Feeds:
Posts
Comments

ΗΦΑΙΣΤΙΟ

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΗΦΑΙΣΤΙΟ : ΜΑΛΚΟΜ ΛΟΟΥΡΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΑΣΤΑΡΗ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ : ΜΑΡΙΝΑ ΛΩΜΗ

Το νερό ακόμα έτρεχε ρυθμικά στην πισίνα και γέμιζε- πόσο θανάσιμα αργά Θεέ μου- τη σιωπή ανάμεσά τους…Υπήρχε και κάτι άλλο : ο Πρόξενος φανταζόταν πως άκουγε ακόμα τη μουσική του χορού που πρέπει να είχε από καιρό σταματήσει, κι έτσι η σιωπή αυτή συνοδευόταν από το υπόκοφο χτύπημα των ντραμς. Παρία: η λέξη σήμαινε και τύμπανα. Παριάν. Κι ωστόσο αυτή η σχεδόν ψηλαφητή απουσία της μουσικής ήταν που έκανε να φαίνεται τόσο αλλόκοτο αυτό το κούνημα των δέντρων στον ρυθμό της, μια ψευδαίσθηση που γέμιζε- όχι μόνο τον κήπο αλλά και τις πεδιάδες πέρα μακριά, ολόκληρο το τοπίο μπροστά στα μάτια του-με φρίκη, τη φρίκη μιας αβάσταχτης εξωπραγματικότητας. Το αίσθημα αυτό , σκέφτηκε μέσα του, δεν πρέπει να διαφέρει και πολύ απ’αυτό που νοιώθει ένας τρελός τις φορές εκείνες που, ενώ κάθεται ξέγνοιαστός στον κήπο του ασύλου, η τρέλα του παύει ξαφνικά να είναι ένα καταφύγιο και υλοποιείται στον ετοιμόρροπο ουρανό και σε όλο το τοπίο γύρω του, μπροστά στο οποίο η λογική του, σαστισμένη και άφωνη, δεν έχει παρά να σκύψει το κεφάλι. Σε τέτοιες στιγμές άραγε βρίσκει ο τρελός παρηγοριά, καθώς οι σκέψεις του σκάνε σαν οβίδες μέσα στο κεφάλι του, στην εξαίσια ομορφιά του κήπου ή των γύρω λόφων πέρα από την τρομερή καμινάδα; Πολύ λίγη, συμπέρανε ο Πρόξενος. όσο για την ομορφιά γύρω του ήξερε πως ήταν νεκρή, σαν τον γάμο του, κι εξίσου θεληματικά λεηλατημένη. Ο ήλιος που έλαμπε τώρα πάνω σε ολόκληρο τον κόσμο μπροστά του, οι αχτίνες του που φώτιζαν την ψηλότερη δασογραμμή του Ποποκατεπέλτ, καθώς η κορυφή του σαν μια γιγαντιαία φάλαινα έβγαινε σπρώχνοντας από τα σύννεφα, όλα αυτά δεν αλάφρωσαν την καρδιά του. Το φως του ήλιου δεν μπορούσε να φορτωθεί μαζί του το βάρος της συνείδησής του, της αναίτιας θλίψης του. Δεν τον γνώριζε. Στ’αριστερά του πέρα από τις μπανανιές, ο κηπουρός της εξοχικής κατοικίας του Αργεντινού Πρεσβευτή άνοιγε δρόμο μέσα από τα ψηλά χόρτα καθαρίζοντας το έδαφος για να φτιάξει ένα γήπεδο του μπάντμιντον κι όμως κάτι μέσα σ’αυτή την αθώα απασχόληση περιείχε μία φοβερή απειλή εναντίον του. Ακόμα και τα πλατιά φύλλα της μπανανιάς που έπεφταν μαλακά έμοιαζαν απειλητικά, άγρια σαν απλωμένα φτερά πελεκάνων που τινάζονται πριν να διπλώσουν. Οι κινήσεις μερικών  μικρότερων κόκκινων πουλιών στον κήπο, σαν ζωντανά μπουμπούκια του φάνηκαν υπερβολικά σπασμωδικές και ύποπτες. Ήταν σαν τα πλάσματα αυτά να ήταν δεμένα στα νεύρα του μ’ευαίσθητα καλώδια.

βακαλόπουλος

Χρήστος Βακαλόπουλος : Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες

Εκδόσεις : Εστία

Ένας μονόχειρας καθόταν πίσω από το τραπεζάκι. Με το μοναδικό του χέρι χάϊδευε ένα πιατάκι γεμάτο χαρτονομίσματα. Μόλις αντίκρυσε τον θεατρολόγο έκανε μια ταχυδακτυλουργική κίνηση. Πάνω στο τραπέζι εμφανίστηκε ένα ρολό χαρτί υγείας.

–Μπήκε πριν από λίγο μία κοπέλα; ρώτησε ο θεατρολόγος

-Προχώρα στο βάθος, απάντησε ο μονόχειρας, θες χαρτί;

Ο χώρος μύριζε αμμωνία, ο θεατρολόγος βρέθηκε με το ρολό στο χέρι σ’ένα διάδρομο με τουαλέτες. Ακουγόντουσαν καζανάκια να σπάνε τα δεσμά τους, γέλια και τραγούδια από φάλτσες φωνές. Πλησίασε την πρώτη τουαλέτα κι έστησε αυτί.

-Σου λέω ότι δεν ξέρεις την αξία σου, ‘ελεγε μια βραχνή αντρική φωνή. Είσαι η βασίλισσα, το καταλαβαίνεις; Τώρα έπρεπε να σε έχουνε στις Μπαχάμες και να σε δείχνουνε, το καταλαβαίνεις;

-Άντε χάσου, απάντησε μια λεπτή γυναικεία φωνή

-Μα γιατί, γιατί; ρώτησε με παράπονο η αντρική φωνή

Ο θεατρολόγος αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο του. Γύρισε απότομα και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον γύφτο. Κραούσε στο χέρι το κλαρίνο του και του χαμογελούσε.

-Αν έχεις θολώσει κάνε κράτει, είπε ψιθυριστά ο γύφτος. Ότι και να ψάχνεις έχει χαθεί μέσα σου. Μη νομίσεις λοιπόν ότι το βρήκες επειδή τώρα αισθάνεσαι λίγο χαμένος.

Μίλαγε δίνοντας κλωτσιές στις λέξεις, αυτοσχεδιάζοντας συνεχώς. Ο θεατρολόγος αισθανόταν αδιόρατα ότι κάτι ήθελε να του μεταδώσει που οι λέξεις του απέφευγαν με επιμέλεια.

-Δεν σας καταλαβαίνω, ψέλλισε.

Με μια καλοζυγισμένη κίνηση ο γύφτος έκοψε αστραπιαία λίγο χαρτί υγεάις από το ρολό που κρατούσε ο θεατρολόγος. Έβαλε το κλαρίνο παραμάσχαλα και ψάρεψε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του μια πέννα παλαιού τύπου, μυτερή στην άκρη. Σημείωσε κάτι στο χαρτί υγείας και ύστερα το έδωσε στον θεατρολόγο.

ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΛΗΜΝΟΥ

ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Αυτό έγραφε το χαρτί. Αυτό ήταν το μήνυμα που υπήρχε ανάμεσα στις λέξεις που πρόφερε ο γύφτος. Μέσα στη ζάλη του ο θεατρολόγος θυμήθηκε ότι, εκεί που γύριζε αποχαυνωμένος και στενοχωρημένος στις μεγαλουπόλεις του εξωτερικού, κάποιος του είχε αναφέρει μια θεωρία: ότι οι άνθρωποι άλλα ήθελαν να πουν και άλλα έλεγαν και όταν έγραφαν ξαφνικά κάτι, εντελώς απροετοίμαστοι, συνελάμβαναν καμιά φορά αυτό που ήθελαν να φωνάξουν. 

ΜΠΡΟΥΣ

Ο Μπρους (έτσι ονόμασα το discman μου) αγοράστηκε το 2012 ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη στα Γιάννενα από το κατάστημα ενός πολυ αξιαγάπητου γεροντάκου. “Να το πάρεις είναι καλό, μη κοιτάς που δεν είναι μάρκα”, “οι μάρκες με έκαψαν” απάντησα “όλα έξι μήνες άντε ένα χρόνο ζωή το πολύ και χωρίς επισκευή”, “αυτό είναι καλό” ο γεροντάκος επέμεινε. Σε ένα κρεσέντο τριτοκλασσάτου συναισθηματισμού αντάλλαξα “ματιές” με τον Μπρους, “γιατί ρε φίλε δε με δοκιμάζεις; ” σα να μου έλεγε. Ούτε είκοσι ευρώ δεν κόστιζε και το πήρα απόφαση, στο κάτω κάτω άλλη μια χασούρα…η πιο φτηνή.
Περάσαν 5 χρόνια και ο Μπρους δεν με πούλησε ποτέ, διακοπές, δρομολόγια για τη δουλειά, μοναχικοί περίπατοι, “εμπνεύσεις στο μπαλκόνι”, σκέψεις στο κρεβάτι, επιστροφές με ΚΤΕΛ, εκεί παρών κι ετοιμοπόλεμος. Κατέληξε να γίνει ότι έγιναν και κάποια άλλα μηχανήματα στο σπίτι, ένα είδος φίλου μπιστικού!
Πριν ένα μήνα ένα ατύχημα κατέστησε το καπάκι του άχρηστο και διόρθωση δεν υπάρχει. Αλλά ο Μπρους δεν ήταν ένα απλό discman έστω και άχρηστο δεν ήθελα να τον αποχωριστώ (είπαμε τριτοκλασάτος συναισθηματισμός), τον κράτησα λοιπόν σε μια γωνία αλλά έστω κι έτσι εκείνος σα να επέμενε “μη πετάς φιλία πέντε ετών τόσο εύκολα”. Σήμερα πήγα να παραλάβω το καινούργιο discman με βαριά καρδιά, η μοίρα του μουσικόφιλου και ειδικά του βλαμμένου παίζει περίεργα παιχνίδια όμως, το καινούργιο μηχάνημα αποδείχτηκε καραμπινάτη πατάτα, “θα σας το αλλάξουμε και μπλα μπλα μπλα”, ο Μπρους στη γωνία ακόμα θλιμμένος, δεν το αντέχω, χρησιμοποιώ τα λίγα γραμμάρια φαιάς ουσίας που μου έχουν μείνει και αρπάζω δυο λάστιχα, τα προσαρμόζω όσο μπορώ καλύτερα στο καπάκι του Μπρους και πατάω το play, Artist Ταδε, Song Ταδε….ο Μπρους και πάλι εν δράση…”τι σου έλεγα;;;”. Καινούργιο discman θα αγοραστεί αλλά θα χρησιμεύει μονο σαν αναπληρωματικός ώστε να ξεκουράζεται το φιλαράκι μου που και που. Τώρα ο Μπρους φέρνει στ’αυτιά μου ένα πολύ σπάνιο άλμπουμ με τίτλο PHILWIT AND PEGASUS αλλά γι’αυτό θα μιλήσουμε άλλη ώρα, πρώτα χρωστάω μια συγγνώμη σε κάποιον.

Λέοναρντ Κοέν : Το Βιβλίο Του Πόθου

Εκδόσεις : Ιανός

Μετάφραση : Ιωάννα Αβραμίδου

κοεν

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΕΔΩ

Τα πράγματα πέταξαν όλα γύρω τριγύρω τη μέρα που γεννήθηκα.

Φυσούσε αέρας. Ξερά φύλλα τσακίζονταν στον τοίχο του Ομοιοπαθητικού Νοσοκομείου. Ήμουν Ζωντανός. Ήμουν ζωντανός μέσα στη φρίκη.

Οι Χάρες μαζεύτηκαν από πάνω μου σαν ποδοσφαιρική ομάδα.

Αρχίσανε να μου χαρίζουν πράγματα κι ύστερα να τα παίρνουν πίσω. Τα δώρα που δεν μου ταίριαζαν, τα πετούσαν μέσα στην χοάνη του κενού. Τα δώρα ήτανε πολλά και πολλές και οι προειδοποιήσεις που τα συνοδεύανε.

Σου δώσαμε μεγάλη καρδιά αλλά αν πίνεις κρασί θ’αρχίσεις να μισείς τον κόσμο. Το φεγγάρι είναι η αδελφή σου αλλά αν καταπίνεις υπνωτικά θα βρεθείς σε παρέα δυστυχισμένων γυναικών. Κάθε φορά που θ’αρπάζεσαι από την αγάπη, θα χάνεις μια χιονονιφάδα της μνήμης σου.

Η μητέρα μου κειτόταν όχι μακρυά μου, και την άκουσα να φωνάζει “αυτός δεν είναι δικός μου!”. Η ευγενής μάνα μου έκλαιγε μόνο για τ’αυτιά μου, από το ματωμένο και βρεγμένο κρεβάτι. Την άκουσα να το λέει και την ευχαρίστησα για την αλήθεια που εκστόμισε με μια κραυγή χαράς. Δεν γεννήθηκα μέσα σε οικογένεια. Ήμουν πλήρως προστατευμένος.

Τα σφυριά είχαν πέσει παντού πάνω στα βρέφη, αλλά εγώ σώθηκα μέσα σ’ένα ποτάμι, στην όμορφη φθινοπωρινή χώρα της Αιγύπτου.

Continue Reading »

PREVERT

ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ : ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Μετάφραση : Μιχάλης Μεϊμάρης

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΜΟΧΘΟΣ

Ο ανθρώπινος μόχθος

δεν είναι αυτός ο όμορφος χαμογελαστός νέος άνθρωπος

ορθός πάνω στη γάμπα του από γύψο

ή από πέτρα

που δίνει χάρη στα ανόητα κατασκευάσματα του γλύπτη

στην ηλίθια απάτη

της χαράς του χορού και της ευθυμίας

και που αναπολεί με το άλλο πόδι στον αέρα

την γλύκα της επιστροφής στο σπίτι

Όχι

ο ανθρώπινος μόχθος δεν κουβαλάει ένα μικρό παιδί στον

δεξή ώμο

εν’άλλο στο κεφάλι

κι ένα τρίτο στον αριστερό ώμο

με τα εργαλεία ζωσμένα σαν όπλα στην πλάτη

και την νέα ευτυχισμένη γυναίκα κραμασμένη στο μπράτσο

Ο ανθρώπινος μόχθος φοράει κηλεπίδεσμο

και τις ουλές των μαχών

που έγιναν από την εργατική τάξη

ενάντια σε έναν κόσμο παράλογο και χωρίς νόμους

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει αληθινό σπίτι

μυρίζει την μυρωδιά της δουλειάς του

κι έχει πειραγμένα πνεμόνια

το μεροκάματό του είναι κοκαλιάρικο

σαν τα παιδιά του

δουλεύει σαν νέγρος

και ο νέγρος δουλεύει σαν κι αυτόν

Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει σαβουάρ βιβρ

ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει ώριμη ηλικία

ο ανθρώπινος μόχθος έχει την ηλικία του στρατώνα

την ηλικία του κάτεργου και της φυλακής

την ηλικία της εκκλησιάς και της φάμπρικας

την ηλικία των κανονιών

κι εκείνος που φύτεψε παντού όλα τ’αμπέλια

κι έχει κουρδίσει όλα τα βιολιά

τρέφεται από φριχτά όνειρα

και μεθοκοπάει με το φριχτό κρασί της υποταγής

και σαν μεγάλος μεθυσμένος σκίουρος

χωρίς ανάπαυλα γυρίζει γύρω γύρω

μέσα σε έναν κόσμο εχθρικό

σκονισμένο και χαμηλοτάβανο

και σφυριλατεί αδιάκοπα την αλυσίδα

την τρομαχτική αλυσίδα που με αυτ΄ν αλυσοδένονται όλα

η μιζέρια, το κέρδος, η δουλειά, η σφαγή,

η θλίψη, η δυστυχία, η αϋπνία και η ανία

την τρομαχτική αλυσίδα από χρυσάφι

από κάρβουνο από σίδερο κι από ατσάλι

από σκουριά κι από σκόνη

περασμένη γύρω απ’ το λαιμό

ενός κόσμου χαμένου

την άθλια αλυσίδα

που απ’αυτήν κρέμονται

τα θεία μπρελόκ

τ’άγια λείψανα

οι σταυροί της τιμής οι αγκυλωτοί σταυροί

τα πιθηκάκια που φέρνουν γούρι

τα μετάλλια των γεροϋπηρετών

τα μπιχλιμπίδια της δυστυχίας

και το μεγάλο κομμάτι του μουσείου

το μεγάλο πορτραίτο του καβαλάρη

το μεγάλο πορτραίτο ολόσωμο

το μεγάλο πορτραίτο από μπρος απ’το πλάϊ στο ένα πόδι

το μεγάλο πορτραίτο επιχρυσωμένο

το μεγάλο πορτραίτο του μεγάλου μάντη

το μεγάλο πορτραίτο του μεγάλου αυτοκράτορα

το μεγάλο πορτραίτο του μεγάλου σοφού

του μεγάλου λεχρίτη

του μεγάλου ηθικοπλάστη

του τίμιου και θλιβερού φαρσέρ

το κεφάλι του μεγάλου χέστη

το κεφάλι του επιθετικού ειρηνοποιού

το κεφάλι σαν αστυφύλακα του μεγάλου απελευθερωτή

το κεφάλι του Άντολφ Χίτλερ

το κεφάλι του κυρίου Τιέρ

το κεφάλι του δικτάτορα

το κεφάλι του ντουφεκάτορα

αδιάφορο από ποιά χώρα

αδιάφορο από ποιό χρώμα

το απάνθρωπο μισητό κεφάλι

το άθλιο κεφάλι

το προορισμένο για χαστούκια κεφάλι

το κεφάλι της σφαγής

το κεφάλι του φόβου

Continue Reading »

 

 

walkover

Ζήσαμε γραμμένοι πάνω σε αυτοκόλλητα ανακοινώσεων

καθισμένοι σε αμφιθέατρα αλλοτινών καιρών

κρατούσαμε μια άδεια βαλίτσα στο ένα χέρι

κι ένα ακίνδυνο σπαθί στο άλλο

κάναμε τσουλήθρα πάνω σε υποσχέσεις που μας έδωσε

μια γριά τσιγγάνα νύχτα.

Ζήσαμε τις Κυριακές του περιπλανώμενου

μέσα σε μισογκρεμισμένα σπίτια

σπίτια που είχαν προλάβει να τα στοιχειώσουν ασπρόμαυρα παραμύθια.

Ζήσαμε με τον κραδασμό του μολυβιού που ανταμώνει

το τρελό όραμα ενός λευκού χαρτιού.

Χαράξαμε τα σύνορά μας ένα πρωί στην Πατησίων

και στείλαμε την μοίρα μας στο διάολο

με ένα και μόνο ανεκδίηγητο ποίημα.

Ζήσαμε μέσα σε ηχηρές επιστροφές και σε σιωπηλές απώλειες,

δεχτήκαμε το “κατηγορώ” μιας πουτάνας ανελέητης επιτυχίας,

γίναμε φυσαλίδες που πέρασαν μέσα από το σπασμένο τζάμι

ενός παραθύρου κι αφού πρώτα έσκασαν πάνω σε έναν βρώμικο καθρέφτη

έγιναν άγνωστα σε μας πρόσωπα και τον έπλυναν με τα δάκρυά τους

….Ζήσαμε

 

*Η φωτογραφία είναι από την τανία WALKOVER (1965) σε σκηνοθεσία Γέρζι Σκολιμόφσκι

 

 

 

 

1264756524-b-fonesmarakes

Οι Φωνές Του Μαρρακές : Elias Canetti

Εκδόσεις : Libro

Μετάφραση : Νίκος Δήμου

Ο παραμυθάς με είχε προσέξει φυσικά, αλλά γι’αυτόν παρέμενα ένας ξένος στον μαγικό του κύκλο, επειδή δεν τον καταλάβαινα. Συχνά θα έδινα πολλά για να τους καταλάβω, και ελπίζω να έρθει μια μέρα που να μπορέσω να τιμήσω αυτούς τους πλανόδιους αφηγητές όπως τους αξίζει. Ήμουν όμως και ευχαριστημένος που δεν καταλάβαινα. Έμειναν για μένα μια νησίδα παλιάς και ανέγγιχτης ζωής. Η γλώσα τους, ήταν γι’αυτούς τόσο σημαντική, όσο για μένα η δική μου. Οι λέξεις ήταν η δική τους τροφή και δεν άφηναν κανένα να τους παρασύρει να την αλλάξουν με καλύτερη. Ήμουν περήφανος για τη δύναμη της αφήγησης που ασκούσαν πάνω στους ομόγλωσσούς τους. Μου φαίνονταν σαν αρχαιότεροι και καλύτεροι αδελφοί μου. Σε ευτυχισμένες στιγμές έλεγα μέσα μου : Και εγώ μπορώ να μαζέψω ανθρώπους γύρω μου και να τους αφηγηθώ. Και εμένα θα με άκουγαν. Αντί να γυρίζω από τόπο σε τόπο, μη γνωρίζοντας ποιόν θα βρώ, ποιανού τ’αυτιά θ’ανοιχτούν για μένα, αντί με απόλυτη εμπιστοσύνη να αναβιώνω το παραμύθι μου, τάχτηκα στο χαρτί. Προστατευμένος από από πόρτες και τραπέζια ζω τώρα, εγώ ένας δειλός ονειρευτής, ενώ αυτοί, στη δίνη της αγοράς, μέσα σε εκατοντάδες ξένα πρόσωπα, αλλάζοντας κάθε μέρα, χωρίς να’ναι φορτωμένοι με ψυχρή και περιττή γνώση, χωρίς βιβλία, φιλοδοξία και κούφια υπόληψη. Σπάνια ένιωσα άνετα, ανάμεσα στους ανθρώπους, που στις χώρες μας, ζουν αποό την λογοτεχνία. Τους περιφρονούσα, γιατί περιφρονούσα κάτι και σε μένα, πιστεύω πως αυτό το κάτι είναι το χαρτί. Εδώ βρήκα ξαφνικά, ποιητές που μπορούσα να τους θαυμάσω, γιατί ποτέ δεν υπήρξε μία λέξη τους που να διαβάζεται.