Feeds:
Posts
Comments

share

 

Café Society (2016)

Σκηνοθεσία : Γούντυ Άλλεν

Πρωταγωνιστούν : Τζέσσυ Άϊζενμπεργκ, Κρίστεν Στιούαρτ, Στηβ Καρέλλ, Τζίνυ Μπερλίν

Ο νεαρός Μπόμπυ αφήνει τη γενέτειρα του τη Ν.Υόρκη για να να συναντήσει τον πετυχημένο ατζέντη θείο του και να κυνηγήσει το όνειρό του στο λαμπερό Χόλλυγουντ της δεκαετίας του 30. Αρχικά ξεκινά να κάνει το παιδί για όλες τις δουλειές αλλά τα πράγματα θα γίνουν περίπλοκα όταν θα ερωτευτεί την Βόνι, τη γραμματέα του θείου του.

Ξανά κάποιες εμμονές του Γούντυ Άλλεν; Σίγουρα, ο νεαρός πρέπει να είναι συνεσταλμένος, Εβραίος, να μην έχει κατασταλάξει στο τι ακριβώς θέλει από τη ζωή, ενώ η ηρωϊδα πρέπει να είναι μπερδεμένη, ερωτικά ανασφαλής με διλήμματα. Λειτουργούν εις βάρος της ταινίας; Καθόλου, αφού δεν έχουμε τον πρωταγωνιστή ο οποίος κατά βάθος έχει συγγραφικό ταλέντο, ούτε την πρωταγωνίστρια που πρέπει να παίρνει κάποιο χαπάκι για να καταπολεμήσει την αϋπνία ή τις ημικρανίες της.

Όπως και στον ΝΕΥΡΙΚΟ ΕΡΑΣΤΗ ο Γούντυ Άλλεν παίζει ανάμεσα σε δύο πόλεις και σε δύο διαφορετικές κουλτούρες και φιλοσοφίες ζωής, Νέα Υόρκη και Χόλλυγουντ (στο Νεύρικο Εραστή είχαμε να κάνουμε με το Λος Άντζελες αλλά στην ουσία η αναφορά ήταν γύρω από τη βιομηχανία θεάματος και εκεί).Εδώ όμως οι Νεοϋορκέζοι δεν είναι νευρωτικοί και παγιδευμένοι στο σύγχρονο τρόπο ζωής, δεν πέφτουν “θύματα” του παλιού καλού δηλητηριώδους χιούμορ του Γούντυ. Επίσης δεν έχουμε την εικόνα “αρρωστημένων νάρκισσων” σταρ που φέρονται άθλια στους γύρω τους και παίζουν πινγκ-πονγκ με τους δαίμονές τους. Η σατιρική ματιά του σκηνοθέτη πάνω στο Χόλλυγουντ εκείνης της εποχής δεν είναι διεισδυτική, το χιούμορ είναι μάλλον “ακίνδυνο” ενώ τα πισωμαχαιρώματα και οι λυκοφιλίες προσπερνούνται συνειδητά. Ο Γούντυ Άλλεν θέλησε να κάνει μια ερωτική κομεντί και να δώσει μεγάλο βάρος σε δύο τομείς, στα χρώματα και στη φωτογραφία. Στο δεύτερο κομμάτι βέβαια είχαμε δει θαύματα στο παρελθόν, ποιός μπορεί να ξεχάσει το Μανχάτταν ή το Μεσάνυχτα Στο Παρίσι; Αλλά εδώ η μαγεία έχει λάμψη ενώ τα έντονα χρώματα αιχμαλωτίζουν, ακόμα και οι “τρύπες” ή τα “καταγώγια”, όπως ονομάζουν οι δύο κεντρικοί ήρωες τα στέκια τους- έχουν έντονο χρώμα και φως! Θυμηθείτε το φωτισμό και τα χρώματα που είχαν τα τζαζ κλαμπς στο Bird του Clint Eastwood και κάντε τη σύγκριση με τα μικρά κλαμπ του Cafe Society.

Η ταινία δεν βγάζει νοσταλγία και δεν είναι αγιογραφία μιας εποχής, βγάζει όμως ξενοιασιά, ανεμελιά, διάθεση για όνειρο και έρωτα. Η απεικόνιση του σκηνοθέτη μοιάζει αρκετά με αυτή της πέννας του Σκοτ Φιτζτζέραλντ (έτσι προφέρεται κανονικά), ο πόλεμος ήταν ακόμα μακρυά, ο κόσμος ήταν αισιόδοξος και το Χολλυγουντιανό σινεμά ξεκινούσε τη λαμπρή πορεία του. Υπεύθυνος γι’αυτή την εξαιρετική φωτογραφία ο Βιττόριο Στοράρο ο οποίος μας έχει καταπλήξει με τη δουλειά του στα ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ, Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΝΓΚΟ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ και ΝΤΙΚ ΤΡΕΪΣΥ.Το δεύτερο κομμάτι, αυτό των χρωμάτων, φέρνει στη μνήμη την εικαστική φιλοσοφία ταινιών της έγχρωμης περιόδου του Λουκίνο Βισκόντι. Αυτή τη φορά ο δημιουργός δεν τσιγκουνεύεται ούτε σε κομπάρσους αφού έχει πάρα πολλά χρόνια να χρησιμοποιήσει τόσους πολλούς αλλά ούτε και σε σκηνικά-κοστούμια.Η αναπαράσταση της εποχής δεν έχει το παραμικρό ίχνος προχειρότητας.

Στη συγκεκριμένη ταινία το γνωστό Γουντυαλλενικό σινεμά κάνει τις παρακάμψεις του- και κατά τη γνώμη μου καλώς έπραξε- γιατί ναι μεν στα 81 του ο σκηνοθέτης είναι μάλλον δύσκολο να μας αφήσει άφωνους αλλά μπορεί να μας κάνει να συζητάμε γι’αυτόν χωρίς κατ’ανάγκη να χρησιμοποιεί “πετυχημένες” συνταγές. Π.χ η Εβραϊκή οικογένεια στο Café Society θα εισπράξει τη σάτιρα της (είπαμε οι εμμονές δεν λείπουν) αλλά δεν έχουμε να κάνουμε με χαρακτήρες καρικατούρες που θα μας λιώσουν στο γέλιο, έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους καθημερινούς που βγάζουν…χαμόγελο! Οι σκηνές με τους γκάνγκστερς θυμίζουν λίγο Σκορσεζικό κινηματογράφο αλλά στην ουσία είναι κλείσιμο ματιού παρά αντιγραφή.

Σκηνοθετικά ο άνθρωπός μας τα πάει περίφημα, ο ρυθμός τρέχει και η αφήγηση κρατάει το ενδιαφέρον, όσο  για τις ερμηνείες, η μερίδα του λέοντος ανήκει στους δεύτερους ρόλους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι απολαυστικοί.Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι δε μας τα λέει πολύ καλά-αν και η Στιούαρτ έχει τις στιγμές της, ο Άϊζενμπεργκ  ενώ δεν προσπαθεί να μιμηθεί τον νεώτερο Γούντυ Άλλεν υπάρχουν στιγμές που νομίζεις ότι τον πνίγει η γραβάτα ή τον στενεύουν τα παπούτσια.Το σενάριο καλογραμμένο δεν το παρακάνει αλλά και δεν εισχωρεί και σε μεγάλα βάθη.

Συνοψίζοντας καταλήγω στο ότι το Café Society είναι ίσως η καλύτερη ταινία του Γούντυ Άλλεν από το Μεσάνυχτα Στο Παρίσι και μετά (έστω δίπλα στο Από Τη Ρώμη Με Αγάπη) κι αυτό γιατί είναι ένα φιλμ που το κλισέ “βλέπεται ευχάριστα” του ταιριάζει απόλυτα.

Καλή Διασκέδαση

99e8d288-edf1-4d58-b774-55e61383d240_3

ANTONIO TABBUCHI : ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ

Εκδόσεις : Άγρα

Μετάφραση : Ανταίος Χρυσοστομίδης

 

Μπορεί και να συμβεί στη ζωή, να κοιμηθείς στο ξενοδοχείο Ζουάρι. Στην αρχή μπορεί να φανεί μία όχι ιδιαιτέρως τυχερή στιγμή της ζωής σου αλλά στην ανάμνηση, όπως πάντα στις αναμνήσεις, απογυμνωμένη από τις άμεσες φυσικές αισθήσεις, από τις μυρωδιές, από το χρώμα, από τη θέαση εκείνου του μικρού ζωύφιου κάτω από τον νιπτήρα, η περίσταση αποκτάει μια αοριστία που καλυτερεύει την εικόνα. Η πραγματικότητα όταν γίνεται παρελθόν, φαίνεται πάντα λιγότερο κακή από εκείνο που υπήρξε : η μνήμη είναι μια καταπληκτική πλαστογράφος. Ακόμα και χωρίς τη θέλησή μας, αναμειγνύουμε διαφορετικά στοιχεία. Η φαντασία μας είναι ήδη γεμάτη από τέτοια ξενοδοχεία. Τα έχουμε βρει στα βιβλία του Κόνραντ ή του Μωμ, σε κάποιες αμερικανικές ταινίες εμπνευσμένες από μυθιστορήματα του Κίπλινγκ ή του Μπρόμφηλντ, γι’αυτό μας φαίνονται σχεδόν οικεία.

Στο ξενοδοχείο Ζουάρι έφτασα αργά την νύχτα. Ήταν μια αναγκαστική επιλογή όπως συμβαίνει συχνά στην Ινδία. Η Βάσκο Ντα Γκάμα είναι μια μικρή πόλη του κράτους της Γκόα, εξαιρετικά άσκημη, σκοτεινή, με αγελάδες που τριγυρνούν στους δρόμους, φτωχούς ανθρώπους ντυμένους με δυτικότατα ρούχα, κληρονομιά της Πορτογαλικής κυριαρχίας και επομένως με όλο τον αέρα μιας χωρίς μυστήριο μιζέριας. Οι ζητιάνοι είναι πάμπολλοι, αλλά εδώ δεν υπάρχουν ναοί ή ιεροί τόποι, κι αυτοί οι ζητιάνοι δεν ικετεύουν στο όνομα του Βισνού και δεν σε προμηθεύουν μ’ευλογίες και θρησκευτικά κλισέ : Είναι σιωπηλοί και σαστισμένοι σαν νεκροί.

Ένα βιβλίο που θυμίζει road movie αλλά σε κλειστούς χώρους (π.χ ξενοδοχεία και νοσοκομεία). Κουβέντες με παράξενους τύπους, φιλοσοφικές και θρησκευτικές τοποθετήσεις και όλα αυτά κατά τη διάρκεια μιας αναζήτησης ενός ανθρώπου που μοιάζει χαμένος στο παρελθόν. Ο Ταμπούκι είναι πολυβραβευμένος, θεωρείται ένα σημαντικότατο κεφάλαιο για τη σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία, έργα του έχουν διασκευαστεί για τον κινηματογράφο ενώ παράλληλα επιμελήθηκε και την έκδοση στα ιταλικά των βιβλίων του Φερνάντο Πεσόα.

thumbnail

 

ΒΑΣΙΛΗΣ Ι. ΤΖΑΝΑΚΑΡΗΣ : ΟΙ ΛΗΣΤΑΡΧΟΙ

Εκδόσεις : Μεταίχμιο

Τον Οκτώβριο του 1922 οι Γιαγάδες με εκατόν είκοσι εθελοντές θα προσπαθήσουν και πάλι να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την Σάμο, κηρύσσοντάς της ανεξάτητη δημοκρατία υπό την προστασία της Κοινωνίας Των Εθνών! Και για μιά φορά ακόμα θα διωχθούν για να καταφύγουν στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, αρχικά στην Πάτμο. Μόνο,ο Γιάννης  θα επιστρέψει τελικά στην Σάμο μετά την αμνηστία που έδωσε ο Πλαστήρας, ενώ ο επικυρηγμένος Κώστας και ο καταδιωκόμενος με δικαστικό Βούλευμα Πήττας θα παραμείνουν στη  Πάτμο.

Το 1923 ο Γιάννης Γιαγάς θα ξαναφύγει από την Σάμο για να εγκατασταθεί στα νησάκια Αρκιούς όπου παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα ενώ ο Κώστας που είχε δικό του ιστιοφόρο- δώρο ενός φίλου του- με μόνη του συντροφιά ένα σκύλο έκανε δρομολόγια ανάμεσα στη Πάτμο και την Κω.

Και τότε οι Γιαγάδες θα συναντηθούν ξανά και θα αποφασίσουν για καινούργιες ταραχές στην Σάμο. Αναφερόμενος σχετικά στα απομνημονεύματά του ο Γιάννης Γιαγάς παραείναι ρεαλιστής:

“Είπα προηγουμένως ότι το μίσος εναντίον των διωκτών μας όλο και μεγάλωνε. Και το μίσος είναι κακός οδηγός, καίτοι πολλές φορές απαραίτητος. Και στη Σάμο τα πνεύματα ήσαν ερεθισμένα πάντοτε. Αποφασίσθηκε ν’ανέβουμε και να δημιουργήσουμε ταραχάς. Δεν μα ς έμελε για τις συνέπειες.”

Αλλά για άλλη μια φορά οι συνέπειες αυτών των ταραχών θα πληρωθούν πολύ ακριβά.

Τον Σεπτέμβριο του 1923 οι Γιαγάδες Κώστας , Γιάννης και Κίμων συνοδευόμενοι από τον πιστό τους σύντροφο Κώστα Πήττα ή Μπουρανέζο αποβιβάστηκαν στη Σάμο όπου ο Πήττας συνελήφθει σχεδόν αμέσως και οι ίδιοι αναγκάσθηκαν να καταφύφουν και πάλι στους Αρκιούς. Στο μεταξύ τον Απρίλιο του 1924 κηρύχθηκε δημοκρατία στην Ελλάδα και δέκα μήνες αργότερα οι Γιάννης και Κίμων Γιαγάς επέστρεψαν ελέυθεροι και αμνηστευμένοι στη Σάμο, όπου έγιναν δεκτοί με “ακράτητο ενθουσιασμό” ιδίως από τους κατοίκους των χωριών. Και σε συνεργασία με τους αδελφούς Παντελόγλου οργάνωσαν το τελευταίο τους “επαναστατικό κίνημα”, που είχε και την μεγαλύτερη συμμετοχή των κατοίκων και ήταν και το πλέον οργανωμένο από άποψη στρατηγικής, καθώς και πάλι στόχος του είναι ο Βενιζέλος και ο Σοφούλης.

……

Η είδηση που διαλαλούν οι εφημεριδοπώλες από τα βαθιά χαράματα στους δρόμους και στις πλατείες έλεγε για κάτι αναπάντεχο και ακατόρθωτο. Μέχρι τότε οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει να ακούν για τα νέα “ηρωϊκά ” κατορθώματα του λήσταρχου Φώτη Γιαγκούλα. Να διαβάζουν τον βίο και την πολιτεία του σε συνέχειες. Να φυλάνε τα φυλλάδια που έγραφαν γι’αυτόν όπως και των αγίων. Διάβαζαν για τις απίστευτες επιχειρήσεις του τις αιχμαλωσίες , τους φόνους, τις απίθανες αποδράσεις του. Μάθαιναν για τις εμφανίσεις του πότε στην Δυτική Μακεδονία, πότε στην Θεσσαλία, την Αλβανία και πότε στην Θεσσαλονίκη ή ακόμη και στην Αθήνα. Είχαν συνηθίσει να ακούν για γελοιοποιήσεις των σταυρωτήδων, για ξυλοδαρμούς των φοροεισπρακτόρων, για εξευτελισμούς χωρίς όρια της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας, για λεηλασίες περιουσιών και για σκοτωμούς εκείνων που διαφέντευαν το βιός και τα έχητα του φτωχού και ανήμπορου κοσμάκη.

Η ληστοκρατία που κράτησε σχεδόν έναν αιώνα στην Ελλάδα. Μία περίοδος για την οποία ελάχιστα ξέρουμε, μια περίοδος τόσο άγρια που η προσεκτική της μελέτη σε κάνει ν’ανατριχιάσεις. Προδοσία, έρωτας, ταξικές ανισότητες, τιμή, αφοσίωση και φρικτά εγκλήματα συχνά στα όρια του καννιβαλισμού. Στην ουσία ένας μικρός εμφύλιος πόλεμος. Ντοκουμέντα, συνεντεύξεις σε εφημερίδες, ιστορικές πηγές, μαρτυρίες. Το σπουδαίο αυτό βιβλίο του Βασίλη Τζανακάρη συχνά μοιάζει με μια καλογραμμένη περιπέτεια εποχής χωρίς να είναι. Ένας ιστορικός θησαυρός.

ΣΚΑΚ

ΣΤΕΦΑΝ ΤΣΒΑΪΧ : ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ

Εκδόσεις : Άγρα

Μετάφραση : Μαρία Αγγελίδου

Για ν’απασχολούμαι με κάτι δοκίμαζα να θυμηθώ και να απαγγείλω όλα όσα ήξερα κάποτε απ’έξω : τον εθνικό ύμνο, τα ποιηματάκια των παιδικών μου χρόνων, τον Όμηρο που είχα μάθει στο γυμνάσιο, τις παραγράφους του Αστικού Κώδικα. Ύστερα έκανα λογαριασμούς, πρόσθετα και διαιρούσα τυχαίους αριθμούς. Αλλά η μνήμη μου δεν μπορούσε να στηριχθεί πουθενα μέσα σ’αυτό το χάος. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ σε τίποτα. Η σκέψη μου γλιστρούσε συνέχεια στα ίδια και στα ίδια : Τι ξέρουν; Τι τους είπα χθές; Τι θα τους πω αύριο;

Αυτή η απερίγραπτη κατάσταση κράτησε τέσσερις μήνες. Τέσσερις μήνες- εύκολο να το γράψεις: ένα ψηφίο όλο κι όλο! Εύκολο να το πεις : πέντε συλλαβές. Μισό λεπτό φτάνει για ν’αρθρώσουν τα χείλη αυτούς τους φθόγγους : τέσσερις μήνες ! Αλλά πως να περιγράψεις, πως να εκφράσεις με λόγια, πως να απεικονίσεις είτε στους άλλους είτε στον ίδιο σου τον εαυτό, πόσο αργεί να περάσει η ώρα, όταν βρίσκεσαι έξω από το Χώρο και έξω από το Χρόνο; Πως να εξηγήσεις ότι αυτό το τρομερό Τίποτα σε ροκανίζει και σε καταστρέφει; Ότι αυτό το τραπέζι, αυτή η λεκάνη, αυτό το κρεβάτι, αυτή η ταπετσαρία, αυτή η αιώνια σιωπή, ο ίδιος πάντα φρουρός που σου φέρνει το φαγητό σου χωρίς να γυρίζει να σε κοιτάξει, οι ίδιες και οι ίδιες πάντα σκέψεις, που στριφογυρίζουν γύρω σου μέσα στο κενό, ότι όλα αυτά μπορούν να σε τρελάνουν; Από μερικά μικρά σημάδια κατάλαβα ανήσυχος ότι το μυαλό μου είχε αρχίσει να σαλέβει. Στις πρώτες ανακρίσεις κατάφερα να διατηρώ την εσωτερική μου ηρεμία και διαύγεια, κατέθετα με σύνεση και περισυλλογή. Το μυαλό μου λειτουργούσε στην εντέλεια και ξεχώριζε εύκολα αυτά που έπρεπε να πω από αυτά που δεν έπρεπε. Τώρα πια δεν μπορούσα να αρθρώσω ούτε μία φράση χωρίς να τραυλίζω, γιατί μιλώντας κάρφωνα σαν μαγνητισμένος το βλέμμα μου στην πέννα του γραφέα που έτρεχε πάνω στο χαρτί, σαν να ήθελα να προλάβω τα ίδια μου τα λόγια. Καταλάβαινα πως οι δυνάμεις μου μ’εγκατέλειπαν, καταλάβαινα ότι πλησίαζε ολοένα και περισσότερο η στιγμή που για να σωθώ θα έλεγα όλα όσα ήξερα και ακόμα παραπάνω, η στιγμή που,  για να ξεφύγω απο το θανάσιμο σφίξιμο του Τίποτα θα πρόδιδα δώδεκα ανθρώπους και τα μυστικά τους, για να κερδίσω έστω και μιας στιγμής ανάπαυλα. Κάποιο βράδυ έφτασα πράγματι ως εκεί: καθώς ο φρουρός έτυχε να μου φέρει το φαγητό μου εκείνη ακριβώς τη στιγμή της αδυναμίας μου, έβαλα ξαφνικά τις φωνές :

“Πάρτε με στην ανάκριση ! Θα τα πω όλα ! Θα τα πω όλα ! Θα μαρτυρήσω που βρίσκονται οι μετοχές, που είναι κρυμμένα τα χρήματα ! Όλα θα τα πω, όλα !”

Είμαι ο τελευταίος που θα εκτιμήσει αν αυτό το λογοτεχνικό διαμάντι των 117 σελίδων αξίζει να βρίσκεται μέσα στα 100 σημαντικότερα βιβλία όλων των εποχών,στις λίστες δεν έδωσα ποτέ τόσο μεγάλη σημασία. Απόλαυσα τη φαντασία, την πέννα και την δύναμη των λέξεων του Τσβάϊχ, βρέθηκα στο ίδιο τραπέζι με τους παίκτες του, αγωνιούσα, υποστήριζα, περίμενα. Δε φτάνουν όλα αυτά;

 

 

vakaloppulos

 

Χρήστος Βακαλόπουλος : Υπόθεση Μπεστ Σέλλερ

Εκδόσεις Καστανιώτη

 

Ο Άλκης θα μπορούσε να θαμπώνει τη Σύλλα γιατί δεν λέει ποτέ σε μια κοπέλλα ότι την γουστάρει. Θα μπορούσαν να είχαν περάσει χρόνια…αλλά όχι,ο Άλκης παίρνει πάντα αυτό που θέλει, μόνο που θέλει όλο και λιγότερα πράγματα. Σχεδόν τίποτα : να λειτουργούν τα σινεμά, μπορεί ούτε κι αυτό. Θα έπρεπε να ρωτήσω τον Άλκη αν συμφωνεί ότι θα μπορούσε να ζει με πραγματικά τίποτα, με ένα πενηντάρικο τη μέρα. Θα μου έλεγε όχι βέβαια αλλά θα έπρεπε να τον ρωτήσω. Ο Άλκης θα μπορούσε να ζεί έτσι, με ένα πενηντάρικο την μέρα, γιατί όταν πάει κάπου προσαρμόζεται αμέσως στο περιβάλλον. Ξέρει την μισή πρωτεύουσα και είναι εντελώς μόνος του. Πότε γνώρισα τον Άλκη; Θυμάμαι μια συζήτηση μετά το σχόλασμα ένα φθινόπωρο της έκτης. Ήταν τότε που….μπορεί πιο πριν στο γήπεδο. Ερχόταν τακτικά στη Ριζούπολη. Είχα σκεφτεί ότι ο Άλκης μοιάζει λίγο με εκείνους του παράξενους ήρωες σε δεύτερο πλάνο, που κινούνται σε δεύτερο πλάνο, ρυθμίζουν τα πάντα αλλά δεν θέλουν ποτέ να φαίνονται ούτε να έχουν αξιώματα. Κάτι σαν τον Δρ. Σποκ στο τηλεοπτικό σήριαλ Σταρ Τρεκ. Γιατί ο Σποκ δεν παίρνει ποτέ την εξουσία; Αυτό το ερώτημα με βασάνιζε κυριολεκτικά. Αφού αυτός ρύθμιζε τα πάντα…αλλά η εκπομπή προσπαθούσε να βγάλει από την μέση αυτό το ερώτημα και επέμενε στο γεγονός ότι ο Σποκ είναι εξωγήινος. Μπορεί λοιπόν να είχε ορκιστεί κάτι, να έσερνε μία κατάρα. Αλλά ο Άλκης ; Ποιόν πενθούσε ο Άλκης; Θα μπορούσε άραγε να φύγει στο διάστημα, να γίνει αστροναύτης; Οι αστροναύτες είναι θλιβεροί, κουρεμένοι και μπαίνουν σε καραντίνα. Ο Άλκης προτιμά την γήινη αξιοπρέπεια, την μοναξιά της πρωτεύουσας. Γι’αυτό γνώρισε  έτσι έυκολα την Ρίλα που είναι ακριβώς το αντίθετο. Γι’αυτό κάνει παρέα μαζί μου, γιατί εγώ βρίσκομαι ανάμεσά τους. Και η Σύλλα προσπάθησε να μπεί ανάμεσά μας αλλά δεν τα κατάφερε… πρέπει να μιλήσω στην Σύλλα πριν τελειώσουν όλα. Θα κανονίσουμε κάτι, θα φτιάξουμε ένα συμβόλαιο, θα πούμε: “Ας ζήσουμε μαζί, ας προσπαθήσουμε να μείνουμε μαζί, τώρα που όλα τελείωσαν.” Κι όλα θα πάνε καλά.

-Δεν θέλει να εκδώσω εγώ το μυθιστόρημα, λέει ότι μπορεί να  πατώσει

-Κανένα πρόβλημα,λέει ο Αλκης

-Είσαι πίτα

-Είμαι, και λοιπόν;

-Δεν θέλεις να διαβάσεις το μυθιστόρημα του Ιάσωνα; Τυπωμένο εννοώ

-Μπορεί. Θα ήθελα να κάνω ξανά παρέα με τον Ιάσωνα. Έχω να τον δω πέντε μέρες. Κάθε μέρα του αφήνω σημειώματα και του λέω που είμαι. Προχθές μου απάντησε “Αγαπητέ  Άλκη, δεν θα έρθω γιατί τι να σε κάνω εσένα; Άλλους θέλω να δω αλλά δεν τα καταφέρνω. Μπορεί να συναντηθούμε τυχαία γιατί έμαθα ότι μένουμε κάτω από την ίδια στέγη. Αύριο θα είμαι στη μόκα. Ιάσων”

 

Continue Reading »

READY

READY, STEADY, GO : SHAWN LEVY

Εκδόσεις : Κουκίδα

Μετάφραση : Αλέξης Καλοφωλιάς

 

Οι Beatles ένιωθαν κι αυτοί περήφανοι για το γεγονός ότι ήταν βουτηγμένοι μέχρι το λαιμό στην αμερικανική κουλτούρα: στη μουσική, κυρίως του Τσακ Μπέρρυ, του Μπάντυ Χόλλυ, του Λιτλ Ρίτσαρντ και της δισκογραφικής Motown , όπως και στην εικονογραφία της εφηβικής ελευθερίας που προβαλλόταν σε αμερικάνικες ταινίες όπως Επαναστάτης Χωρίς Αιτία, και Η Ζούγκλα Του Μαυροπίνακα. Ένα μέρος της έκπληξης που ένιωσαν για την υπόδοχή που τους περίμενε όταν έφτασαν για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη οφειλόταν στο ότι πίστευαν ότι απλώς αντέγραφαν τα αμερικανικά είδωλά τους, δίχως να γνωρίζουν με πόσο χαμηλή εκτίμηση το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα στην Αμερική αντιμετώπιζε τις ρίζες του ροκ εν ρολλ.

Παρ’όλα αυτά για πολλούς Βρετανούς και μόνο η σκέψη της ανόδου των Beatles έπρεπε να κατανικήσει δεκαετίες εθισμού στην πολιτιστική αυτοϋποβάθμιση. Ακόμα κι ένας μοντέρνος τύπος σαν τον Τέρενς Σταμπ έπασχε από αυτό το σύνδρομο. Μια νύχτα είδε στην τηλεόραση ενα φιλμάκι με χιμπατζήδες που κυλιόντουσαν στο γρασίδι με μια χαρωπή μουσική υπόκρουση που στο τέλος έμαθε πως ήταν το Love Me Do των Beatles . “Επειδή είχαμε συνηθίσει στην ιδέα ότι κάθε τι καλό ήταν αμερικάνικο”, παραδέχεται ο Σταμπ, “απλώς υπέθεσα ότι ήταν αμερικάνικο. Άρχισα να λέω δεξιά και αριστερά “Άκουσα ένα γκρουπ τους Beatles που είναι φανταστικοί”. Κάποια στιγμή μπήκα σε ένα δισκάδικο και ρώτησα : “Μήπως έχετε αυτόν τον αμερικάνικο δίσκο το Love Me Dο; Και ο υπάλληλος μου απάντησε : “Μα είναι Άγγλοι”. Δεν πίστευα στ’αυτιά μου”.

….

Το βρετανικό κατεστημένο αρεσκόταν να καυχιέται για την “ειδική σχέση” της Αγγλίας με τις ΗΠΑ, αλλά έμοιαζε με περισσότερο με τη σχέση μιας ξετρελαμένης θείτσας με έναν νεαρό πλέΪ μπόϋ : η προνομιακή αντιμετώπιση της σαρκικής επαφής ήταν απολύτως μονόπλευρη. Στην πολιτική η Αγγλία τον γηραλέο Μακμίλαν, μια ενσάρκωση στερεοτυπικών εθνικών χαρακτηριστικών όπως η επιφυλακτικότητα, ο συντηριτισμός και το ακατάβλητο σθένος, οι ΗΠΑ είχαν τον Τζον Κέννεντυ, νεαρό, δραστήριο, σέξι και εξίσου δημοφιλή στη Βρετανία όσο και στη πατρίδα του.

….

Το 1965 ο Ντύλαν είχε περάσει από την πόλη (σ.σ. Λονδίνο) μέσα σε αυτό το σύννεφο από καπνό, μυστήριο και ύβρεις που τον ακολουθούσε παντού. Ένας ποιητής, τραγουδιστής της φολκ και κακομαθημένος είρωνας με την ακολουθία του, που περιλάμβανε μία μούσα (την Τζόαν Μπαέζ) και έναν κινηματογραφιστή (τον Ν.Α Πενμπέηκερ, ο οποίος στην διάρκεια του ταξιδιού γύρισε το υπέροχο ντοκιμαντερ Don’t Look Back). Είχε γλεντήσει παρέα με τους Beatles, τον Γκίνσμπεργκ και την Μαριαν Φέηθφουλ και έκανε ρεζίλι τον Ντόνοβαν, που στην πραγματικότητα ήταν ένα παιδί που καλά καλά δεν είχε κλείσει τα δεκαοχτώ και τον οποίον οι βρετανικές εφημερίδες επέμεναν να τον συγκρίνουν με τον Ντύλαν.

Όταν βρέθηκαν στο ασταμάτητο πάρτυ που έδινε ο Ντύλαν στο ξενοδοχείο Savoy, ο Ντόνοβαν έπαιξε το μελαγχολικό Ντυλανικό τραγούδι του με τίτλο  “To Sing For You” προκαλώντας της ήπιες επιδοκιμασίες των παρευρισκομένων, ακόμα και του Ντύλαν, ο οποίος είπε “Εϊ ωραίο τραγούδι φίλε” έπειτα ο Ντύλαν έπιασε την κιθάρα κι έπαιξε τις δύο πρώτες στροφές του “It’s All Over Now Baby Blue”απευθύνοντας με δηκτικό τρόπο τη φράση του τίτλου προς τον Ντόνοβαν, ο οποίος καθισμένος σε εμβρυακή στάση χαμογελούσε, κάπνιζε και παρακολουθούσε τις αλλαγές των ακόρντων με σφιγμένο σαγόνι μοιάζοντας με άνθρωπο παραδομένο στη μοιραία έλξη της πλημμυρίδας.

Μουσική, κινηματογράφος, μόδα, διασκέδαση, κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, σιωπηλές και συχνά μη συνειδοτοποιημένες επαναστάσεις που και θόρυβο έκαναν και αανατροπές έφεραν.Ένα Λονδίνο πολύ γρήγορο για να το σταματήσεις ή ακόμα και για να το προλάβεις, η πόλη τρέχει πιο γρήγορα από τους κατοίκους και αντί για πάλη των τάξεων έχουμε…αντάμωμα. Το βιβλίο είναι σχεδόν τόσο συναρπαστικό όσο και η εποχή την οποία περιγράφει. Ξανακούς δίσκους, ψάχνεις για ταινίες και λιώνεις στο google για να βρεις πρόσωπα και πράγματα. Ως συνήθως σπουδαία δουλειά από τον Αλέξη Καλοφωλιά στη μετάφραση αλλά γενικά είναι μια πάρα πολύ φροντισμένη έκδοση.

poihmata-ths-emily-dickinson

 

 

Έμιλυ Ντίκινσον : ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εκδόσεις: Γιαλός

Μετάφραση : Μαρία Δαμολή

 

Το συνηθίζουμε εν τέλει το σκοτάδι

Όταν το φώς από τη λάμπα λιγοστεύει

καθώς ο γείτονας που λέει “καλό βράδυ”

την επισκέπτρια ως έξω συνοδεύει

 

 

Παραπατάμε -προς στιγμήν- το βράδυ

μας ήρθε απότομα-η νύχτα έχει φανεί

Μα προσαρμόζεται το μάτι στο σκοτάδι

και ξαναβρίσκουμε τον δρόμο μας ορθοί

 

Το ίδιο και στα πιο βαθιά -Σκοτάδια

Αυτά τα μαύρα βράδια του Μυαλού

Όταν Σελήνης δεν διακρίνονται σημάδια

Ούτε εν’αστέρι δεν φεγγίζει μες στο νου

 

 

Οι γενναιότεροι για λίγο ψηλαφώντας

Σ’εναν κορμό καμιά φορά χτυπάνε

Καταμεσής στο μέτωπο πονώντας

Μα σαν μαθαίνουν επιτέλους να κοιτάνε

 

Είτε γιατί το Σκότος είναι που αλλάζει

Είτε η όραση είναι αυτή που συνηθίζει

Στα ατελείωτα Μεσάνυχτα -Φαντάζει

Πως και η Ζωή σχεδόν ευθεία πια βαδίζει