσσεται με το σκοτάδι, κάθε φορά που ο Ρέϊνολντς και η Άλμα ζουν στιγμές ευτυχίας, η εικόνα θυμίζει ένα όμορφο ξημέρωμα, ενώ κάθε φορά που ο Ρέϊνολντς μετατρέπεται στον απρόβλεπτο, δεσποτικό και απρόσιτο σύζυγο ο φωτισμός θυμίζει συννεφιασμένο δειλινό.

phantom-thread1

Όλα τα παραπάνω λύνουν την επόμενη απορία, γιατί δηλαδή ο Άντερσον ανέλαβε ακόμα και τη φωτογραφία, έπρεπε να γίνει κι αυτός τόσο παράξενος όσο ο σχεδιαστής του, να τα έχει όλα υπό τον έλεγχό του χωρίς να ανακατεύεται κανένας άλλος. Η θεωρία του “πλασμένοι ο ένας για τον άλλον” εξελίσσεται υπέροχα όσο προχωράει η ταινία και μαζί της εξελίσσονται και οι χαρακτήρες. Ο Ρέϊνολντς θα αισθανθεί για πρώτη φορά στη ζωή του να “απειλείται” από μια θηλυκή παρουσία πέρα από αυτή της μητέρας του, γνωρίζει απότομα πως συχνά ο έρωτας μετατρέπεται σε ένα είδος μάχης. Κάθε εμμονή που αναγκάζεται να αφήσει είναι και ένα είδος ήττας και με την ήττα κανείς δεν χαίρεται, η αγάπη και η αφοσίωση συχνά τον τρομάζουν, τον τρομάζει δε ακόμα περισσότερο το ότι κι εκείνος μπορεί να αγαπήσει τόσο που να αναγκαστεί να υποχωρήσει από εδάφη που μέχρι χθες ήταν για όλους τους άλλους απάτητα. Η δε Άλμα, αρχικά αθώα, ειλικρινής αλλά ξεκάθαρη δίνει τον δικό της αγώνα γιατί από την αρχή έχει πιστέψει στην αγάπη.

Η σκηνή με τους δύο ήρωες μέσα στο διθέσιο αμάξι του Ρέϊνολντς να διασχίζουν νύχτα ένα δρόμο ανάμεσα στα δέντρα είναι εκπληκτική, ο θεατής νομίζει πως έχει να κάνει με ένα πρόσωπο, μάλλον γιατί εκείνη τη στιγμή οι δυό τους είναι όντως ένα πρόσωπο. Πόσα παραπάνω μπορεί κανείς να γράψει κανείς γι’αυτή την σκηνοθετική ιδιοφυία; Φτάνοντας στις ερμηνείες στεκόμαστε αρχικά στο ότι ο Ντάνιελ Νταίη Λούις και η Βίκυ Κρίπς αποτελούν ένα ερωτικό ζευγάρι που μαγεύει, ανατρέπει, συγκινεί. Η χημεία μεταξύ τους απόλυτα πετυχημένη, οι Μπεργκμανικές τους συζητήσεις ανατριχιάζουν και μερικές φορές τα λόγια που βγαίνουν από το στόμα τους θυμίζουν κόμπρα έτοιμη να επιτεθεί. Ο Ντάνιελ Νταίη Λούις δε θέλει άλλες συστάσεις, ο Ρέϊνολντς έχει χαραχτεί ήδη στη μνήμη μας όπως οι περισσότεροι από τους ήρωες που έχει υποδυθεί, δε ξέρω αν όντως σταματήσει να κάνει σινεμά αλλά αν συμβεί αυτό ο κινηματογράφος θα έχει δεχτεί ένα πολύ άσχημο χτύπημα, ίσως ο κορυφαίος ηθοποιός της γενιάς του. Καταπληκτική ερμηνεία και από την Κριπς της οποίας η φαινομενικά συνεσταλμένη αλλά κατά βάθος θαρραλέα και μαχητική Άλμα μπαίνει στη λίστα με τις πιο γοητευτικές ηρωίδες που έχουμε δει στο σύγχρονο σινεμά.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Ρέϊνολντς σκιτσάρει και ράβει αλλά και ο τρόπος με τον οποίο η Άλμα γίνεται έμπνευση ενώ παράλληλα ξέρει να αντιμιλά και να διεκδικεί γεμίζουν τη ταινία με μια παράξενη ερωτική αδρεναλίνη, η δουλειά και η δημιουργία είναι έρωτας για τον σχεδιαστή, και ξαφνικά δίνει χώρο στον άλλον έρωτα αυτόν που πολεμάει ανελέητα. Μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, κατά την γνώμη μου πάντα, μουσικά υπογεγραμμένη από τον Jonny Greenwood που όπως και ο σκηνοθέτης έχει κι αυτός τις δικές του εμμονές με τους δασκάλους μουσικοσυνθέτες που μεγαλούργησαν στον κινηματογράφο.

Καλή Διασκέδαση