Feeds:
Posts
Comments

IMG_20190503_183629[1]

Γιάννης Σολδάτος : Ένας Άνθρωπος Παντός Καιρού

Εκδόσεις : Αιγόκερως

Ο θίασος Θανάση Βέγγου, μ’επιχειρηματία τον Ηλιάδη, ξεκινάει για το εξωτερικό. Πρώτος σταθμός η Αφρική. Ύστερα από ένα ξεθεωτικό ταξίδι φτάνουμε στο Γιοχάνεσμπουργκ, που είναι και η πρώτη μας πιάτσα.

Η πρεμιέρα είναι προπουλημένη κι οι θεατές έχουν έρθει από πολλά μίλια μακρυά με τα αυτοκίνητά τους για να θαυμάσουν τον Βέγγο και το θίασό του. Είναι όλα έτοιμα, όμως στα σκηνικά που έφερε το αεροπλάνο δεν υπήρχε μια μικρή σκάλα απαραίτητο εξάρτημα του έργου. Τοποθετιόταν στο προσκήνιο για να ανεβοκατεβαίνει ο Βέγγος. Ο ταλαίπωρος Ηλιάδης, όσο περνούν οι ώρες κοντεύει να κρεπάρει. Προτείνει στον Βέγγο να του φτιάξει μια άλλη σκάλα.

-Όχι καλέ μου άνθρωπε!

– Μία από μαόνι

-Όχι, ούτε κι από ασήμι, ούτε κι από χρυσάφι. Πρέπει να είναι η σκάλα με τα χρώματα που έχω εγώ!

-Ρε Θανάση επεμβαίνω, κι αν δεν έρθει η σκάλα τι θα γίνει;

-Αναβολήηηη!

-Τι είπες, για σύνελθε. Εδώ έχουν έρθει άνθρωποι από 300 και 400 μίλια μακρυά για να σε δούνε. Τι θα κάνουμε;

-Αναβολήηηη! συνεχίζει

Κι η σκάλα δεν ήρθε και η αναβολή έγινε και οι άνθρωποι κοιμήθηκαν στα αυτοκίνητά τους. Η σκάλα ήρθε την άλλη μέρα. Όλοι περίμεναν. Δεν είχε φύγει κανείς. Πολλές φορές σκέφτηκα μήπως ήταν σαδιστής. Όχι, του άρεσε το τέλειο.

…Τα βράδια τρώγαμε όλοι μαζί, μέχρι που ανακαλύψαμε ένα ελληνικό εστιατόριο. Ένα βράδυ μετά το φαϊ ο Βέγγος ζήτησε τον λογαριασμό που ήταν σαράντα δύο ράντ. Την εποχή εκείνη είχαν δώσει κάτι ελευθερίες στους μαύρους. Δηλαδή μπορούσαν να περπατούν στο ίδιο πεζοδρόμιο με τους λευκούς και να μπαίνουν στα ίδια λεωφορεία και ακόμα να σε κοιτούν κατάματα. Πληρώνει ο Βέγγος και φέρνει ο μαύρος 8 ραντ ρέστα. Του τα δίνει και του λέει

-Δικά σου καλέ μου μαύρε.

Το ακούει ο καταστηματάρχης και φωνάζει:

-Τι κάνετε κύριε Βέγγο; Οχτώ ραντ πουρμπουάρ στον μαύρο; Μας κάψατε

– Και τι πρέπει να του δώσω;

-Ένα δέκατο του ραντ

Σηκώνεται ο Θανάσης και είναι έτοιμος να αρπαχτεί. Τον σταματάω.

-Τι λες ρε βρωμιάρη που θα μου κανονίσεις τι θα δώσω πουρμπουάρ στον φουκαρά!

Ο μαύρος που ήξερε ελληνικά παρακαλάει:

-Μη κύριε Βέγγο, θα με διώξει.

Ο καταστηματάρχης τα χρειάστηκε. Φαίνεται ότι δεν ήξερε ότι ο “Τρελλός Του Λούνα Παρκ”, όταν τον θίγανε γινόταν πιο τρελός στη ζωή. Είδα κι έπαθα να τον καλμάρω.

Ζαννίνο

Από το βιβλίο του Αλέκου Χρυσοστομίδη Ζαννίνο, εκδ. Σμυρνιωτάκης

 

 

 

 

 

Advertisements

NOS

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΜΑΣ (NOS BATAILLES) – 2018

Σκηνοθεσία : Γκιγιόμ Σενέ

Πρωταγωνιστούν : Ρομέν Ντιρίς, Λετισιά Ντος, Λουσί Ντεμπέ

Ο Ολιβιέ είναι υπεύθυνος ομάδας εργατών σε κάποιο εργοστάσιο και μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έρχεται αντιμέτωπος με δύο απώλειες. Πρώτα με την αυτοκτονία ενός εργάτη ύστερα από την απόλυσή του και κατόπιν με την αναπάντεχη εγκατάλειψη της οικογένειας από την γυναίκα του και μητέρα των δύο παιδιών του.

Στα πρώτα λεπτά έχουμε την αίσθηση πως θα παρακολουθήσουμε άλλο ένα κοινωνικό δράμα γύρω από τις συνθήκες εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις στην σύγχρονη Ευρώπη. Ο Σενέ το χειρίζεται πολύ καλά, δανειζόμενος και έναν ντοκιμαντερίστικο τρόπο γραφής, η σκηνή στο γραφείο της υπεύθυνης προσωπικού είναι όντως πολύ καλογυρισμένη. Αργότερα έρχεται το οικογενειακό δράμα, κάτι σαν το Κράμερ Εναντίον Κράμερ απλώς αυτή τη φορά η σύζυγος που εγκαταλείπει δεν δίνει καμία εξήγηση έστω και βιαστική.

Ο σκηνοθέτης λοιπόν παλεύει όσο καλύτερα μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο “εργασιακό-κοινωνικό” φιλμ και στην “οικογενειακή ιστορία”. Στα συν ο τρόπος κινηματογράφησης και ο διάχυτος ρεαλισμός καθώς επίσης και η έλλειψη οικογενειακών εντάσεων για χαρτομάντηλα. Στα πλην το μερικές φορές υπερβολικό αλά ντοκιμαντέρ γύρισμα αφού η ταχύτητα εξέλιξης ορισμένων σκηνών δεν βοηθά και πολύ στην κατανόησή τους, άλλο ένα πλην-πάντα κατά την άποψη μου- η μικρότερη απ’όσο θα έπρεπε διάρκεια.

Έχουμε λοιπόν τον Κεν Λόουτς από την μία και τους φορμαρισμένους Νταρντέν από την άλλη, αν μη τι άλλο στα δικά μου τα μάτια η συνάντηση αυτή εξελίχθηκε ευχάριστα. Ο μαχόμενος συνδικαλιστής που ύστερα από την εξαφάνιση της γυναίκας του συνειδητοποιεί ότι δεν ήταν και τόσο κοντά στην οικογένεια του όσο θα έπρεπε και ότι ο σκληρά εργαζόμενος πατέρας συχνά τα κάνει μαντάρα στο καθημερινό μεγάλωμα των παιδιών, ένα καθήκον το οποίο είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου η μητέρα.

Καθώς το φιλμ προχωράει το οικογενειακό δράμα κερδίζει πόντους έναντι του εργασιακού αλλά σε καμία περίπτωση η κριτική ματιά και ο κοινωνικός σχολιασμός δεν μένουν στη γωνία. Το σενάριο προσπαθεί να αποφύγει τρύπες και προχειρότητες και σε γενικές γραμμές τα καταφέρνει, μοιραία βέβαια το βάρος πέφτει στον βασικό ήρωα τον οποίο ερμηνεύει πολύ καλά ο Ρομέν Ντιρίς απλώς θα μπορούσαν να δουλευτούν κάπως βαθύτερα ορισμένες σχέσεις με πρόσωπα από το περιβάλλον του και γι’αυτόν ακριβώς το λόγο θεωρώ πως η ταινία θα μπορούσε να έχει λίγη μεγαλύτερη διάρκεια.

Επίσης δεν υπάρχουν αγιογραφίες παρ’όλο που ο Σενέ διαλέγει ξεκάθαρα με ποια πλευρά θα ταχθεί. Υπάρχουν οι αγωνιζόμενοι εργάτες αλλά υπάρχουν και οι εκμεταλλευτές συνδικαλιστές, ο Ολιβιέ έκανε οικονομικά ότι μπορούσε για την οικογένειά του αλλά τα παιδιά του δεν τα είχε πλησιάσει. Δεν ξέρω αν Οι Αγώνες Μας συγκινήσουν ή προβληματίσουν το σίγουρο όμως είναι πως θα τους παρακολουθήσετε ευχάριστα γιατί είναι καλώ σινεμά, είναι ανθρώπινο σινεμά και θα το επαναλάβω έχει κάτι παραπάνω να πει.

Καλή Διασκέδαση

FAV

Η Ευνοούμενη (The Favourite) – 2018

Σκηνοθεσία : Γιώργος Λάνθιμος

Πρωταγωνιστούν : Ολίβια Κολμαν, Ρέϊτσελ Βάϊς, Έμμα Στόουν

Αρχές 18ου αιώνα και στο θρόνο της Μ. Βρετανίας βρίσκεται η βασίλισσα Άννα η οποία όμως είναι ένα σωματικό και ψυχικό κουρέλι. Στην ουσία την διακυβέρνηση της χώρας έχει αναλάβει η στενή της φίλη Λαίδη Σάρα αλλά οι ισορροπίες και οι ρόλοι θα αλλάξουν μετά την άφιξη της νεαρής υπηρέτριας Άμπιγκέηλ.

Ο Λάνθιμος είναι ξεκάθαρος από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας. Δε σκοπεύει να μας παρουσιάσει ένα ακόμα ιστορικό δράμα, όπως το περιμένει ο μέσος θεατής τουλάχιστον, η ματιά του πάνω σ’εκείνη την περίοδο είναι κάπως διαφορετική. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι πρόκειται να περάσει από πριονοκορδέλα την άρχουσα τάξη αλλά με έναν εντελώς δικό του τρόπο, δικό του εντελώς; ΟΚ να μην είμαστε άδικοι, το σενάριο των Ντέμπορα Νταίηβις και Τόνυ Μακναμάρα συμβάλει τα μέγιστα στο όραμα του σκηνοθέτη άλλωστε χωρίς καλό σενάριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν πας πουθενά. Οι σεναριογράφοι λοιπόν έπιασαν το νόημα ή αν θέλετε το πνεύμα του Λάνθιμου και ο τελευταίος πέτυχε τους ιδανικούς συνεργάτες. Δηλητηριώδες χιούμορ, ειδικά στην αρχή, ευφυέστατο πινγκ-πονγκ όσον αφορά τις ατάκες, και αρκετός σουρεαλισμός, κάπως όμως διαφορετικός από αυτόν που είχαμε συνηθίσει σε παλαιότερες ταινίες του Λάνθιμου.

Όχι ο Λάνθιμος δεν άλλαξε, για την ακρίβεια δεν άλλαξε τόσο. Παραμένει “παράξενος” όμως η “παραξενιά” του αυτή έχει αρχίσει να δημιουργεί κάτι σαν σχολή. Δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξω γνώμη για τον Κυνόδοντα τον οποίο θεωρώ μία από τις πιο δήθεν ταινίες που είδα τα τελευταία χρόνια αλλά ακόμα και τότε κάτι μέσα μου μου έλεγε πως με τον συγκεκριμένο δημιουργό δεν θα ξέμπλεκα τόσο εύκολα όσο νόμιζα. Οι ταινίες του από εκεί κι έπειτα με κέρδιζαν συνεχώς κάτι που συνέβη φυσικά και με την Ευνοούμενη. Δεν μπήκα ποτέ στη διαδικασία των  συζητήσεων, της καταδίκης, της υποστήριξης, του αναθέματος, του λιβανίσματος και τόσων άλλων γύρω από την ταινία και τις όποιες αδικίες είχε υποστεί, με ότι δηλαδή είχε κάνει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να πάρουν φωτιά. Δεν μπήκα στην βραβειολογία και την οσκαρολογία, για δικούς μου λόγους, τα έβαλα όλα στην άκρη και παρακολούθησα την Ευνοούμενη όσο πιο απερίσπαστος γινόταν, σε καλό μου βγήκε.

THE FAVOURITE

Ούτε τώρα θα ξεκινήσω κουβέντα γύρω από το ποια όσκαρ έπρεπε να κερδίσει και σε ποιες κατηγορίες την αδίκησαν. Σκηνοθετικά ο Λάνθιμος μαγεύει, η κάμερα τρέχει ασταμάτητα και η ματιά της πέφτει παντού, δεν της ξεφεύγει τίποτα. Η αφήγησή έχει μεγάλη δύναμη κι εκπληκτικό ρυθμό και φυσικά εδώ έρχεται να προστεθεί και η εξαιρετική δουλειά του Γιώργου Μαυροψαρίδη στο μοντάζ. Μόνο θαυμασμός για την φωτογραφία του Ρόμπυ Ράϊαν, για τα κοστούμια από την πολυβραβευμένη Σάντυ Πάουελ καθώς και για τα σκηνικά. Τελικά Η Ευνοούμενη είναι μια μαύρη κωμωδία; Δε θα ήταν λάθος αν απαντούσε κανείς “ναι” αλλά δε θα ήταν και απόλυτα σωστό, πρόκειται για ένα φιλμ όπου το κωμικοτραγικό στοιχείο παρουσιάζεται με ταχυδακτυλουργικό τρόπο. Γελάς αβίαστα αλλά και συχνά τρομάζεις, απολαμβάνεις το χιούμορ αλλά υπάρχει και χώρος για αποστροφή. Εν ολίγοις κάποιες φορές ο Μπάρρυ Λίντον αντάμωσε με το στυλ του Λουκίνο Βισκόντι καθώς και με τον Υπηρέτη του Λόουζι, αλλά είπαμε ο Λάνθιμος πια είναι μία κατηγορία μόνος του, έχει τη δική του σινέ-φωνή.

Πόσο όμορφα αλήθεια αυτά τα ευρυγώνια πλάνα και πόσο δένουν με την σαρκαστική φιλοσοφία που ποτίζει την ταινία. Λατρεύοντας τη μουσική και συχνά ανακατεύοντας την με τον κινηματογράφο τολμώ να πω ότι Η Ευνοούμενη αν ήταν LP θα μπορούσαν να το έχουν γράψει οι Genesis ή οι Jethro Tull την περίοδο της μεγάλης τους φόρμας. Είναι μια progressive rock όπερα από μία άποψη. Ο χειρισμός του φωτός, σε συνδυασμό με το σκοτάδι στο μυαλό και κυρίως στις ψυχές των ηρώων, τα πλάνα με τις σκοτεινές κάμαρες, τα κεριά και τις μυστικές συναντήσεις, ο ορισμός της κινηματογραφικής ιδιοφυίας. Το κατά πόσο ενδιαφέρουσα μπορεί να βρει κανείς την ιστορία που παρακολουθεί μπορεί να είναι θέμα γούστου, εκεί που δεν χωράει καμία αμφιβολία είναι στο πόσο καλός σκηνοθέτης είναι ο Λάνθιμος, ακόμα και οι εχθροί του πρέπει να το παραδεχτούν.

favourite2018_feature

Και περνάμε στις ερμηνείες όπου εκεί ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία από τις συγκλονιστικότερες “κόντρες” που έχουμε δει τον τελευταίο καιρό, είπαμε ξέχωρα από όσκαρ πραγματικά δεν ξέρεις ποια να πρωτοδιαλέξεις, Κόλμαν, Στόουν, Βάϊς σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους, δεν υπάρχει πρώτος και δεύτερος ρόλος, όλες είναι πρωταγωνίστριες και αν υπήρχε δικαιοσύνη σ’αυτή τη ζωή αφού το όσκαρ γυναικείου ρόλου έπρεπε να πάει στην Ευνοούμενη θα έπρεπε ταυτόχρονα να μοιραστεί και στα τρία, μιλάμε για ρόλους καριέρας!

Ο εφιαλτικός ιστός που έχει φτιάξει ο Λάνθιμος και παγιδεύει τους πάντες μέσα σε αυτόν σε ξεγελάει, δεν νιώθεις άβολα, όλα μοιάζουν άνετα και φυσιολογικά, όταν καταλάβεις τι γίνεται είναι πια αργά. Η απαισιοδοξία και η απειλή δίνονται με τελείως διαφορετικό τρόπο από αυτόν που ενδεχομένως περιμέναμε, ο σκηνοθέτης μας αιφνιδίασε όμορφα.

 

Messenger

IMG_20190415_212411[1]

Κοίτα με άλλη μια φορά στα μάτια

και πες μου πως ακόμα μπορώ να αισθανθώ άνθρωπος

πες μου πως οι μόνες αληθινές μάσκες που φοράμε

δεν είναι αυτές που περνούν δίπλα μας σε διαδρόμους

που αναστενάζουν σκληρές αλήθειες

δεν είναι άνεμος αυτός που έκλεψε δύο ολομόναχες λέξεις

μαζί με ένα ερωτηματικό

δεν είναι βρόχινο νερό αυτό που έλιωσε

ένα παραμύθι που δεν ήξερε ούτε πως ν’αρχίσει

ούτε πως να τελειώσει

δεν ήταν κενό αυτό που κατάπιε αναμνήσεις

ζέστης, και υπόσχεσης.

Δεν είναι εκατοντάδες τα πρόσωπα που γίνονται ένα πρόσωπο

που θα γυρέψει αποχαιρετισμό

αγόρια πέντε χρονών άρχισαν να φτιάχνουν αυτοκρατορίες ονείρων

κι ερωτεύτηκαν για πάντα μια σειρήνα αφηρημάδα

μα αυτή τραγουδούσε για χάρη τους μέσα σε άδεια θέατρα.

Κι ύστερα μεγάλωσαν πισωπατώντας

και κλώτσησαν τα δεκανίκια που τους βαστούσαν

και άντρες πια, μίλησαν ατέλειωτα βράδια ολομόναχοι

ή με παρέα το πονεμένο βήμα τους

ενώ είχαν πάντα το κουράγιο

ν’αφήσουν ένα λουλούδι δώρο

σε μια υπέροχη αμφιβολία που τους κέρασε ζωή

 

MV5BMTY1OTA2MjI5OV5BMl5BanBnXkFtZTgwNzkxMjU4NjM@._V1_UY1200_CR105,0,630,1200_AL_

GLASS (2019)

Σκηνοθεσία : Μ. Νάιτ Σιάμαλαν

Πρωταγωνιστούν :Μπρους Γουίλις, Τζέιμς ΜακΑβόι, Σάμιουελ Τζάκσον, Σάρα Πόλσον

Ο Ντέηβιντ Νταν (Άφθαρτος), ο Έλάϊτζα Πράϊς (Γυάλινος) και ο Κέβιν (ο απαγωγέας δολοφόνος με τις δεκάδες προσωπικότητες) είναι έγκλειστοι σε ειδικό ψυχιατρείο προκειμένου να μελετηθούν αλλά να να πειστούν πως δεν διαθέτουν τις υπεράνθρωπες ικανότητες που πιστεύουν οι ίδιοι ότι έχουν.

Ο Σιάμαλαν κλείνει την τριλογία που άρχισε με τον Άφθαρτο και συνεχίστηκε με τον Διχασμένο με μια ταινία που προσπαθεί να παντρέψει τη φιλοσοφία του ψυχολογικού θρίλερ με αυτή  των φιλμς με πρωταγωνιστές σούπερ ήρωες. Με τον σκηνοθέτη η σχέση μου ξεκίνησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αλλά δεν συνεχίστηκε ανάλογα, ήταν από τους δημιουργούς που πίστεψα πολύ αλλά στη πορεία άρχισαν να με κουράζουν. Ξεκαθαρίζω λίγο την άποψή μου, ο Σιάμαλαν ξέρει σινεμά και είναι και πολύ καλός σκηνοθέτης, ειδικά στις πρώτες δύο ταινίες του αποδείχτηκε μαέστρος της αγωνίας και του υπόγειου τρόμου. Μας χάρισε σπουδαίες αφηγήσεις και συναρπαστικές ανατροπές. Η μανιέρα των ανατροπών αυτών συνεχίστηκε και – κατά τη γνώμη μου πάντα- καθιέρωσε αυτό που θεωρώ Σιαμαλανικά φινάλε που όμως δεν λειτούργησε πάντα υπέρ της ταινίας.

Στη περίπτωση του Glass συναντάμε, στην αρχή τουλάχιστον, έναν Σιάμαλαν σε φόρμα, ο ρυθμός ικανοποιητικότατος, η αφήγηση δυναμική, οι εκπλήξεις και η ένταση έτοιμες να ορμήσουν και να μας καθηλώσουν. Σενάριο, όπως αναμενόταν, γραμμένο από τον ίδιο και πλήρης έλεγχος. Ο Γουίλις και ο Τζάκσον επιστρέφουν στους ρόλους τους από τον Άφθαρτο 19 χρόνια μετά, γερασμένοι αλλά πειστικοί. Γενικά η πρώτη ώρα στα δικά μου τα μάτια τουλάχιστον είναι απολαυστική, μετά όμως αρχίζουν τα προβλήματα. Για την ακρίβεια υπάρχουν κάποιες κοιλιές και κάποιες επαναλήψεις σα να προσπαθεί να ρωτήσει ο Σιάμαλαν τον θεατή “κατάλαβες τι ακριβώς συμβαίνει με τους ήρωές μου;”

Ασφαλώς κι έχουμε καταλάβει γιατί δεν πρόκειται δα και για κάτι τόσο δύσκολο. Όμως οι συνεχείς εναλλαγές στις προσωπικότητες που “κουβαλάει” μέσα του ο Κέβιν από ενδιαφέρουσες μετατρέπονται σε κουραστικές και κάποιες στιγμές δεν πείθουν κιόλας. Ο Γουίλις και ο Τζάκσον κάνουν ότι μπορούν αλλά η σεναριακή εξέλιξη δεν τους βοηθάει να πετύχουν κάτι ακόμα καλύτερο, ειδικά ο Γουίλις μοιάζει να απογοητεύεται προς το τέλος από τον ίδιο του το ρόλο.

Το καλό με το Glass είναι ότι πιάνεις το όποιο νόημα χωρίς να χρειάζεται να δεις τις δύο προηγούμενες ταινίες τις τριλογίας, άλλωστε και τα φλας μπακ είναι κατατοπιστικά. Για να είμαστε δίκαιοι όμως και στο συγκεκριμένο φιλμ ο Σιάμαλαν στον τομέα σκηνοθεσία τα πάει καλά, το πρόβλημα είναι το σενάριο αφού η φιλοσοφία και το βάθος που θέλει να δώσει δεν βγαίνουν με ικανοποιητικό τρόπο και συχνά το κόμικ παίρνει το πάνω χέρι από το ψυχολογικό θρίλερ με την ισορροπία να χαλάει γιατί είναι βέβαιο ότι ο Σιάμαλαν δεν ήθελε να κάνει μια κόμικ ταινία.

Όχι το Glass δεν καταλήγει Avengers ή Spiderman απλώς έδειξε πως οι καλές στιγμές του Άφθαρτου θα γύριζαν για να μείνουν, πράγμα που τελικά δεν έγινε. Η ταινία στο σύνολο της δεν είναι ένα χαμένο δίωρο φταίνε οι απαιτήσεις που δημιουργεί κάθε φορά ο Σιάμαλαν.

Γραμμή 2

IMG_20190321_055359[1]

Θα δεις τη ζωή μέσα από μια χαραμάδα

μολυβένιου υγρού ξημερώματος

μέσα από απλωμένα ρούχα

που ακόμα αφήνουν σταγόνες αίματος και παραπόνου

μέσα από ζαλισμένα περιστέρια

που σημαδεύουν τα βρώμικα τσιμέντα

μέσα από μια άδεια συμπαράσταση

και μέσα από άγευστα δάκρυα

θα δεις τις ώρες να περνούν ανάμεσα σε κοκαλωμένα αυτοκίνητα

ανάμεσα σε μαρμαρωμένους ανθρώπους που θαρρούν ότι τρέχουν

ανάμεσα σε παλιών σχολικών τετραδίων γραμμές

γεμάτες με εφηβικές ανοησίες

που όμως κατάφεραν να γεράσουν γρήγορα κι άσχημα

ανάμεσα σε παιδικά γέλια που τώρα σε τρομάζουν

ανάμεσα σε αυλάκια βινυλίου που η βελόνα εγκαταλείπει ξαφνικά

θα δεις αμίλητα μυαλά να κλείνουν μέσα τους

ξεθωριασμένες φωτογραφίες με ετοιμοθάνατα χρώματα

λέξεις που κανένας δεν θέλει ν’ακούσει

παράθυρα που κανένας δεν θέλει ν’ανοίξει

θα δεις έναν τρελό να διαβάζει Σκαρίμπα

και να χορεύει πάνω σε φαγωμένο γρασίδι

ενός πάρκου που κατέληξε σε ναρκοπέδιο ονείρων

θ’ακούσεις μια γάτα να χλευάζει με το νιαούρισμά της

όλους εκείνους που ξέχασαν ν’αγαπούν την άνοιξη

θα μυρίσεις λίγο ακόμα από εκείνο

το μουχλιασμένο μίσος της πόλης

θ’αγγίξεις πληγές που ικετεύουν για λίγο ακόμα πόνο

και θα γευτείς κάτι που κάποιοι το λένε “τέλος”

και άλλοι το λένε “αρχή”

 

 

247853__60845.1519304324.500.500

Ταλαιπωρημένες πυτζάμες που αρχίζουν να χάνουν το χρώμα τους, ταλαιπωρημένο πρόσωπο που το διεκδικούν με μανία αποχρώσεις του κίτρινου, οδοντοστοιχία με κάποιες ελλείψεις στο αριστερό της μέρος, γκρίζα αραιά μαλλιά αλλά τα μάτια λάμπουν, για την ακρίβεια έλαμψαν μόλις έπεσαν πάνω σε ένα μαύρο t-shirt με στάμπα των Ramones

-Πες μου ποιόν δίσκο των Ramones θεωρείς σαν τον καλύτερο;

Λίγο το σοκ, λίγο η κούραση, λίγο κάποιες απαισιόδοξες προβλέψεις, λίγο μια κουτσή γκρινιάρα ελπίδα, λίγο το περιβάλλον του νοσοκομείου…κοιτάζω σαν χαμένος

-Αν και δεν είμαι σε φόρμα αυτή τη στιγμή, θα ψήφιζα τον πρώτο γιατί είμαι και συναισθηματικά δεμένος μαζί του.

Χαμογελάει, λείπουν περισσότερα δόντια απ’όσα αρχικά είχα υπολογίσει

-Το CBGB το ξέρεις; Αλλά που να το ξέρεις εσύ είσαι μικρός

-Όχι και τόσο μικρός, αλλά ναι το έχω ακουστά

-Τους είχα δει να παίζουν εκεί όταν δεν τους ήξερε σχεδόν κανένας

Αρχίζω να πιστεύω πως ετοιμάζομαι να περάσω ένα άκρως ενδιαφέρον απόγευμα. Μου συστήνεται “Νίκος”, “Νέα Υόρκη και Σικάγο 35 ολόκληρα χρόνια”, το βουλώνω, τον ακούω προσεκτικά γιατί είναι ολοφάνερο πως έχει ανάγκη κάποιον να μιλήσει και θέλω να του πω πως έχει βρει τον κατάλληλο άνθρωπο, έτσι κι αλλιώς η δική μου επίσκεψη κοιμάται του καλού καιρού αφού πρώτα με ρώτησε γιατί δεν πήγα καμιά εκδρομή το Σαββατοκύριακο ξεχνώντας φυσικά ότι το Σαββατοκύριακο στενάζαμε σε διαδρόμους με ήρωες γιατρούς, ηρωικές νοσοκόμες, απελπισμένους ασθενείς και αρκετά αγενείς επισκέπτες που ούρλιαζαν στα κινητά σαν τον Τζακ Μπάουερ του 24 όταν έχει εντοπίσει τρομοκράτη.

-Λοιπόν άκου να σου πω για τα blues του Σικάγο….

Ο μπάρμπα Νίκος χείμαρρος, “πάνω από τα μισά μου λεφτά τα έτρωγα σε βινύλια και κατέληγα συχνά να τρέφομαι με πατατάκια και χοτ-ντογκ, έτσι γάμησα τον οργανισμό μου μου αλλά τη ζωή μου τη χάρηκα…ωραίο πράγμα το βινύλιο, τ’όνομά σου;” “Τίποτα πιο ανατριχιαστικό από τον John Lee Hooker, κι αυτόν τον έχω δει να παίζει” Η κουβέντα συνεχίζεται για τη σκηνή του punk, την 4AD, το Ελληνικό στοιχείο, τον “γαμιόλη τον Τραμπ”, τη μαύρη ψυχή και τον Johnny Otis που “ήταν Έλληνας, μη μου πεις ότι τον ξέρεις κι αυτόν”

-“Mistrustin’ Blues”, “Willie and the Hand Jive”

– Ε ρε πούστη μου, εσένα έπρεπε να είχα γιο, βήχας, ορός που λικνίζεται και το χαμόγελο πιο εγκάρδιο

Οι Beatles διέλυσαν όταν έπρεπε, οι Stones γραφικοί αλλά τους αγαπάμε, ο Neil Young “ακόμα γαμεί και δέρνει” και οι Dream Syndicate “ήταν μία από τις πέντε καλύτερες μπάντες που είδα ποτέ επί σκηνής”.

-Ο μπαμπάς τι μουσική ακούει;

-Καζαντζίδη, παλιά λαϊκά από όλους τους παλιούς μεγάλους, Μαρία Κάλλας και Elvis….

-Παιδί του δρόμου ο μπαμπάς

-Η εποχή και το μέρος που γεννήθηκε δεν του άφησαν και άλλες επιλογές

-Κι εσύ κατά βάθος στο δρόμο ανήκεις…

-Ακόμα το ψάχνω..

-Ωραία τα λες κι έχεις χιούμορ…χάρηκα που τα είπαμε

-Κι εγώ κυρ-Νίκο, σου αξίζει μια θέση στη τρίτη σεζόν…ποιος ξέρει

-Τρίτη σεζόν; Δεν έχει καταλάβει

Σκύβω προς το μέρος του και ψιθυρίζω

-Άνθρωπος που έχει δει τον John Lee Hooker και τους Ramones να παίζουν ζωντανά μπορεί να κρατήσει μυστικό, σωστά;

-Μέχρι τον τάφο και δεν απέχω και πολύ..

-Μη μου το χαλάς και άκου, θα σου πω κάτι που φοβάμαι να το πω ακόμα και σε δικούς μου ανθρώπους γιατί ντρέπομαι….ψψψψψ…ψψψψ…ψψψψψψ

-Ε λοιπόν το είχα φανταστεί, εσύ δεν είσαι για γραφεία και τέτοια, εσύ είσαι….θα μου φέρεις κάτι από αυτά;

-Μπορεί…

-Ααααα δεν είσαι εντάξει

-Καλά θα δούμε…

Κάποιος ανοίγει τα μάτια, γκρινιάζει, “ακόμα εδώ είσαι πήγαινε σπίτι”. Ο κυρ Νίκος κλείνει το μάτι, “περιμένω”

Χαμογελάω, νιώθω βαρύς, νιώθω χαμένος, νιώθω λίγο κερδισμένος, νιώθω μόνος, νιώθω…νιώθω.