Feeds:
Posts
Comments

Poster

Η ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΣΚΕΣ (HALLOWEEN) – 2018

Σκηνοθεσία : Νταίηβιντ Γκόρντον Γκρήν

Πρωταγωνιστούν : Τζαίημη Λι Κέρτις, Τζούντι Γκρήρ, Άντυ Μάτιτσακ, Γουίλ Πάττον

Ο ψυχοπαθής δολοφόνος Μάικλ Μάγερς δραπετεύει κατά τη μεταφορά του σε νέες φυλακές κι ετοιμάζεται για την τελική αναμέτρηση με την Λόρι Στρόουντ ύστερα από σαράντα χρόνια.

Ξεκινάμε από τα βασικά, η πρώτη ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΣΚΕΣ του Τζών Κάρπεντερ θεωρείται – δικαιότατα κατά την άποψή μου – μία από τις σημαντικότερες ταινίες τρόμου όλων των εποχών το γιατί δεν θα το αναλύσω σ’αυτό το κείμενο και στο κάτω κάτω είμαι μόνο ένας σινεφίλ που γράφει την γνώμη του και όχι κάποιος ακαδημαϊκός του σινεμά για να έχει η γνώμη αυτή κάποια ιδιαίτερη βαρύτητα. Καλό λοιπόν θα είναι όσοι αποφασίσουν να παρακολουθήσουν το νέο HALLOWEEN να αποφύγουν συγκρίσεις με το παρελθόν. Το ερώτημα είναι αν υπήρχε πράγματι ανάγκη να γυριστεί αυτή η μετά 40 έτη κινηματογραφική συνέχεια, οι δημιουργοί αποφάσισαν ότι όντως υπήρχε οπότε πάμε πάσο. Άλλο ένα ερώτημα όμως είναι τι είδους ταινία ήθελε να γυρίσει ο Γκρήν, γιατί αν σκεφτούμε πόσο βαρετά και ανόητα κατέληξαν κάποια franchise καλών κι επιτυχημένων ταινιών τρόμου καταλαβαίνει κανείς πως είναι ένα εγχείρημα που κρύβει πολλές παγίδες.

Ήθελε να κάνει ένα φιλμ που το σασπένς, το αίμα και τα ξαφνιάσματα θα ικανοποιούσαν ηλικίες από 15-18 ετών; Ήθελε να αποτίσει φόρο τιμής στον Τζών Κάρπεντερ; Ή ήθελε να γυρίσει μία ταινία που θα πρόσφερε κάτι διαφορετικό στη σειρά και θα μπορούσε να “πιάσει” και τους λάτρεις της πρώτης; Την απάντηση δεν την ξέρω αλλά αν έβαζα στοίχημα θα πόνταρα στο νούμερο τρία. Δυστυχώς για εκείνον έπεσε στη παγίδα και χωρίς να αμφιβάλλω καθόλου για τις όποιες τίμιες προθέσεις του, δεν ξέφυγε από όλα αυτά που κάνουν ένα σινε-franchise να μοιάζει ξαναζεσταμένο και άνοστο φαγητό. Το φιλμ του Κάρπεντερ για παράδειγμα ανατρίχιαζε το ίδιο πετυχημένα έναν δεκαπεντάχρονο κι έναν ογδοντάχρονο (αν ο τελευταίος κατάφερνε να γλιτώσει το έμφραγμα) και όταν ο δεκαπεντάχρονος θα φτάσει με το καλό τα ογδόντα θα λατρεύει το φιλμ τόσο πολύ όσο το λάτρεψε και την φορά που το πρωτοείδε γιατί ο Κάρπεντερ είχε τη συνταγή που κάνει μια ταινία διαχρονική, ο Γκρίν όχι.

halloween-2

Το λάθος ξεκινά από το ότι προσπαθεί να επαναφέρει την ατμόσφαιρα της πρώτης ταινίας, δεν το κάνεις αυτό αν θέλεις να προσφέρεις κάτι διαφορετικό, το Halloween του 1978 έχει την σινε-αυθεντικότητα της εποχής του και το παρακολουθείς εύκολα ακόμα και τώρα, το Halloween του 2018 πασχίζει να αναβιώσει την “φιλοσοφία” εκείνης της εποχής αλλά δεν…Τα χρόνια πέρασαν και οι κανόνες άλλαξαν

Η σκηνοθεσία και καλά στέκεται αφηγηματικά, και ρυθμός υπάρχει και νεύρο, αλλά το σενάριο είναι γεμάτο κλισέ που συχνά σε κάνουν να χασμουριέσαι. Η Λόρι και ο Μάγερς πήγαν εξήντα και κάτι κι αντί να το χειριστείς κάπως διαφορετικά και να προσθέσεις κι ένα είδος δηλητηριώδους χιούμορ που θα το σήκωναν τέτοιες ηλικίες εσύ προσπαθείς να τους κάνεις τινέητζερς με άσπρα μαλλιά. Σφαίρες πέφτουν, μαχαίρια μπήγονται στη σάρκα, σίδερα χτυπούν με δύναμη το κεφάλι, αλλά ο Μάικλ Μάγιερς πάντα όρθιος και ακμαίος. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με την αναληθοφάνεια και με την υπερβολή άλλωστε χωρίς αυτά δε γίνεται να γυριστεί καλό θρίλερ, έλα όμως που και αυτά θέλουν τη τέχνη τους γιατί τα όρια του πανέξυπνου “ψέματος” με την καραμπινάτη σαχλαμάρα μερικές φορές είναι δυσδιάκριτα και στο Halloween 2018 κάποιος δεν είδε τις προειδοποιητικές πινακίδες.

halloween-2018-jamie-lee-michael-myers-1532937373

Το’χω ξαναγράψει, το καλτ απαιτεί ένα είδος ειδικής μαεστρίας και δεν μπορούν να γυρίσουν όλοι καλτ ταινίες, αν το Halloween 2018 είχε σαν σκοπό να μπει σε αυτή τη κατηγορία δεν τα κατάφερε ούτε κι εκεί. Προσπαθεί να γίνει υπερβολικά σοβαρό και σε κάποιες στιγμές αυτό λειτουργεί εις βάρος του και αυτή τη σχεδόν κλοπή από τον Εξολοθρευτή ΙΙ με την Τζέημη Λι Κέρτις να θυμίζει μια γιαγιά Σάρα Κόννορς εκπαιδευμένη στα όπλα για να αντιμετωπίσει το απόλυτο κακό που θα έρθει δεν την χαρακτηρίζεις φαεινή ιδέα. Όλα τα παραπάνω βέβαια θα μπορούσα να τα αντέξω κάπως αν υπήρχε ο γνήσιος τρόμος αλλά κι αυτόν μάταια τον περίμενα, τα ίδια και τα ίδια χωρίς έστω και κάποια έξυπνη αντιγραφή.

Ξέρω ότι σε πολλούς άρεσε η ταινία, απλώς εγώ δεν ήθελα να δω κάτι σαν “Θέλω Να Γίνω Κάρπεντερ” γιατί ναι μεν δεν έκανα συγκρίσεις με το 1978 αλλά δυστυχώς τις έκανε μόνος του ο σκηνοθέτης πετώντας μια ευκαιρία για κάτι αληθινά φρέσκο και πρωτότυπο.

 

 

 

Advertisements

queen-bohemian-rhapsody-soundtrack-1536163276-640x640

Bohemian Rhapsody (2018)

Σκηνοθεσία : Μπράιαν Σίνγκερ

Πρωταγωνιστούν : Ράμι Μάλεκ, Λούσι Μπόϊντον, Τζόζεφ Ματζέλο, Μπεν Χάρντυ, Γκουίλιμ Λη

 

Κινηματογραφική βιογραφία του σπουδαίου ροκ τραγουδιστή ή καλύτερα της τεράστιας ροκ προσωπικότητας που ακούει(ναι ακούει όχι άκουγε) στο όνομα Freddie Mercury.

Να ξεκαθαρίσω ένα πράγμα για να γίνει ίσως ακόμα πιο κατανοητό το κείμενο που θα ακολουθήσει σε όσους φυσικά έχουν την υπομονή να το διαβάσουν. Το κείμενο λοιπόν αυτό γράφεται από κάποιον που λάτρεψε τους Queen στα δεκαπέντε, για την ακρίβεια τους άκουσε στα έντεκα, τους συμπάθησε αλλά τους έβαλε στην άκρη. Ώσπου παίρνει στα χέρια του ένα Greatest Hits από το δισκοπωλείο του Θεοφανίδη στον Πειραιά και το πρώτο τραγούδι από αυτή τη συλλογή πολύ απλά τον έστειλε αδιάβαστο και του άλλαξε τη ζωή (χωρίς υπερβολή), ενώ έχει και τεράστιο μερίδιο ευθύνης για τον πενταψήφιο αριθμό άλμπουμς που έχουν στριμωχτεί με πολύ κόπο στο σπίτι του. Το τραγούδι ήταν φυσικά το Bohemian Rhapsody το οποίο ακόμα είναι ένα από τα 10 αγαπημένα του γράφοντα. Αυτά τα ολίγα για να σας προετοιμάσω σχετικά με τη σχέση μου με το γκρουπ αλλά και με τον Freddie.

Με τις κινηματογραφικές βιογραφίες, ειδικά αυτές των έντονων προσωπικοτήτων υπάρχει πάντα το πρόβλημα του τι θα κρατήσεις και του τι θα αφήσεις. Η διάρκεια μιας ταινίας δεν μπορεί να τα χωρέσει όλα οπότε το τι θεωρούν οι δημιουργοί της άξιο αναφοράς και τι όχι είναι λίγο υποκειμενικό. Επίσης παίζει ρόλο η “σχέση” των δημιουργών με το πρόσωπο τη βιογραφία του οποίου φέρνουν στη μεγάλη οθόνη. Όπως είναι φυσικό στο κτίσιμο του Bohemian Rhapsody συμμετείχαν οι τρεις υπόλοιποι Queen, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, ενώ την σκηνοθεσία ανέλαβε ένας δημιουργός που ενώ αναμφισβήτητα την κατέχει την κάμερα, έχει πρόβλημα συμπεριφοράς και όπως λένε οι μαρτυρίες στη διάρκεια των γυρισμάτων ήταν απλά ανυπόφορος με αποτέλεσμα να απολυθεί και από την παραγωγή. Ενώ λοιπόν ο Σίνγκερ αναφέρεται ως ο σκηνοθέτης της ταινίας δεν είναι αυτός που την ολοκλήρωσε, μάλιστα κάποιος γνωστός μου κριτικός κινηματογράφου με πληροφόρησε πως στην ουσία την ταινία αποφάσισαν να την αναλάβουν οι άλλοι τρεις.

freddie

Αναμενόμενο λοιπόν οι φανατικοί του Mercury και των Queen να γκρινιάζουν για όσα σημαντικά – κατά τη γνώμη τους- γεγονότα παρέλειψε να αναφέρει το φιλμ. Για άλλα ίσως να έχουν δίκιο για άλλα όχι είπαμε αν θες περισσότερα κάνεις μια τηλεοπτική σειρά και ξεμπερδεύεις. Αρχικά το πρόβλημα στο Bohemian Rhapsody βρίσκεται στο σενάριο, η ταινία ναι μεν ξεκινά καλά αλλά τα σεναριακά άλματα που κάνει και πολλά είναι και μεγάλα ενώ κάποια από αυτά είναι και ανακριβή. Σύμφωνοι δεν είναι απαραίτητο η όποια μικρή αναληθοφάνεια να μειώνει την αξία μίας ταινίας αλλά δεν είναι δυνατόν να είσαι μέλος ενός σπουδαίο συγκροτήματος και να επιτρέπεις λάθη στο χρόνο κυκλοφορίας ενός άλμπουμ, γιατί αν η χρονιά δεν έχει τη σημασία της τότε τι έχει; Υπάρχουν κι άλλα λάθη τα οποία σίγουρα έγιναν σκόπιμα και αποσκοπούν στη δημιουργία μιας πιο πιασάρικης ταινίας, γιατί όμως αφού έτσι κι αλλιώς η ζωή του Freddie θα συγκλόνιζε και χωρίς αυτές τις ανακρίβειες; Σχετικά με τις αλήθεις που παραποιήθηκαν σταματώ εδώ την αναφορά, οι λάτρεις των Queen τις ξέρουν και όσοι ενδιαφέρονται ψάχνουν.

Καθαρά κινηματογραφικά, προφανώς υπάρχουν σκηνές εξαιρετικά γυρισμένες, προφανώς υπάρχουν ωραιότατα κομμάτια κινηματογραφικής αφήγησης (φαντάζομαι δουλειά του Σίνγκερ), αλλά υπάρχουν και υπερβολικά πολλά μέρη ντοκιμαντερίστικης φιλοσοφίας τα οποία δεν προσφέρουν τίποτα περισσότερο εκτός από μια εκ νέου απόλαυση κάποιων αριστουργημάτων που έγραψε το γκρουπ, πάντως πολλές από τις σκηνές των συναυλιών είναι απολαυστικές. Επανερχόμαστε στο σενάριο, το οποίο επαναλαμβάνω πως παρά τις αρχικές καλές του προθέσεις, σε κάποια σημεία βαλτώνει, ενώ σε κάποια άλλα “φεύγει” με αποτέλεσμα να χαθεί η ευκαιρία ενός πιο ολοκληρωμένου πορτραίτου. Ένα σενάριο άνισο που είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η ταινία δεν πατά και τόσο γερά στα πόδια της. Με έναν καλύτερο σεναριογράφο λοιπόν και ενδεχομένως με λιγότερες επεμβάσεις για ωραιοποίηση από την παραγωγή, η ταινία να προχωρούσε με μεγαλύτερη σιγουριά.

bohemian-rhapsody-voce-di-freddie-mercury-quella-di-3-persone-maxw-654

Μια μικρή σύγκριση με το Ali του Μάϊκλ Μανν, κι εκεί υπήρχαν μικρές ανακρίβειες κι εκεί η ταινία άφησε ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του Μωχάμεντ Άλι έξω από την οθόνη αλλά συνειδητά είχε επιλέξει να ασχοληθεί με την πιο σημαντική περίοδο της ζωής του ενώ είχε σαν βάση ένα εξαιρετικό σενάριο που πρόσεξε πολύ τον κεντρικό ήρωα, εστίασε πολύ περισσότερο στην προσωπικότητα και όχι στο τι συνέβαινε πάνω στο ρινγκ και είχε πίσω από την κάμερα έναν σπουδαίο δημιουργό που δίδαξε αφήγηση, η αφήγηση στο Bohemian Rhapsody χωλαίνει συχνά (μάλλον θα είναι τα μέρη στα οποία ο Σίνγκερ δεν ήταν πια στη θέση του σκηνοθέτη). Όσον αφορά τις ερμηνείες, αρκετά πια με τις μπούρδες για το πόσο μοιάζει ή όχι ο Μάλεκ με τον Mercury, η θα αν έπρεπε να διαλέξουν έναν ηθοποιό που έμοιαζε περισσότερο, ο Μάλεκ με το σενάριο που έχει στα χέρια του κάνει φοβερή δουλειά, η ερμηνεία του είναι πολύ καλή κι εδώ που τα λέμε και οι ερμηνείες των περισσοτέρων είναι πειστικότατες, για την ακρίβεια πιστεύω πως είναι το καλύτερο κομμάτι της ταινίας.

Το Bohemian Rhapsody είναι από τις ταινίες που αν είσαι φανατικός οπαδός των Queen θα την δεις οπωσδήποτε, κι αν ακόμα θυμώσεις με τις όποιες ανακρίβειες ή με τα όποια πασαλείμματα σίγουρα θα συγκινηθείς και θα ξαναγίνεις παιδί αν τους γνώρισες στην εφηβεία σου ενώ θα ανατριχιάσεις με μερικές σκηνές από την εμφάνισή τους στο Live Aid, πολύ απλά αυτό ήταν και αυτό είναι οι Queen, αυτό ήταν και αυτό είναι ο Freddie Mercury έχουν τη δύναμη να σε αγγίξουν ακόμα και όταν ένα φιλμ που αναφέρεται σε αυτούς δεν είναι αυτό που θα έπρεπε.

Poster

Περίπτωση Συνείδησης (No Date, No Sign) – 2017

Σκηνοθεσία : Βαχίντ Τζαλιλβάντ

Πρωταγωνιστούν : Αμίρ Αγκαϊ, Ζακιέ Μπεχμπαχανί, Ναβίντ Μοχαμαντζαντέ, Χεντιέ Τεχρανί

Ένα τροχαίο ατύχημα που έχει σαν αποτέλεσμα τον τραυματισμό ενός μικρού αγοριού. Εμπλεκόμενοι, ένας πετυχημένος γιατρός και ο πατέρας του παιδιού. Όλα δείχνουν ελαφρύ τραυματισμό, οι δύο άντρες συμφωνούν να μην ανακατέψουν κανέναν άλλον και καταλήγουν στην αποζημίωση που δίνει ο γιατρός. Την επόμενη μέρα όμως το αγόρι μεταφέρεται νεκρό στο νοσοκομείο στο οποίο εργάζεται ο γιατρός.

“Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το θάνατο ενός παιδιού”, ο Βαχίντ Τζαλιλβάντ έχοντας σαν αφετηρία την συγκεκριμένη φράση δημιουργεί μεθοδικά μια κόλαση για αυτούς που μένουν πίσω. Ο ιρανικός κινηματογράφος “φωνάζει” δυνατά τα τελευταία χρόνια και μας έχει δώσει θαυμάσια δείγματα, ειδικά από τον Ασγκάρ Φαραντί (Ένας Χωρισμός, Το Παρελθόν, Ο Εμποράκος), αλλά και ο Τζαλιλβάντ, αν και με μικρότερο βιογραφικό από τον συμπατριώτη του, έχει εμπειρία και στη τηλεόραση και στο θέατρο ενώ η πρώτη του ταινία με τίτλο Wednesday, May 9 πήρε πολύ καλές κριτικές. Αν μη τι άλλο στο Περίπτωση Συνείδησης φαίνεται πως έχουμε να κάνουμε με έναν δημιουργό που ξέρει πολύ καλά τι θέλει κι έχει και ένα μοναδικό τρόπο να μας αιχμαλωτίσει στο σύμπαν του.

nodate100

Το δυσβάσταχτο φορτίο της αμφιβολίας δεν βασανίζει μόνο τους ώμους και τις ψυχές των κεντρικών χαρακτήρων αλλά και τον θεατή. Δε θα είναι λίγες οι φορές που θα έρθουμε στη θέση του γιατρού, του πατέρα αλλά και κάποιων από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους. Ο Τζαλιλβάντ δημιούργησε μια πολύ δυνατή δραματική ταινία που χωρίς στυλιζαρισμένους μελοδραματισμούς και φτηνή διδασκαλία ή ηθικολογία, μας βομβαρδίζει με ερωτήματα, μας καλεί να πάρουμε αποφάσεις, αν θέλετε να διαλέξουμε και πλευρά, σας βεβαιώνω ότι τίποτα από αυτά δεν είναι εύκολο.

Δεν είναι μόνο η εξαιρετική σκηνοθεσία με το ρυθμό να τρέχει στις ταχύτητες που πρέπει, πότε αργός και πότε γρήγορος, είναι το άκρως ρεαλιστικό και καλοδουλεμένο σενάριο γραμμένο από τον Τζαλιλβάντ και τον Αλί Ζαρνεγκάρ, η φωτογραφία των Μορτεζά Πουρσαμαντί και Πεημαν Σαντμανφαρ η οποία μετατρέπει πολλούς χώρους σαν κελιά φυλακής, σαν νεκροτομεία ή σαν δικαστήρια, και τέλος οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών!! Με λίγα όλα έχουμε ένα φίλμ στο οποίο όλα δουλεύουν τέλεια.

image-original

Μην φανταστείτε όμως πως το Περίπτωση Συνείδησης σταματάει μόνο στις παραπάνω κινηματογραφικές αρετές, είναι η ευκαιρία του σκηνοθέτη για να “γράψει” μια μελέτη πάνω στη σύγχρονη ιρανική κοινωνία, την οποία εμείς οι δυτικοί συνήθως μαθαίνουμε από τα “έγκυρα” δελτία ειδήσεων, ή από ακόμα πιο “έγκυρους” αρθρογράφους της φιλοσοφίας “όπου μουσουλμάνος και κάθαρμα”, “όπου Αλλάχ τζιχαντιστής και δήμιος”. Θα εντυπωσιαστείτε όταν διαπιστώσετε πως εκτός από τις όποιες διαφορές τους, οι κοινωνίες μας έχουν και συγκλονιστικές ομοιότητες, η ενοχή, η συνείδηση, ο φόβος, οι τύψεις, ο πόνος, η δικαιοσύνη, η αισχροκέρδια, η εργασιακή εκμετάλλευση, η γραφειοκρατία, η απρόσωπη εξουσία…δεν έχουν σύνορα.

Το σινεμά του Τζαλιλβάντ είναι αναγκαίο, είναι σινεμά που σε κάνει να σκέφτεσαι και να αναρωτιέσαι, δε σκοπεύει να σε ταλαιπωρήσει με κλάματα που κόβουν εισιτήρια και κάνουν εξώφυλλα. Είναι σινεμά αλήθειας, σινεμά ανθρώπινο 100%. Για τα βραβεία δε σκοπεύω να γράψω τίποτα, ο καθένας ψάχνει αν θέλει, με ενδιαφέρει κυρίως το τι θα δω στο “πανί” κι αυτό που είδα θα το θυμάμαι, άφησε κουσούρια αφού ο σινε-ιός του Ιρανού μπήκε μέσα μου και χωρίς καλά καλά να το καταλάβω εξαπλώθηκε κι έκανε τη “ζημιά”

 

pelicula-cold-war

Ψυχρός Πόλεμος (Zimna Wojna) – 2018

Σκηνοθεσία : Πάβελ Παβλικόφσκι

Πρωταγωνιστούν : Τζοάνα Κούλινγκ, Τόμας Κοτ

Εκείνος μουσικοσυνθέτης κι εκείνη νεαρή φιλόδοξη τραγουδίστρια, γνωρίζονται κι ερωτεύονται στη Πολωνία του 1949 κι εμείς θα παρακολουθήσουμε την δεκαπεντάχρονη πορεία αυτού του έρωτα

“Απέδειξαν ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να γράψεις όμορφες απλές μελωδίες με εξίσου όμορφους αλλά απλούς στίχους” είχε πει κάποιος για τους Beatles. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να πει κανείς και για τη νέα ταινία του δημιουργού της Ida, γιατί τελικά το Ψυχρός Πόλεμος μοιάζει εκ πρώτης όψεως να είναι μια απλή ερωτική ιστορία αλλά… αλλά μόνο απλή δεν είναι. Η σχέση δοκιμάζεται, ξαναδοκιμάζεται, περνάει μέσα από σαράντα κύματα, αλλάζει πόλεις, και δυναμώνει. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με το σενάριο, boy meets girl όπως έλεγαν κάποτε οι παραγωγοί του Χόλλυγουντ θέλοντας να δείξουν την επιτυχημένη συνταγή για μία ταινία που θα έσπαγε τα ταμεία, η ταινία του  Παβλικόφσκι δεν έχει ακριβώς τις προδιαγραφές για “σπάσιμο ταμείων’ αλλά εύχομαι ολόψυχα να το πετύχει. Κύριος υπεύθυνος για το σενάριο ο ίδιος ο σκηνοθέτης σε συνεργασία με τον Γιάνους Γκλοβάκι, έχω ξαναγράψει πως ορισμένοι κινηματογραφιστές είναι και οι ιδανικοί άνθρωποι για να γράψουν το σενάριο των ταινιών τους γιατί μόνο οι ίδιοι μπορούν να δώσουν “μιλιά” στο όραμά τους.

zimna_wojna_fotosy189.jpg

Ο Παβλικόφσκι στην ουσία έγραψε ένα ποίημα, ή αν θέλετε ένα ερωτικό τραγούδι αφού η ταινία έτσι κι αλλιώς σχετίζεται με την μουσική οπότε μάλλον παίζει κι αυτό το ρόλο του πάνω στο χτίσιμο του σεναρίου. Οι διάλογοι συχνά θυμίζουν στίχους, στίχους που κρύβουν όλη τους την ομορφιά μέσα στην απλότητά τους. Στη Πολωνία, στο Παρίσι, στη Γιουγκοσλαβία, ένα τραγούδι για κάθε μέρος. Πως να χωρέσουν όμως 15 χρόνια μέσα σε 90 λεπτά; Ο Παβλικόφσκι όχι μόνο τα κατάφερε αλλά έδωσε και μαθήματα για το πως να πετύχει κανείς κάτι ανάλογο, δε χρειάστηκε να ξεχειλώσει τίποτα, δε χρειάστηκε να γράψει ατελείωτους διαλόγους, μπόρεσε να δημιουργήσει δύο ολοκληρωμένους χαρακτήρες έτσι απλά. Δε μπορώ να σκεφτώ ποιος άλλος θα μπορούσε να πει τόσα πολλά μέσα σε τόσο σύντομο κινηματογραφικό διάστημα. Από την άλλη, για να επανέλθω σε αυτό που έγραψα πιο πριν, όταν γράφεις ένα ποίημα ή ένα τραγούδι χωρίς να γεμίσεις πολλές σελίδες έχεις τη δυνατότητα να δημιουργήσεις διαχρονικούς ήρωες.

Οι ηθοποιοί έχουν στα χέρια τους ένα διαμάντι, το ίδιο το σενάριο τους καθοδηγεί, ασφαλώς και οι ερμηνείες τους είναι πολύ καλές αλλά πιστεύω πως η γραφή έχει κάνει ακόμα πιο εύκολη τη δουλειά τους. Όσο για το εικαστικό κομμάτι, συναντάμε στη φωτογραφία την “εγγύηση” που λέγεται Λούκας Ζαλ, τον θαυμάσαμε στην υπέροχη Ida και στο αριστούργημα Loving Vincent οπότε τι άλλο να γράψω; Πόσο ιδιοφυής πρέπει να είσαι όταν γυρίζεις σκηνές μέσα σε τζαζ κλαμπ του Παρισιού και ο φωτισμός σε συνδυασμό με τα πρόσωπα να θυμίζουν κάτι από το εξώφυλλο του A Love Supreme, αυτού του έπους που ηχογράφησε ο John Coltrane; Αλλά μήπως αυτό ακριβώς δεν ζουν οι δύο ήρωες, μια υπέρτατη αγάπη;

zimna-wojna-film-2-1180x721

Μια αφήγηση που τρέχει χωρίς να ξεφεύγει, μοντάζ που μπορεί να θυμίσει κάτι από Γκοντάρ, πλάνα που θα φέρουν στο νου τον Δάσκαλο Ταρκόφσκι, ειδικά η σκηνή όπου η Ζούλα τραγουδά καθώς μένει ακίνητη στο νερό της λίμνης εμένα μου τον θύμισε έντονα. Κάπου υπάρχουν και οι Ιταλοί νεορεαλιστές (π.χ στη σκηνή του πάρτυ ο Φελίνι), ή ακόμα και κάτι νοσταλγικό από Τα Φτερά Του Έρωτα του Βέντερς. Ο Παβλικόφσκι κατάφερε να μας χαρίσει μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς-κατά την άποψή μου πάντα- χωρίς ίχνος ψευτοκουλτούρας, και δήθεν βάθους, μας ταξιδεύει, μας συγκινεί, μας ξαφνιάζει, μας θυμίζει τι σημαίνει σπουδαίο σινεμά.

 

 

old_man_and_the_gun

Ο Κύριος & Το Όπλο (The Old Man & The Gun) – 2018

Σκηνοθεσία : Νταίηβιντ Λόουερυ

Πρωταγωνιστούν : Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Σίσσυ Σπεήσεκ, Κέηση Άφλεκ, Ντάννυ Γκλόβερ, Τομ Γουέητς

Ο 74χρονος Φόρεστ Τάκερ το μόνο που έμαθε να κάνει καλά στη ζωή του ήταν να ληστεύει τράπεζες, μαζί με άλλους δύο επίσης ηλικιωμένους φίλους του σχηματίζουν την συμμορία Over The Hill και αναστατώνουν από αστυνομία μέχρι FBI.

Αληθινή ή σχεδόν αληθινή ιστορία, ελάχιστη σημασία έχει. Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ ανέφερε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία του εμφάνιση στην μεγάλη οθόνη, σαν ηθοποιός τουλάχιστον. Οι ταινίες με ηλικιωμένους πρωταγωνιστές συχνά έχουν στόχο την συγκίνηση του θεατή, είτε με μελό τεχνικές είτε με αξιοπρέπεια. Στη δεύτερη κατηγορία οι τελευταίες δύο που μπορώ να θυμηθώ γιατί με έκαναν να βουρκώσω και να μη ντρέπομαι να το παραδεχτώ, ήταν το Γκράντ Τορίνο και το Λάκυ. Αν πάω πιο πίσω θα θυμηθώ και το Στραίητ Στόρυ ή τη Χρυσή Λίμνη. Δεν είμαι σίγουρος αν σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής είχαν στο μυαλό τους τη συγκίνηση, αν είχαν πάντως την περήφανη έξοδο του Ρέντφορντ από το πανί το σχέδιο δεν το λες και πετυχημένο.

Ο Ρέντφορντ είναι ηθοποιός που είχε ταβάνι αλλά ήταν τόσο μάγκας που μπορούσε να σταθεί πολύ καλά δίπλα σε “τέρατα” όπως ο Πωλ Νιούμαν, ο Μάρλον Μπράντο, η Τζαίην Φόντα, η Φέη Ντάναγουέη κ.α. Μπορώ να φέρω στο μυαλό μου καλές του ερμηνείες, καμία όμως συγκλονιστική. Από την άλλη σαν σκηνοθέτης τα πήγε επίσης καλά. Ήταν σταρ αλλά δεν προχώρησε μόνο χάρη στο πολύ όμορφο παρουσιαστικό του είχε λάμψη και είχε και χαρίσματα. Στο συγκεκριμένο φιλμ κάτι από αυτά τα χαρίσματα και από αυτή τη λάμψη προσπαθούν να βγουν στην επιφάνεια αλλά….

redford2.0

Είχα την αίσθηση από την αρχή έως το τέλος ότι έγινε προσπάθεια για μια δεκαετίας εβδομήντα αντιηρωικής ταινίας απλώς οι πρωταγωνιστές θα ήταν ηλικιωμένοι, καθόλου κακή ιδέα, όμως δυστυχώς το φιλμ δεν έχει την έμπνευση που θα έπρεπε, τους κρυφούς άσσους (σεναριακά κυρίως) που θα έπρεπε αλλά και τις ερμηνείες που θα έπρεπε. Για να θυμηθούμε το Space Cowboys, τι χημεία ανάμεσα στους ηθοποιούς, πόσο καλοδουλεμένοι χαρακτήρες και πόσο περήφανα γηρατειά!!! Δεν περίμενα από τον Ρέντφορντ να γίνει ‘Ιστγουντ, δεν τον βοηθάει και το παρουσιαστικό του, απλώς επειδή ούτε ο Ίστγουντ ήταν ποτέ μεγάλος ηθοποιός είχε όμως το μυαλό, το ένστικτο αν θέλετε, και την ικανότητα να δημιουργεί ακόμα και σε μεγάλη ηλικία αλησμόνητους ρόλους.

Η σκηνοθεσία του Λόουερυ (του οποίου είναι και η πρώτη ταινία που είδα) δεν έχει νεύρο και μάλλον δεν έχει και τόλμη γιατί καλούς ηθοποιούς έχει. Η αφήγηση μοιάζει τεμπέλικη και δεν υπάρχει και η παραμικρή κορύφωση. Καλή στιγμή και σεναριακά και σκηνοθετικά π.χ αποτελεί η γνωριμία του Ρέντφορντ με την Σπέησεκ, μετά όμως; Το κακό είναι ότι ο σκηνοθέτης έχει αναλάβει και το σενάριο, το οποίο πάσχει στο βάθος χαρακτήρων, ίσως από άλλη πένα το αποτέλεσμα να ήταν καλύτερο. Καλύτερες ερμηνείες αυτή της Σπέησεκ και αυτή του Γουέητς (με όσα περιθώρια τους άφηνε το σενάριο αφού η έξοδος του Ρέντφορντ έπρεπε να είναι πανηγυρική κι εκεί έπεσε το βάρος), ο Ντάννυ Γκλόβερ είναι διακοσμητικό στοιχείο, ενώ ο συνήθως πολύ καλός Κέηση Άφλεκ παίζει σαν κάποιον που προσπαθεί να φτιάξει καφέ μετά από χανγκόβερ, μοιάζει και ο ίδιος να μην πιστεύει στο ρόλο του. Ο Κύριος & Το Όπλο μπορεί να γινόταν πολύ καλύτερη ταινία αν τη σκηνοθεσία και το σενάριο τα αναλάμβαναν άλλοι, όπως έχω ξαναγράψει στο παρελθόν την κατατάσσω σε μιά δική μου κατηγορία ταινιών που την έχω βαφτίσει Χαμένες Ευκαιρίες.

Κρίμα γιατί ακριβώς επειδή συμπαθώ τον Ρέντφορντ ήθελα η αποχώρηση του να μου αφήσει κάτι γιατί ήταν από τους ηθοποιούς με τους οποίους ξεκίνησα να μαθαίνω σινεμά. Ας είναι όμως έχει παίξει σε τόσες πολλές καλές ταινίες που η δουλειά έχει γίνει! ‘Ισως άλλη μια ευκαιρία ακόμα; ίσως;

η δυναμισ

Γκράχαμ Γκρην : Η Δύναμις Και Η Δόξα

Εκδόσεις : ΠΟΛΙΣ

Μετάφραση : Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Ήταν ένας άνθρωπος που υποτίθεται πως έσωζε ψυχές. Κάποτε έμοιαζε εύκολο αυτό, να κηρύττει κατά την δοξολογία, να οργανώνει τις λέσχες, να πίνει καφέ με ηλικιωμένες κυρίες πίσω από παράθυρα με κάγκελα, να ευλογεί καινούργια σπίτια με λίγο λιβάνι, να φοράει μαύρα γάντια… Τόσο εύκολο όσο και η αποταμίευση. Τώρα ήταν ένα μυστήριο. Είχε επίγνωση της απελπισμένης του ανεπάρκειας.

Έπεσε στα γόνατα και την τράβηξε κοντά του ενώ εκείνη χαχάνιζε και πάλευε να ξεφύγει.

“Σ’αγαπώ. Είμαι ο πατέρας σου και σ’αγαπώ. Προσπάθησε να το καταλάβεις αυτό”. Την κρατούσε σφιχτά από τον καρπό, και ξαφνικά εκείνη έμεινε ακίνητη και τον κοίταζε . “Θα έδινα και την ζωή μου, τίποτα δεν είναι αυτό, την ψυχή μου…αγαπημένη μου, αγαπημένη μου, προσπάθησε να καταλάβεις πως είσαι- τόσο σημαντική”. Το ήξερε από πάντα πως αυτή ήταν η διαφορά ανάμεσα στη δική του πίστη και την δική τους, των πολιτικών ηγετών του λαού, που νοιάζονταν μόνο για πράγματα όπως το κράτος και η πολιτεία: αυτό το παιδί ήταν πιο σημαντικό και από ολόκληρη ήπειρο. Είπε “πρέπει να προσέχεις τον εαυτό σου, γιατί είσαι τόσο- απαραίτητη. Ο πρόεδρος πέρα στην πρωτεύουσα κυκλοφορεί με οπλισμένους άντρες που τον φυλάνε- εσύ όμως, παιδί μου, έχεις όλους τους αγγέλους του ουρανού..” Το παιδί τον παρατηρούσε με μάτια σκοτεινά, χωρίς συνείδηση, εκείνος ένιωσε πως είχε έρθει πολύ αργά. Είπε, “Αντίο καλή μου”, και τη φίλησε αδέξια- ένας χαζός, ξελογιασμένος άντρας περασμένης ηλικίας που, μόλις την άφησε και άρχισε να βαδίζει κουρασμένος ξανά προς την πλατεία, ένιωσε πίσω από τους κυρτούς του ώμους όλο το δηλητήριο του κόσμου να κατακλύζει το παιδί για να το καταστρέψει. Το μουλάρι του ήταν ήδη εκεί, σελωμένο, πλάι στον πάγκο με τα αναψυκτικά.

“Καλύτερα πήγαινε βόρεια πάτερ” είπε κάποιος και στάθηκε αποχαιρετώντας τον με υψωμένο χέρι.

Δεν πρέπει να νιώθει κανείς ανθρώπινη στοργή- ή, μάλλον, πρέπει κανείς να αγαπά κάθε ψυχή σαν να’τανε παιδί του. Το πάθος για προστασία πρέπει να απλώνεται σ’έναν ολόκληρο κόσμο- εκείνος όμως το ένιωθε αιχμάλωτο και πονεμένο, σαν ζώο δεμένο σε κορμό δέντρου. Έστρεψε το μουλάρι του προς τον Νότο.

Δεν είχε νόημα, δεν μπορούσε να μείνει πια εκεί. Θα ήταν κακή ιδέα ακόμα και να έμπαινε στο χωριό, γιατί, αν μαθευόταν, κάποιος θα έχανε τη ζωή του – κάποιον θα έπαιρναν όμηρο. Κάπου πέρα μακρυά λάλησε ένας πετεινός. Η ομίχλη αναδύθηκε από το σπογγώδες έδαφος, μέχρι τα γόνατα, και σκέφτηκε άναν φακό να ανάβει μέσα στην απογυμνωμένη εκκλησία, ανάμεσα στα πρόχειρα τραπέζια. Τι ώρα λαλούν οι πετεινοί; Ένα από τα πιο αλλόκοτα πράγματα στον κόσμο αυτόν τον καιρό ήταν ότι δεν υπήρχαν ρολόγια- μπορούσε να περάσει ολόκληρη χρονιά χωρίς να ακούσεις ούτε ένα να χτυπά. Χάθηκαν κι αυτά μαζί με τις εκκλησίες, κι έτσι απέμεινε μόνο η αργόσυρτη, γκρίζα αυγή και η κατακλυσμιαία νύχτα σαν μοναδικά μέσα μέτρησης του χρόνου.


 

978-618-03-1067-2_1

Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΩΝ ΠΟΔΗΛΑΤΩΝ : LUIGI BARTOLINI

Εκδόσεις : ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Μετάφραση : Κούλα Καφετζή

Γινόμαστε νευρικοί κι ας μην είναι στη φύση μας. Γιατί εκτός των άλλων στα γραφεία της αστυνομίας δεν γίνεται να είμαστε ήρεμοι. Βρισκόμαστε εκεί είτε γιατί μας έχουν καλέσει , οπότε μας ζώνουν τα φίδια, είτε γιατί θέλουμε να καταγγείλουμε , να διαπληκτιστούμε, να ζητήσουμε βοήθεια. Αποκλείεται λοιπόν να είμαστε ήρεμοι.

Ο άνθρωπος αυτός είχε τρομερό εκνευρισμό και ξεθύμαινε μιλώντας μαζί μου. Τρεις φορές μου διηγήθηκε την ιστορία του με άλλες τόσες παραλλαγές. Σαν τον σπίνο στο κλουβί του την ώρα που μελετάει το τραγούδι του, το αλλάζει συνέχεια ώσπου να το βρει απόλυτα πειστικό και ικανοποιητικό. Στην αρχή τον άκουγα ανόρεχτα μετά όμως κατάφερε να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ειδικά όταν άρχισε να διηγείται πως μία από τις πόρνες είχε βγει μισόγυμνη στον δρόμο με τις παντόφλες για να στήσει καβγά μαζί του. Τώρα μου διηγιόταν ότι μία άλλη τον είχε απειλήσει και μάλιστα είχε προσπαθήσει να του ρίξει νερό- ποιος ξέρει πόσο βρωμερό- στο κεφάλι από το τέταρτο πάτωμα, απ’ όπου τον προκαλούσε και τον κορόιδευε. Ε΄λεγε πως ήταν μεγάλο σκάνδαλο και πως είχε δύο κορούλες, μία σε ηλικία που δεν καταλάβαινε, αλλά η άλλη αν και ανήλικη, σε ηλικία που θα μπορούσε να καταλάβει θαυμάσια, γι’αυτό κι εκείνος, για χ΄’αρη των κοριτσιών του και της ηθικής , ήθελε να σταματήσει το σκάνδαλο. Χώρια που, απ’ότι φαινόταν, η μέγαιρα δεν του πλήρωνε και το νοίκι, το οποίο δεν του πλήρωνε ούτε ο παλιός ένοικος. Ο ανθρωπάκος δηλαδή εισέπραττε και όνειδος και χλευασμό.

Όταν ο κλέφτης έφτασε στο σημείο απ’όπου ξεκινούσε ο έρημος δρόμος, ξαφνικά γύρισε και χίμηξε καταπάνω μου απειλώντας να με χαστουκίσει. Διέγραψε έναν γύρο με ανοικτή παλάμη. ήταν μια πελώρια παλάμη. Οι τρίχες των μαλλιών του είχαν σηκωθεί όρθιες, όπως τα φτερά των κοκόρων όταν θυμώσουν, ενώ τα μάτια του θύμιζαν μάτια αρπακτικού που έχει πληγωθεί θανάσιμα. Από την μία ήταν να γελάς κι από την άλλη να τρέμεις. Εγώ απλώς έκανα ένα βήμα πίσω και έμεινα ατάραχος. Οι άνθρωποι του υποκόσμου είναι δειλοί δεν εμπλέκονται σε μονομαχίες. όσο λοιπόν ήμασταν ένας εναντίον ενός δεν υπήρχε φόβος. όσο δηλαδή η σύγκρουση περιοριζόταν μεταξύ δύο, ο αγώνας ήταν ισότιμος. Και οι αγώνες, ακόμα και όταν είναι άγριες συμπλοκές, είναι αναμενόμενοι. Αντιπροσωπεύουν τις μοιραίες στιγμές της ζωής μας. Δεν γίνεται να θέλουμε όλες οι στιγμές της ζωής μας να είναι ρόδινες. Βυθισμένοι μέσα στο ποιοτικό μας όνειρο περί αγάπης και δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων του κοινωνικού συνόλου, είναι μάταιο να ονειρευόμαστε κάτι τέτοιο και ως και ηλίθιο να το ευχόμαστε.

Πως μπορώ ας πούμε να ξεχάσω την σκηνή που παρακολούθησα σήμερα το πρωί στη Πιάτσα Ντελ Μόντε. Κάποια στιγμή ανάμεσα στους κλέφτες που πουλούσαν λάστιχα και σαμπρέλες εμφανίστηκε ένας κομψός νέος. ήταν ένας ψηλός και ρωμαλέος νέος. Δεν συνηθίζω να κοιτώ τους ανθρώπους με σκοπό να τους κρίνω από την ομορφιά τους, αλλά τα μάτια μου έπεσαν πάνω του σα να έβλεπα ελληνικό άγαλμα. Άγαλμα του Φειδία. Μια μορφή ιππέα από την ζωφόρο του Παρθενώνα. Τα μαλλιά του ήταν σπαστά και καστανά. όχι μαύρα κορακίσια όπως τα μαλλιά των κατοίκων του Τραστέβερε ή του Παριόνε, αλλά καστανά όπως των αστέρων του κινηματογράφου. Τα μάτια του είχαν το ανοιχτό χρώμα των απόνερων, με ανταύγιες που θύμιζαν κάτουρο μουλαριού κι ωστόσο ήταν η ενσάρκωση του φυσικού κάλλους του Άδωνη. Κι εγώ, παρατηρώντας τον, αναπολούσα με μελαγχολία τα δικά μου νεανικά χρόνια -που δυστυχώς πέρασαν ανεπιστρεπτί- τότε που ήμουν κι εγώ έτσι όμορφος. Τον παρατηρούσα γι’αυτόν τον επιπλέον λόγο, με συμπάθεια ή και με περιέργεια. Φορούσε όπως και οι αστέρες του κινηματογράφου, πλεχτή μπλούζα από μετάξι ή λεπτό μαλλί, ή ότι ότι άλλο ήταν τέλος πάντων, στο χρώμα του φουντουκιού, η οποία άνοιγε με φερμουάρ, και παντελόνι με άψογη και ολόισια τσάκιση, που μπορούσε να ξετρελάνει κάθε νεαρή δακτυλογράφο. Υπέθεσα πως ήταν κάποιος ηθοποιός του σινεμά. Κάποιος διάσημος ηθοποιός. Επειδή όμως δεν τρελαίνομαι για τα κατορθώματα του κινηματογράφου, ή μάλλον επειδή θεωρώ πως ο κινηματογράφος είναι μια χυδαία τέχνη, που ποτέ δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από το χυδαίο(λόγω της φύσης της, της ουσίας της και των πρακτικών αναγκών), δεν παρακολουθώ τις θεότητες του σελιλόιντ. Αγνοώ και τα ονόματα και τα κατορθώματα (γνωστά σε όλες τις κυρίες) των μεγάλων αστέρων μας.