Feeds:
Posts
Comments

Η Λεοπάρδαλη Του Χιονιού : Sylvain Tesson

Εκδόσεις : Άγρα

Μετάφραση : Σπύρος Γιανναράς

Οι γύπες εναλλάσσονταν στον αέρα, φρουροί της αιωνιότητας. Οι κορυφές υποδέχονταν πρώτες το φως. Ένα γεράκι ψέκαζε την μικρή κοιλάδα με το άγιασμά του. Οι εναέριε σκοπιές που φυλούσαν τα όρνια με υπνώτιζαν. Πρόσεχαν ώστε όλα να εξελίσσονται καλώς επί της γης. Πάει να πάει ότι ο θάνατος θα έπαιρνε τα ζώα που του αναλογούσαν και θα διένειμε τις μερίδες. Κάτω χαμηλά στις απότομες πλαγιές που έτεμναν το φαράγγι, τα γιακ βοσκούσαν. Ξαπλωμένος μέσα στα χορτάρι, σε ήρεμο και παγωμένο καρτέρι, ο Λεό εξέταζε προσεκτικά κάθε βράχο με το κιάλι. Εγώ ήμουν λιγότερο ψείρας. Η υπομονή έχει τα όριά της και τα δικά μου έφταναν ως την μικρή κοιλάδα. Απέδιδα σε καθένα από τα άγρια ζώα μια θέση στην κοινωνική κλίμακα του βασιλείου. Η λεοπάρδαλη ήταν η ηγεμόνισσα και το γεγονός ότι παρέμενε αόρατη επιβεβαίωνε το κοινωνικό της στάτους. Βασίλευε και συνεπώς δεν είχε ανάγκη να επιδεικνύεται. Οι λύκοι περιφέρονταν ως επίορκοι πρίγκιπες , τα γιακ ήταν οι ζεστά ντυμένοι μεγαλοαστοί, οι λύγκες οι σωματοφύλακες, οι αλεπούδες οι επαρχιακοί μικρογαιοκτήμονες, ενώ οι γαλάζιες αίγες και τα γαϊδούρια ενσάρκωναν τον λαό. Τα αρπακτικά από την πλευρά τους συμβόλιζαν τους ιερείς, διφορούμενοι αφέντες του ουρανού και του θανάτου. Τούτοι οι κληρικοί με τις λιβρέες τους από φτερά δεν έβλεπαν με κακό μάτι το ενδεχόμενο κάτι να πάει στραβά για μας.

Η λεοπάρδαλη, η ψυχή των πάγων είχε ντυθεί τη Γη. Τη θεωρούσα καμουφλαρισμένη στο τοπίο, όμως ήταν το ίδιο το τοπίο που ακυρωνόταν μόλις εκείνη εμφανιζόταν. Εξαιτίας ενός οπτικού εφέ αντάξιο κινηματογραφικού zoom out κάθε φορά που το μάτι μου έπεφτε επάνω της, το ντεκόρ απομακρυνόταν, για να αφομοιωθεί ύστερα ολόκληρο από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Προερχόμενη από αυτό το υπόβαθρο είχε γίνει το ίδιο το βουνό, έβγαινε από αυτό. Ήταν παρούσα και όλος ο κόσμος ακυρωνόταν. Ενσάρκωνε την αρχαία ελληνική Φύσις, natura στα λατινικά, για την οποία ο Χάιντεγκερ έδινε τον παρακάτω θρησκευτικό ορισμό. “Εκείνο που αναφύεται από τον εαυτό του και εμφανίζεται με αυτόν τον τρόπο”.

Παραμείναμε στο σημείο μέχρι που νύχτωσε. Η λεοπάρδαλη λαγοκοιμόταν, απαλλαγμένη από κάθε απειλή. Το άλογο τσινάει με την ελάχιστη χειρονομία, η γάτα το βάζει στα πόδια με τον παραμικρό θόρυβο, ο σκύλος αντιλαμβάνεται μια ξένη μυρωδιά και πετάγεται με τη μία, το έντομο το σκάει προς τη φωλιά του, το φυτοφάγο τρέμει τις κινήσεις πίσω από την πλάτη του και ο άνθρωπος δεν ξεχνά ποτέ να ελέγξει τις γωνίες μπαίνοντας σε ένα δωμάτιο. Η παράνοια είναι μία από τις προϋποθέσεις της ζωής. Η λεοπάρδαλη όμως ήταν βέβαιη για την κυριαρχία της. Αναπαυόταν εντελώς χαλαρωμένη καθότι απρόσβλητη.

Η φωτογράφηση ενός σπάνιου ζώου, η Φύση με τους δικούς της νόμους, η ζωή κάπου αλλού, και μέσα σε όλα αυτά ο άνθρωπος με τον προορισμό που έχει ή που νομίζει ότι έχει. Καταπληκτική γραφή, αφήγηση ταιριαστή για ταινία του Τέρενς Μάλικ και αναζητήσεις εσωτερικές, σκέψεις και εικόνες πάνε μαζί, και κουβαλούν πολλά ερωτήματα. Τόσο όμορφο βιβλίο που οι μόλις 184 σελίδες του μοιάζουν ελάχιστες. Σπουδαία δουλειά και στην μετάφραση και στην επιμέλεια. Ένα λογοτεχνικό ντοκιμαντέρ ή ένα ρεπορτάζ του National Geographic με αρκετές φιλοσοφικές πτυχές.

Μη Μ’Αφήσεις Ποτέ : Καζούο Ισιγκούρο

Εκδόσεις : Ψυχογιός

Μετάφραση : Αργυρώ Μαντόγλου

Πολλοί από εμάς είχα ήδη κλείσει τα δεκάξι. Ήταν ένα πρωινό με εκτυφλωτική λιακάδα και είχαμε μόλις κατέβει στο προαύλιο, ύστερα από ένα μάθημα στο κεντρικό κτίριο, όταν θυμήθηκα κάτι που είχα αφήσει στην τάξη. Έτσι ξαναγύρισα στον τρίτο όροφο και τότε συνέβη το επεισόδιο με την δεσποινίδα Λούσι.

Εκείνη την εποχή είχα ένα δικό μου μυστικό παιχνίδι. Όταν βρισκόμουν μόνη, σταματούσα και κοίταζα τη θέα- από ένα παράθυρο φερ’ειπείν, ή μέσα από κάποια ανοιχτή πόρτα -οποιαδήποτε θέα αλλά χωρίς ανθρώπους. Το έκανα ώστε να μπορώ, τουλάχιστον για μερικά δευτερόλεπτα, να έχω την ψευδαίσθηση πως ο τόπος δεν ήταν γεμάτος μαθητές και πως το Χάιλσαμ ήταν ένα ήρεμο, γαλήνιο οίκημα όπου ζούσα με πέντε-έξι άλλα άτομα. Για να συμβεί έπρεπε να αφεθείς σε ένα είδος ονειροφαντασίας, απομακρύνοντας τον όποιο εξωτερικό θόρυβο και τις φωνές. Συνήθως έπρεπε να είσαι πολύ υπομονετική: αν, γα παράδειγμα εστίαζες σε ένα συγκεκριμένο σημείο του γηπέδου μέσα από ένα παράθυρο, ίσως χρειαζόταν να περιμένεις πολλή ώρα για κείνα τα δύο λεπτά που δεν θα υπήρχε κανείς στο οπτικό σου πεδίο. Ωστόσο αυτό βρέθηκα να κάνω εκείνο το πρωί, αφότου πήρα ότι είχα ξεχάσει στην τάξη και βγήκα έξω στο κεφαλόσκαλο του τρίτου ορόφου.

Είχα σταθεί ακίνητη μπροστά στο παράθυρο, κοιτάζοντας από ψηλά το σημείο της αυλής όπου βρισκόμουν λίγο πιο πριν. Οι φίλες μου είχαν φύγει και το προαύλιο άδειαζε συνεχώς, κι εγώ περίμενα να λειτουργήσει το κόλπο μου, όταν άκουσα πίσω μου κάτι σαν γκάζι ή ατμό να σκάει σε δυνατές ριπές.

Ένας συριστικός ήχος που συνεχίστηκε για περίπου δέκα δευτερόλεπτα, σταμάτησε κι έπειτα ξανάρχισε. Δεν θορυβήθηκα ιδιαίτερα, αλλά καθώς ήμουν το μοναδικό άτομο εκεί πάνω, θεώρησα πως καλά θα έκανα να πάω και να το ερευνήσω.

Διέσχισα το κεφαλόσκαλο και κατευθύνθηκα προς τον θόρυβο, προχώρησα στον διάδρομο, πέρασα το δωμάτιο όπου είχα βρεθεί πριν από λίγο και κατέβηκα στην αίθουσα 22 την προτελευταία του διαδρόμου. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και μόλις πλησίασα, το σφύριγμα ξανάρχισε με μεγαλύτερη ένταση. Δεν ξέρω τι περίμενα να ανακαλύψω, όταν με μεγάλη προσοχή έσπρωχνα την πόρτα, αλλά ξαφνιάστηκα που βρήκα εκεί την δεσποινίδα Λούσι. Σπανίως χρησιμοποιούσαν την αίθουσα 22 για διδασκαλία, επειδή ήταν πολύ μικρή και ελάχιστο φως έμπαινε εκεί μέσα ακόμα και μια τόσο λαμπρή μέρα. Οι επιτηρητές πήγαιναν εκεί μερικές φορές για να διορθώσουν τα γραπτά μας ή για να μελετήσουν. Εκείνο το πρωί το δωμάτιο ήταν πιο σκοτεινό επειδή είχαν κατεβάσει τις περσίδες. Υπήρχαν δύο τραπέζια ενωμένα για να καθίσουν γύρω τους ορισμένοι μαθητές, αλλά η δεσποινίς Λούσι καθόταν εκεί μονάχη της, στο πίσω μέρος. Μπροστά της υπήρχαν σκόρπια φύλλα από σκούρο γυαλιστερό χαρτί. Κοίταζε συγκεντρωμένη, κατηφής, τα χέρια απλωμένα πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού και χάραζε γραμμές με το μολύβι της σε μία σελίδα. Κάτω από τις δικές της έντονες μαύρες γραμμές διέκρινα ένα χειρόγραφο προσεκτικά γραμμένο με μπλε στυλό.

Οι εκατό πρώτες σελίδες σε γεμίζουν απορίες, τα κλασσικά “μα που το πάει;”, “γιατί κάτι δεν καταλαβαίνω;” οι απορίες αυτές λύνονται ύστερα από ένα πολύ δυνατό χαστούκι που σε κάνει να εκτιμήσεις και τις 100 αυτές σελίδες που σε παίδεψαν. Δυστοπικό, εφιαλτικό, ανθρώπινο, συγκινητικό…μεγάλη στιγμή της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Henri Michaux : Ένας Βάρβαρος Στην Ασία

Εκδόσεις : Printa

Μετάφραση : Αλέξανδρος Δέλιος – Μαρία Ρέγκου

Ο κινεζικός λαός είναι γεννημένος τεχνίτης. Ότι μπορεί να ανακαλύψει κανείς μαστορεύοντας, ο Κινέζος το έχει βρει. Τη χειράμαξα, την τυπογραφία, τη χαρακτική, τη μπαρούτη, το αδράχτι, τον χαρταετό, το οδόμετρο, τον νερόμυλο, την ανθρωπομετρία, τον βελονισμό, την κυκλοφορία του αίματος, ίσως και την πυξίδα, και άλλα πολλά.

Η κινεζική γραφή μοιάζει με γλώσσα επιχειρηματιών, ένα σύνολο συμβόλων εργαστηρίου. Ο Κινέζος είναι τεχνίτης, και επιδέξιος τεχνίτης, έχει δάχτυλα βιολιστή. Χωρίς δεξιοτεχνία, δεν μπορεί κανείς να είναι Κινέζος αδύνατον.

Ακόμη και για να φάει, όπως το κάνει με δύο ξυλάκια χρειάζεται κάποια επιδεξιότητα. Και την επιδεξιότητα αυτή την έχει επιδιώξει. Θα μπορούσε και ο Κινέζος όπως άλλοι εκατό λαοί, να εφεύρει και να χρησιμοποιεί το πιρούνι. Αλλά πρόκειται για εργαλείο που ο χειρισμός του δεν απαιτεί καμιά δεξιότητα, και τον απωθεί.

Στην Κίνα δεν υπάρχει ανειδίκευτος εργάτης. Τι απλούστερο από το να πουλάει κανείς εφημερίδες στον δρόμο; Ο τυπικός Ευρωπαίος πωλητής είναι ένα φωνακλάδικο ρομαντικό παιδί που σου παίρνει τ’αυτιά ξεφωνίζοντας, “Πρωία! Απογευματινή! 4η Έκδοση” κι έρχεται να ριχτεί στα πόδια σου. Ο Κινέζος πωλητής εφημερίδων είναι ένας ειδικός. Διερευνά τον χώρο που θα διασχίσει, παρατηρεί που βρίσκονται οι άνθρωποι και, κάνοντας τα χέρια του χωνί μπροστά στο στόμα, κατευθύνει την φωνή, εδώ προς ένα παράθυρο, εκεί προς μία ομάδα, παρακάτω προς τα αριστερά , όπου πρέπει, τέλος πάντων ήρεμα. Ποιος ο λόγος να ξελαρυγγιάζεται εκεί που δεν υπάρχει ψυχή;

Στην Κίνα όλα είναι καμωμένα με δεξιοτεχνία. Η ευγένεια δεν είναι μια απλή εκλέπτυνση αφημένη λίγο-πολύ στην αντίληψη και το καλό γούστο του καθενός. Το χρονόμετρο δεν είναι μια απλή εκλέπτυνση αφημένη στην εκτίμηση του καθενός. Είναι ένα έργο που έχει απαιτήσει χρόνια κόπων. Ακόμα και ο κακοποιός στην Κίνα είναι εξειδικευμένος, έχει μια τεχνική. Δεν είναι κακοποιός από αντικοινωνική μανία. Ποτέ δεν σκοτώνει άσκοπα. Δεν επιζητεί τον θάνατο των ανθρώπων αλλά τα λύτρα. Τους βλάπτει όσο ακριβώς χρειάζεται, αφαιρώντας τους ένα-ένα τα δάχτυλα τα οποία στέλνει στην οικογένεια με χρηματικές αξιώσεις και ζοφερές απειλές.

Από την άλλη, η πονηριά στην Κίνα δεν συναρτάται διόλου με το κακό αλλά με τα πάντα. Η αρετή είναι “ότι καλύτερα συνδυασμένο υπάρχει”

Better Days (2019)

Σκηνοθεσία : Ντέρεκ Τσανγκ

Πρωταγωνιστούν : Ζιου Ντονγκ Γιου, Τζάκσον Γι

Εξετάσεις για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, σκληρή προετοιμασία, φοβερή πίεση και…σχολικός τραμπουκισμός. Ένα κορίτσι αυτοκτονεί πέφτοντας από το μπαλκόνι της τάξης της. Η αιτία, ο εξευτελισμός, η ψυχολογική και η σωματική βία από ομάδα συμμαθητών της, κανένας δεν μιλάει. Ένα άλλο κορίτσι που την συμπαθούσε νιώθει τύψεις, θέλει να βοηθήσει αλλά έρχεται η σειρά της να δεχτεί τραμπουκισμούς. Ένα βράδυ κάτω από πολύ παράξενες συνθήκες γνωρίζει ένα αγόρι ψημένο στη ζωή του δρόμου και στη βία που αναλαμβάνει να την προστατέψει.

Ο ασιατικός κινηματογράφος πετυχαίνει κάτι απίστευτα δύσκολο, καταφέρνει να μετατρέψει τον ωμό ρεαλισμό σε ένα είδος underground – punk ποιητικού σινεμά. Το Better Days ανήκει σε αυτή τη σχολή, ναι μεν δεν έχει την Κορεάτικη σκληράδα αλλά χτυπάει ανελέητα από την αρχή έως το τέλος. Ο πόνος και η τρυφερότητα βαδίζουν χέρι χέρι. Επιφανειακά είναι μια ταινία για τον σχολικό τραμπουκισμό, έστω όχι επιφανειακά αλλά ας μην σταματήσουμε εκεί. Χωρίς το παραμικρό είδος δημοσιογραφικού κινηματογράφου που έχουν δοκιμάσει Ευρωπαίοι και Αμερικάνοι σκηνοθέτες ο Τσανγκ κάνει τις καταγγελίες του μέσα από μία ιστορία τόσο σκληρή και τόσο τρυφερή, τα πλάνα του πέφτουν σαν τραπουλόχαρτα πάνω στο τραπέζι και έχουμε την ιστορία του ζευγαριού που εξελίσσεται, την παράλληλη ζωή του αγοριού και του κοριτσιού με τη βοήθεια των φλας μπακ, αλλά και αποσπάσματα από την σύγχρονη πραγματικότητα μιας κοινωνίας ρομποτικής, εφιαλτικής, αδιάφορης, με τις παρωπίδες συνεχώς φορεμένες, όλα σχεδόν ταυτόχρονα οπότε εκτός από τα όποια μπράβο που πρέπει να αποδοθούν στον Τσανγκ μεγάλο μερίδιο του θαυμάσιου αποτελέσματος ανήκει και στο μοντάζ του Ζανγκ Γιμπό.

Ο Τσανγκ χειρίζεται ταχυδακτυλουργικά τον χρόνο και πυροβολεί, δεν διδάσκει όπως ανέφερα και παραπάνω καταγγέλλει γιατί αγανακτεί, όπως άλλωστε θα αγανακτήσει και ο θεατής. Το Better Days είναι προορισμένο να ενοχλήσει οπότε αν δεν σας ταιριάζουν οι “ενοχλητικές” ταινίες αφήστε το. Από την άλλη το χαστούκι ή η μελανιά δίνουν πολύ γρήγορα τη θέση τους στο ζεστό κράτημα ενός χεριού, στο χάδι και στο δάκρυ που όσο περνά ο καιρός δεν διστάζει πια να βγαίνει.

Το Better Days είναι μία ταινία γεμάτη έντονα συναισθήματα, μίσος, θυμό, αγωνία, συγκίνηση, αγάπη, αυτοθυσία. Ο Τσανγκ δεν σταματάει να κάνει ο ίδιος τραμπουκισμό στο Κινέζικο σύστημα εκπαίδευσης, στην προστασία του πολίτη, στις κοινωνικές ανισότητες, στην νεανική εγκληματικότητα. Δεν χάνει χρόνο με σεναριακά σεμινάρια και εύκολες νουθεσίες, ο κινηματογράφος δεν είναι κατηχητικό και δεν είναι τάξη ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ο Τσανγκ μιλάει με κάποια εξαιρετικής έμπνευσης και ομορφιάς πλάνα, ακόμα και η συχνή απεικόνιση της βρωμιάς και της ασχήμειας από την κάμερα του είναι ένα πανέμορφο έργο τέχνης, το εφιαλτικό σύμπαν μέσα στο οποίο καλούνται να επιβιώσουν οι δύο βασικοί ήρωες έχει κινηματογραφηθεί με τόση δύναμη και με τόσο βάθος που μας αφήνει με το στόμα ανοιχτό.

Είναι τελικά ένα ερωτικό δράμα; Είναι ένα ερωτικό θρίλερ; Είναι κοινωνική περιπέτεια; Είναι όλα! Είναι ένα πολύχρωμο και ταυτόχρονα σκοτεινό και υγρό παραμύθι, ένα εικαστικό τραγούδι πάνω στην μοναξιά, πάνω στην ανάγκη επικοινωνίας, “ναι αυτός είναι ο κόσμος το ξέρω, και σε ρωτάω σε αυτό το κόσμο εσύ θέλεις να φέρεις ένα παιδί;” ρωτάει κάποια στιγμή η Τσεν Νιαν (η κεντρική ηρωίδα) μια αστυνομικό. Και μαζί με εκείνη ίσως να το ρωτήσουμε κι εμείς. Η κοινωνία του τώρα, η κοινωνία των Καλύτερων Ημερών (Better Days) δεν αγαπά τα παιδιά, θέλει απλά να τα εκπαιδεύσει, να τα κάνει σκληρούς επαγγελματίες, κάτι σαν στρατιώτες μόνιμα έτοιμους για μάχη, προσέξτε μόνο πόσο συγκλονιστική είναι η σκηνή με τις φωτογραφίες και τα μηνύματα από τα κινητά τηλέφωνα στην αρχή της ταινίας!

Μπορείς να είσαι πολύ ευαίσθητος και να πεις τα πράγματα με τον πιο σκληρό τρόπο, αυτό κάνει ο Τσάνγκ και κανείς που καταλαβαίνει έστω και λίγο σινεμά δεν θα αμφισβητήσει την ευαισθησία του, κάθε δημιουργός έχει τον τρόπο του για να πει αυτό που θέλει, και βέβαια ο συγκεκριμένος ευτύχισε στην επιλογή των δύο πρωταγωνιστών που στη κυριολεξία δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας. Το Better Days θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν το Κινέζικο Μαζί Ποτέ αλλά δεν είναι το ίδιο, ναι συχνά σε τσακίζει αλλά η πορεία του είναι διαφορετική. Μόνη παραφωνία κατά τη γνώμη μου η μεγάλη διάρκεια προς το τέλος, αλλά ούτε κι αυτή δεν βλάπτει στο ελάχιστο την υπέροχη αυτή ταινία.

Άσπρο Πάτο (Druk) – 2020

Σκηνοθεσία : Τόμας Βίντερμπεργκ

Πρωταγωνιστούν : Μάντς Μίκελσεν , Τόμας Μπο Λάρσεν, Λαρς Ράντε, Μάρκους Μίλλανγκ, Μαρία Μπόνεβι

Τέσσερεις καθηγητές Λυκείου, τέσσερεις κολλητοί φίλοι σε προσωπικά και σε επαγγελματικά αδιέξοδα, σε μια βραδινή έξοδο αποφασίζουν πως ύστερα από “μελέτες” ο άνθρωπος γεννιέται με λιγότερο από το απαιτούμενο ποσοστό αλκοόλ στο αίμα του και πως ένα ποτηράκι κατά την διάρκεια των εργάσιμων ωρών ίσως δώσει λύσεις και βελτιώσει καταστάσεις, στην αρχή το πείραμα πετυχαίνει απόλυτα, ποια θα είναι όμως η συνέχεια;

Μπορεί να βρει κανείς ορισμένες ομοιότητες τόσο με τους Συζύγους του Τζον Κασσαβέτη ή με το Οι Εντιμότατοι Φίλοι Μου, ή ακόμα και με το Πλαγίως, τόσες όσες να μην ενοχλούν. Στο κάτω κάτω οι κεντρικοί ήρωες είναι τα μέλη μιας δεμένης αντροπαρέας κάτι που φυσικά δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στον κινηματογράφο. Η αντρική φιλία είναι ο ένας άξονας, ο δεύτερος είναι η κρίση όχι ακριβώς μέσης ηλικίας αλλά ενός πρόχειρου ισολογισμού, “τί έδωσα-τι πήρα”, “έχω κέρδη ή ζημιές;”, ο σχεδιασμός ενός μέλλοντος βασισμένος στην αλληλεγγύη, και στο φινάλε πόσο βλαβερό είναι λιγάκι αλκοόλ παραπάνω ώστε και το απαιτούμενο ποσοστό να υπάρχει στο αίμα μας αλλά και η ζωή μας να ξαναπάρει μπρος και να αποκτήσει κάποιο ενδιαφέρον.

Διάβασα πως υπάρχει κίνδυνος το φιλμ να θεωρηθεί ύμνος στο αλκοόλ, το δικό μου συμπέρασμα πάνω σε αυτή την άποψη είναι το εξής, ή αυτός που το έγραψε δεν είδε όλη την ταινία, ή δεν κατάλαβε τι είδε. Σεναριακά η πλάστιγγα γέρνει σε μια πίκρα των σαράντα και κάτι με πινελιές χιούμορ άλλοτε λυτρωτικού άλλοτε μαύρου. Οι σκηνές με τους μετρητές του ποσοστού αλκοόλ είναι απολαυστικές προκαλούν χαμόγελα η γέλια τα οποία όμως έχουν διάρκεια δευτερολέπτων, το γιατί φυσικά δεν το αποκαλύπτω. Αν υπάρχει κάποιος ύμνος κάπου, αυτός είναι στη φιλία, στην επανεξέταση και στην επανεκκίνηση της ζωής, στην αναθεώρηση των σχέσεων με τους γύρω μας, στην αναγνώριση των ευθυνών μας με την συγγνώμη που χρωστάμε στους άλλους αλλά και στον εαυτό μας, στην λίγη τρέλα παραπάνω που έχει ανάγκη αυτή η ζωή. Όχι το σενάριο δεν είναι τέλειο, έχει και απλοϊκές στιγμές, και ευκολίες που θα μπορούσαν να λείψουν αλλά τελικά το Druk δεν είναι από τα φιλμ που πρέπει να τα βάλεις στο μικροσκόπιο.

Σκηνοθετικά η αφήγηση έχει αρκετά γρήγορο ρυθμό και όσον αφορά το θέμα των ανθρωπίνων σχέσεων και την κρίση στις σχέσεις κάποιων ηρώων με τις οικογένειες του ο Βίντερμπεργκ εκπλήσσει γιατί η σκανδιναβική σχολή μας έχει συνηθίσει σε άλλα μοτίβα κινηματογράφησης πάνω στο είδος, βέβαια από τον σκηνοθέτη της Οικογενειακής Γιορτής όλα να τα περιμένει κανείς, ωστόσο ο όποιος γρήγορος ρυθμός δεν στερεί το φιλμ από την οποιαδήποτε βαθιά ματιά πάνω στους χαρακτήρες. Έχουμε βέβαια και την απαραίτητη κοινωνική κριτική γύρω από τη σύγχρονη Δανία, το πρότυπο πολλών πολιτικών αν θυμάστε. Η Δανία του σήμερα είναι μια χώρα στην οποία το αλκοόλ συχνά μοιάζει να είναι κάτι σαν το κλειδί που ανοίγει το κλουβί σου, η εισαγωγή της ταινίας λέει πολλά. Μη φανταστείτε βέβαια πως η κριτική είναι σε βάθος, ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο απλώς πρέπει να δώσει μια ιδέα στον θεατή σε ποιόν κόσμο είναι τοποθετημένοι οι ήρωές του έτσι ώστε να τους κατανοήσει καλύτερα.

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι έλεγαν “οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου”, φιλόσοφοι, ποιητές, λογοτέχνες, μουσικοί, καλλιτέχνες γενικότερα είχαν λίγο αλκοόλ παραπάνω σαν απαραίτητο καύσιμο ώστε να διασχίσουν τον δικό τους δημιουργικό δρόμο, δεν είμαστε όμως όλοι καλλιτέχνες και η ζωή δεν είναι δίκαιη. Το καλό επίσης είναι ότι το φιλμ δεν ηθικολογεί στο ελάχιστο και δεν καταλήγει να γίνει Το Χαμένο Σαββατοκύριακο, Μέρες Κρασιού Και Λουλουδιών ή Αφήνοντας Το Λας Βέγκας (σπουδαίες δραματικές ταινίες και οι τρεις σχετικά με την αλκοολική καταστροφή). Το Druk ενδεχομένως να μπορεί να το αξιολογήσει κανείς από διαφορετικές οπτικές γωνίες, όμως νομίζω πως όλοι θα συμφωνήσουν πως ο θεατής θα απολαύσει πολύ όμορφες ερμηνείες και άσχετα από τα συναισθήματα που θα του αφήσει στο τέλος θα παραδεχτεί ότι είδε έντιμο κινηματογράφο, ανθρώπινο κινηματογράφο, τα γλυκόπικρα συναισθήματα είναι μέρος της ζωής και το Druk βγάζει ζωή, έχει τα απαραίτητα κινηματογραφικά ξεσπάσματα για να το πετύχει.

Τέλος μπορεί να μην είναι μια ταινία “Μαντς Μίκελσεν” γιατί δεν πατάει μόνο επάνω του αλλά πως να μην θαυμάσεις για άλλη μια φορά αυτόν τον εξαιρετικό ηθοποιό έναν Σκανδιναβό Ντε Νίρο που μπορεί να πάρει έναν ρόλο και να τον κάνει ολότελα δικό του; Δεν είναι λίγο το ότι υποδύθηκε το Χάννιμπαλ Λέκτερ στην τηλεοπτική σειρά και παραλίγο να σε κάνει να ξεχάσεις τον Άντονι Χόπκινς (οκ υπερβάλλω αλλά ήταν τόσο καλός που κανένας δεν ήθελε να κάνει συγκρίσεις με τον Μέγα Σερ). Υπάρχουν κάποιες σκηνές χορού στον κινηματογράφο, όχι από επαγγελματίες εννοώ σκηνές λυτρωτικών χορών, από απλούς ανθρώπους που προσκυνούν με τον τρόπο τους τον Διόνυσο, μια τέτοια σκηνή είναι κι αυτή του χορού του Μίκελσεν που προσωπικά με διέλυσε, με μία πρόχειρη εκτίμηση είναι μια από τις ωραιότερες σκηνές του είδους που έχω δει, απλώς ο κινηματογράφος και το κοινό έχουν αλλάξει και ίσως δεν περάσει σαν τόσο κλασσική όσο το συρτάκι του Άντονι Κουήν και του Άλαν Μπαίητς στον Ζορμπά,ή της Κιμ Νόβακ στο Πικ Νικ, εβίβα λοιπόν για το όμορφο δίωρο.

QUO VADIS AIDA ? (2020)

Σκηνοθεσία : Γιασμίλα Ζμπάνιτς

Πρωταγωνιστούν : Γιάσνα Ντούρισιτς, Ιζουντιν Μπαϊροβιτς, Μπόρις Ιζάκοβιτς, Γιόχαν Χέλντενμπεργκ

Η Άιντα είναι διερμηνέας σε βάση των κυανόκρανων στην Σερμπρένιτσα, όταν η πόλη καταλαμβάνεται από το στρατό του στρατηγού των Σερβο-Βόσνιων Μπλάντιτς θα προσπαθήσει να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να σώσει την οικογένειά της.

Η ταινία βασίστηκε σε αληθινά γεγονότα και ο σκοπός της δεν είναι να σε βάλει σε μία από της δύο όχθες του ποταμού αίματος που χύθηκε στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Το φιλμ κάνει το αυτονόητο, δείχνει την απανθρωπιά ενός εμφυλίου πολέμου, δείχνει τον άνθρωπο να μετατρέπεται σε κτήνος, και χωρίς να περνάει μήνυμα αναρωτιέται “πόσο ακόμα;”. Η Άιντα δεν είναι μια πρωτότυπη ταινία, δεν είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, όσον αφορά το θέμα τουλάχιστον, για τον Γιουγκοσλαβικό εμφύλιο έχουν γυριστεί κάμποσα φιλμ, τα περισσότερα καλά, απλώς εμένα περισσότερο μου έφερε στο νου το Χοτέλ Ρουάντα, και ο λόγος είναι ο ρόλος των “ειρηνιστών” κυανόκρανων που αναρωτιέται κανείς τελικά τι ρόλο παίζουν.

Δεν έχει νόημα να αναλύσω από εδώ το τι εισέπραξα ή τι μου έμεινε από το δράμα της γειτονικής χώρας, από τις γενοκτονίες, της θηριωδίες, τις έξυπνες βόμβες που διέλυαν νοσοκομεία και σκότωναν παιδιά. Καθαρά κινηματογραφικά μπόρεσα να θαυμάσω μια σκηνοθεσία ασύλληπτης δεξιοτεχνίας ειδικά την πρώτη ώρα όπου τα πάντα τρέχουν και οι πάντες αγωνιούν και καρδιοχτυπούν. Η Ζμπάνιτς δεν αφήνει δευτερόλεπτο ανεκμετάλλευτο, έχει φτιάξει ήδη μια ατμόσφαιρα που θα την ζήλευαν κορυφαία φιλμ αγωνίας, ίσως να υπερβάλλω λίγο αλλά δεν υπάρχουν μόνο οι σινε-αγωνίες των θρίλερ, υπάρχουν και αυτές των ανθρωπίνων δραμάτων. Οι δραματουργικές κορυφώσεις της Άιντα είναι προσεκτικά μελετημένες και στέκονται καλά πάνω στην διαχείριση χρόνου. Ο προβληματισμός και οι έντονες σκέψεις δεν έχουν ανάγκη μακρόσυρτων διαλόγων ή ατελείωτων πλάνων, μπορούν να εισβάλλουν σε χρόνο ρεκόρ στο μυαλό του θεατή. Μπορεί το βλέμμα πάνω στο Γιουγκοσλαβικό δράμα να μην είναι τόσο διεισδυτικό αλλά όπως προανέφερα η ταινία εστιάζει σε συγκεκριμένο γεγονός το οποίο όμως αποτελεί άλλη μια συνιστώσα μιας φριχτής περιόδου της σύγχρονης ιστορίας.

Η Άιντα είναι μια γυναίκα γεμάτη δύναμη, δεν είναι ηρωίδα, την οικογένειά της θέλει να σώσει κι εδώ που τα λέμε αυτό θα έκαναν οι περισσότεροι από εμάς σε ανάλογη περίπτωση. Το εθνικιστικό – θρησκευτικό μίσος δεν σταματά να ρίχνει τη σκιά του, η απειλή χαμογελάει χαιρέκακα και δείχνει τα δόντια της, ενώ η βία είναι σχεδόν ανύπαρκτη, μόνο υπονοείται ακόμα και στην πιο άγρια σκηνή του φιλμ. Η βία είναι ψυχολογική, συναισθηματική, οι πάντες θέλουν να κρυφτούν για να γλιτώσουν, ο πόλεμος τελικά δεν είναι μόνο αίμα. Και στην άλλη πλευρά ο ΟΗΕ ως συνήθως σε διακοσμητικό ρόλο, ένας ανίκανος Πιλάτος που νίπτει τα χέρια του με αίμα αθώων γιατί πολύ απλά αυτές είναι οι διαταγές για την “επίτευξη της ειρήνης”!! Τελικά αν με κάποιον θα εξοργιστεί πραγματικά ο θεατής, αν και δεν έπρεπε να περιμένει την Άιντα γι’αυτό, ο ΟΗΕ είναι ο καταλληλότερος αποδέκτης του θυμού, δεν ξέρω αν η σκηνοθέτης σκόπευε να περάσει ένα τέτοιο μήνυμα (αμφιβάλλω) αλλά εδώ μιλάει η ιστορία.

Και μια και πιάσαμε την ιστορία το σεναριακό κομμάτι αποτελεί άλλο ένα ατού και το έχει αναλάβει κι αυτό η Ζμπανιτς, με λίγους διαλόγους έφτιαξε χαρακτήρες και ναι μεν η βασική ηρωίδα είναι το κέντρο της ταινίας αλλά και οι δεύτεροι, μη σας πω και οι τρίτοι ρόλοι μόνο απαρατήρητοι δεν περνούν. Το σενάριο τρέχει κι αυτό και μας αράζει από το χέρι, χρόνος δεν υπάρχει ούτε για την Άιντα ούτε για μας. Θα ήταν επίσης παράλειψη να μην βγάλουμε και το καπέλο στο μοντάζ του Γιάροσλαβ Καμίνσκι γιατί η συμβολή του είναι σημαντικότατη. Κλείνω με την ερμηνεία της Γιάσνα Ντούρισιτς που σε απορροφάει χωρίς να το καταλάβεις, τόσο φυσική, τόσο σπαρακτική, τόσο δυνατή η Άιντα της, άξιοι συμπαραστάτες και οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Υποψήφιο για όσκαρ καλύτερης ταινίας.

Sound Of Metal (2019)

Σκηνοθεσία : Ντάριους Μάρντερ

Πρωταγωνιστούν : Ριζ Αχμέντ, Ολίβια Κουκ, Πολ Ράτσι, Λόρεν Ρίντλοφ, Ματιέ Αμαλρίκ

O Ρούμπεν είναι ντράμερ και μαζί με την κοπέλα του την Λουίζ έχουν δημιουργήσει μια ροκ μπάντα, ζουν σε ένα τροχόσπιτο και κάνουν περιοδείες ενώ ετοιμάζουν και ένα άλμπουμ. Ξαφνικά όμως ο Ρούμπεν ανακαλύπτει πως έχει σοβαρά προβλήματα ακοής και ο γιατρός του επισημαίνει πως η ακοή του θα συνεχίσει να χάνεται, μόνη ελπίδα για κάποια βελτίωση ένα μόσχευμα που όμως απαιτεί πολλά χρήματα.

Η ντοκιμαντερίστικη γραφή είναι το Α και το Ω του συγκεκριμένου φιλμ, κάτι αντίστοιχο με το Nomanland, ο Μάρντερ θαρρείς πως έχει πάρει μία κάμερα και ακολουθεί τους πάντες, το ίδιο και η δουλειά στο μοντάζ, αυτό φυσικά όχι απλά δεν ενοχλεί αλλά δικαιώνει και το πλάνο του δημιουργού 100%. Όσο για το σενάριο, από τα πιο λιτά και ουσιαστικά που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Αλήθειες και μόνο αλήθειες, η κάμερα και η ερμηνεία είναι αυτές που κάνουν το υπερηχογράφημα στην ψυχή του ήρωα. Ο Ρούμπεν είναι μουσικός κι όταν ένας μουσικός χάσει την ακοή του δεν χρειάζεται να δουλέψει και πολύ η φαντασία μας για να συνειδητοποιήσουμε τι σημαίνει, για την ακρίβεια είναι αδύνατο να το καταλάβουμε, άλλο ένα σημείο στο οποίο στοχεύει το φιλμ και συχνά ακούμε τους ήχους και τις ομιλίες όπως τις “ακούει” ο Ρούμπεν, αλλά αυτό δεν κρατάει παρά λίγα δευτερόλεπτα. Ο θεατής δεν θα αντέξει να μείνει για πολύ στη θέση του μουσικού, η “ενόχληση” που θα μας δημιουργήσει η ταινία είναι άκρως απαραίτητη για να δοκιμάσουμε να πλησιάσουμε τον ήρωα και για να κάνει την παρακολούθηση μας πιο συγκεντρωμένη.

Επιπλέον ο Ρούμπεν υπήρξε ναρκομανής που εξαιτίας της μουσικής και της αγάπης του για τη Λουίζ κατάφερε να μείνει καθαρός για τέσσερα χρόνια, θα αντέξει όμως τώρα που όλος του ο κόσμος φαίνεται να γκρεμίζεται; Τα πράγματα θα πάρουν διαφορετική τροπή όταν η Λουίζ θα τον αφήσει σε μία κοινότητα κωφών που έχει σαν φιλοσοφία της ότι η κώφωση δεν είναι αναπηρία και ότι πάντα υπάρχουν τρόποι για να ακούσεις και να επικοινωνήσεις. Ο Ρούμπεν είναι μόνος ουσιαστικά, αρχίζει να επανεξετάζει τα πράγματα και ξεκινά έναν τιτάνιο αγώνα προσαρμογής, ξαναβρίσκει αγάπη και αλληλεγγύη, οι σκηνές με τα παιδιά στο ύπαιθρο αλλά και με τον διαγωνισμό ταχύτητας στην νοηματική είναι ορισμός ανθρωπιάς. Όπως προανέφερα το σενάριο δεν αναλώνεται σε διαλόγους υπερβολής και επιτηδευμένης συγκίνησης, πρώτα πρώτα χρειάζεται κατανόηση, ο θεατής περισσότερο θα θελήσει να σταθεί δίπλα στον Ρούμπεν, να του “πει” ότι είναι δίπλα του παρά να βουρκώσει και να νιώσει αδύναμος παρακολουθώντας απλά την εξέλιξη του φιλμ.

Μη νομίζετε πως έχουμε να κάνουμε με μία ταινία ελάχιστων διαλόγων και πολλών εικόνων, τα πλάνα είναι κοφτά, δυνατά, η αφήγηση έχει εκρήξεις αλλά και μια αγκαλιά όπου χρειάζεται. Η ατμόσφαιρα μπορεί να παγώσει και να ζεσταθεί με την ίδια ευκολία μέσα σε λίγο χρόνο. Και κάπου εδώ ερχόμαστε στην υπέροχη ερμηνεία του Ριζ Αχμέντ που δημιουργεί έναν απόλυτα πιστευτό Ρούμπεν. Δεν ξέρω πόσο δούλεψε για τον ρόλο του, υποθέτω πάρα πολύ, αλλά σε κάνει να τον πλησιάσεις αμέσως, θέλεις να τον ακολουθήσεις και να του υποσχεθείς ότι θα τον στηρίξεις σε όποια απόφαση κι αν πάρει. Το φιλμ ναι μεν είναι ντοκιμαντερίστικης φόρμας αλλά δεν ακολουθεί ντοκιμαντερίστικους προβληματισμούς γύρω από τα άτομα με προβλήματα ακοής και με την προσαρμογή τους. Αυτό το αφήνει σε μας, η θέση που θα πάρει ο καθένας μας μετά το φινάλε δεν θα είναι η ίδια, μόνο διδακτικό δεν είναι το Sound Of Metal, είναι απλώς μια εξαιρετική κι ανθρώπινη ταινία που χτυπάει νεύρα, είναι διαφορετικός κινηματογράφος με άποψη, είναι ώρα να τελειώσω το κείμενο.

Ένα Τραγούδι Για Δύσκολους Καιρούς : Ian Rankin

Εκδόσεις : ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Μετάφραση : Γιώργος Μπαρουξής

Η Σιβόν Κλαρκ διέσχισε το άδειο διαμέρισμα. Δεν ήταν όντως άδειο, απλώς ένιωθες σαν να του είχαν ρουφήξει την ζωή. Κιβώτια ήταν αραδιασμένα σε όλο το μήκος του διαδρόμου. Τα ντουλάπια της κουζίνας έχασκαν ανοιχτά, όπως και η πόρτα προς την σκάλα του διαμερίσματος. Το παράθυρο στην κύρια κρεβατοκάμαρα ήταν κι αυτό ανοιχτό για να αεριστεί ο χώρος. Το διαμέρισμα έδειχνε πιο μεγάλο χωρίς τα έπιπλα και την αεικίνητη φιγούρα του ίδιου του Τζον Ρέμπους. Γυμνοί γλόμποι κρέμονταν από τα ταβάνια. Μερικές κουρτίνες θα έμεναν όπως και τα περισσότερα χαλιά. (Την προηγούμενη μέρα η Σιβόν είχε σκουπίσει τις κρεβατοκάμαρες με την ηλεκτρική.) Στο χολ κοίταξε τα κιβώτια. Ήξερε τι είχαν μέσα, το περιεχόμενο ήταν γραμμένο πάνω στο καθένα με τον γραφικό της χαρακτήρα. Βιβλία, μουσική, προσωπικά έγγραφα, σημειώσεις υποθέσεων.

Σημειώσεις υποθέσεων, μια κρεβατοκάμαρα ήταν γεμάτη από δαύτες. Έρευνες στις οποίες είχε συμμετάσχει ο Τζον Ρέμπους, εξιχνιασμένες και ανεξιχνίαστες, συν άλλες υποθέσεις που του είχαν κινήσει το ενδιαφέρον-υλικό για να ασχολείται τώρα που είχε βγει στην σύνταξη. Η Κλάρκ άκουσε βήματα στη σκάλα. Ένας από τους μεταφορείς την χαιρέτησε χαμογελαστός με ένα νεύμα, σήκωσε ένα κιβώτιο και γύρισε να φύγει. Η Κλαρκ τον ακολούθησε περνώντας στριμωχτά δίπλα από τον συνάδελφό του.

“Κοντεύουμε” είπε αυτός φουσκώνοντας τα μάγουλά του. Ήταν ιδρωμένος και η Κλαρκ τον κοίταξε ελπίζοντας να είναι καλά. Περίπου πενήντα πέντε με μεγάλο σωσίβιο γύρω από τη μέση. Τα διαμερίσματα του Εδιμβούργου μπορούσαν να σε εξοντώσουν. Δεν την πείραζε καθόλου που από αύριο δεν θα ήταν αναγκασμένη να ανεβαίνει δύο ορόφους με τις σκάλες.

“Γεια σου Ντεμπ”

“Τι έγινε βολεύτηκες;”

” Περίμενα να ρθεις να ρίξεις μια ματιά”

“Δύσκολη μέρα, κυρίως εξαιτίας των δικών σου.”

“Δεν είναι δικοί μου Ντεμπ. Εγώ έχω βγει στην σύνταξη καιρό τώρα.” Ο Ρέμπους έκανε μία παύση. “Φαντάζομαι πως πρόκειται για τον Σαουδάραβα φοιτητή;”

“Ναι. Φαίνεται ότι η αστυνομία και η εισαγγελία δεν μου έχουν πια εμπιστοσύνη ότι μπορώ να εξακριβώσω τα αίτια θανάτου.”

“Πιστεύεις ότι ασκούνται πιέσεις;”

“Από όλες τις πλευρές. Από την κυβέρνηση εδώ και από το Λονδίνο, συν τους φίλους μας στα μέσα ενημέρωσης, Επιπλέον οι μουσουλμανικές κηδείες συνήθως πραγματοποιούνται μμέσα σε δύο τρεις μέρες. Η πρεσβεία πιέζει για να τηρηθεί αυτό”.

“Βολικό για όποιον τον σκότωσε, αν δεν μπορείς να κρατήσεις το πτώμα για μελλοντική εξέταση..”

Το σκυλί τον παρακολουθούσε τώρα από τον διάδρομο. Ο Ρέμπους κοίταξε το ρολόϊ του. “Σε λίγο” του είπε. “Άλλο ένα φλιτζάνι τσάι και ίσως άλλον έναν δίσκο ε;”

Αναρωτήθηκε πόσες φορές θα ξυπνούσε την νύχτα χωρίς να ξέρει την νέα διαδρομή μέχρι την τουαλέτα. Ίσως άφηνε αναμμένο το φως του χολ. “Ή σταμάτα να πίνεις τσάι” μουρμούρισε στον εαυτό του γυρίζοντας στην κουζίνα.

Όμως εκείνο που τον ξύπνησε στις πέντε δεν ήταν η ανάγκη του να κατουρήσει. ήταν ένα τηλεφώνημα. Άρχισε να ψαχουλεύει αναζητώντας το τηλέφωνό του και το πορτατίφ, με αποτέλεσμα να ξυπνήσει τον Μπρίλο. Δεν μπόρεσε να εστιάσει καλά στην οθόνη αλλά απάντησε παρ’όλα αυτά.

“Μπαμπά;” ήταν η κόρη του , η Σαμάνθα με φωνή γεμάτη αγωνία.

“Τι συμβαίνει;” την ρώτησε. Ανακάθισε ξυπνώντας όλο και πιο πολύ κάθε στιγμή που περνούσε.

“Το σταθερό σου είναι κομμένο”.

“Ναι, σκόπευα να σου το πω..’

“Τι να μου πεις;”

“Δεν πήρες τέτοια ώρα για να μου πεις για το σταθερό μου, συμβαίνει τίποτα με την Κάρι;”

“Όχι, είναι μια χαρά”

“Τι τότε; Είσαι καλά;”

“Ο Κιθ”

Ο σύντροφός της, ο πατέρας της Κάρι. Ο Ρέμπους ξεροκατάπιε. “Τι έγινε;” Άκουσε την Σαμάνθα να κλαίει με πνιχτούς λυγμούς. Η φωνή της έσπασε όταν μίλησε.

Δύο υποθέσεις, η μία στο Εδιμβούργο και η άλλη στη βόρεια Σκωτία όπου αναγκάζεται να πάει ο Τζον Ρέμπους προκειμένου να βοηθήσει την κόρη του. Το παρελθόν προσπαθεί να φωνάξει και το παρόν να το κάνει να σωπάσει. Επιχειρηματικά συμφέροντα, στρατόπεδα συγκέντρωσης, ερωτική ζήλια και ο γκάνγκστερ Τζέρυ Κάφερτι εκβιάζει νέους συμμάχους μέσα στην αστυνομία. Ίσως τελικά με κάποιο τρόπο αυτές οι υποθέσεις να συνδέονται.

Minari (2020)

Σκηνοθεσία : Λη Άιζακ Τσανγκ

Πρωταγωνιστούν : Στήβεν Γιουν, Γιέρι Χαν, Άλαν Κιμ, Γιου Τζουνγκ Γιου, Νόελ Τσο

Ο Τζέϊκομπ Γι έχει καταφέρει να κερδίσει αρκετά χρήματα δουλεύοντας στη πόλη και θεωρεί ότι πρέπει να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Να φτιάξει μια δική του φάρμα να την καλλιεργήσει και να γίνει ένας πετυχημένος αγρότης. Παίρνει την οικογένεια του και μετακομίζει σε ένα λυόμενο σπίτι στη μέση μιας τεράστιας έκτασης αλλά οι δυσκολίες επηρεάζουν τις σχέσεις του ζευγαριού και τη ζωή των δύο παιδιών, κι όταν έρχεται να μείνει μαζί τους και η γιαγιά τότε τα πράγματα μπλέκουν ακόμα περισσότερο.

Είναι εντυπωσιακό το πως για άλλη μία φορά μια κορεάτικη ταινία (ναι κορεάτικη 100% το ότι παίζουν και λίγοι αμερικάνοι ή το ότι διαδραματίζεται στις ΗΠΑ εγώ το παραβλέπω κι ασχολούμαι με τους δημιουργούς και μόνο) διεκδικεί και πάλι όσκαρ και μάλιστα αυτό της καλύτερης ταινίας. Κατ’αρχήν σαν απλός θεατής που είμαι θα προτείνω υπομονή για ένα εικοσάλεπτο, γιατί στην αρχή το φιλμ κυλά κάπως αργά και ίσως σε κάνει να αναρωτηθείς αν θα παρακολουθήσεις μια συνηθισμένη “αγροτική” ιστορία που έχεις ξαναδεί χιλιάδες φορές ή θα δεις κάτι διαφορετικό.

Η απάντηση δεν αργεί να έρθει -ευτυχώς- και αυτό οφείλεται καθαρά στον σκηνοθέτη-σεναριογράφο, ο οποίος δανείζεται στοιχεία τόσο από το καλό ευρωπαϊκό σινεμά, από τον ιαπωνικό κινηματογράφο ενός Όζου, από το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά της δεκαετίας του 70 κυρίως και “το πλοίο φεύγει” όπως θα έλεγε και ο αρχιμάστορας Φελίνι. Η ιστορία όσο περνάει ο χρόνος δυναμώνει, οι χαρακτήρες εξελίσσονται, ανοίγονται, και οι σχέσεις δοκιμάζονται. Ίσως όχι άδικα να έχουμε συνδέσει τον Κορεάτικο κινηματογράφο με την ωμή αλλά και με την ποιητική βία, εδώ όμως τα πράγματα διαφέρουν. Εδώ έχουμε ένα περίεργο παραμύθι συγκινήσεων, αγάπης, εμμονής, αδιεξόδου, τρυφερότητας, αθωότητας, ελπίδας.

Ο Τζέϊκομπ δεν είναι σαν τον Άλι Φοξ της Ακτής Του Κουνουπιού, ναι μεν θέλει την επιστροφή στη φύση αλλά όχι γιατί βαρέθηκε τον πολιτισμό, αγαπά την αγροτική ζωή και αν και Κορεάτης θέλει να ζήσει το δικό του αμερικάνικο όνειρο. Η γυναίκα του πιο ρεαλίστρια και πιο ανασφαλής ίσως έχει κουραστεί και έχει κουβαλήσει για αρκετό καιρό τον δικό της σταυρό, από την άλλη υπάρχουν και τα δύο παιδιά που προσπαθούν να καταλάβουν αυτόν τον συχνά πολύπλοκο έως και παράλογο κόσμο, ειδικά ο μικρός Νταίηβιντ που θα φέρει στο νου και τον Αντουάν των 400 Χτυπημάτων. Στη κορυφή του δέντρου η ασυνήθιστη γιαγιά, δεν ξέρει να λέει παραμύθια, δεν μαγειρεύει, παρακολουθεί κατς και παίζει επιτραπέζια παιχνίδια με κάρτες, κι όμως μοιάζει να ξέρει τόσα πολλά. Η γιαγιά που ψάχνει μέρος για να καλλιεργήσει το θαυματουργό Μινάρι…κι εδώ τελειώνουν οι όποιες αποκαλύψεις.

Μεγάλο ατού της ταινίας οι εξελίξεις στις σχέσεις γιαγιάς εγγονού, ο μικρός δεν αργεί να γίνει το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας παρόλο που η δοκιμασία στις σχέσεις του ζευγαριού χάρη στο καλοδουλεμένο σενάριο κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον. Η προσαρμογή της οικογένειας σε μια κοινωνία με αρκετούς Kορεάτες μετανάστες αλλά ο Τζέϊκομπ θέλει να γίνει το αμερικάνικο πρότυπο για τα παιδιά του. Η αγάπη είναι πάντα εκεί δυστυχώς όμως το ίδιο και η εμμονές , το κυνήγι της επιτυχίας που μπαίνει πάνω απ’όλα. Τα μάτια του Νταίηβιντ είναι σα να λένε “τόση σημασία έχουν όλα αυτά;” H Γιου Τζουνγκ Γιου είναι μία απολαυστική γιαγιά που θες να την αγκαλιάσεις κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη “μα δεν είναι κανονική γιαγιά” λέει συχνά ο μικρός κι έχει δίκιο κι αυτό άλλωστε είναι άλλος ένας άσσος στο μανίκι του φιλμ. Όλες οι ερμηνείες υπέροχες αν και εστιάζω σε αυτές της γιαγιάς και του Άλαν Κιμ που υποδύεται τον Νταίηβιντ. Το Minari είναι ένα φιλμ που συχνά λέει τα αυτονόητα με έναν πολύ έξυπνο και μαεστρικό κινηματογραφικό τρόπο, το να λες λοιπόν πως η αγάπη πρέπει να είναι η λύση, είναι κάτι το οποίο έχει καταλήξει ουκ ολίγες φορές σαν ξενέρωτο συμπέρασμα στη μεγάλη οθόνη με ανόητες μελούρες και ψευτοσυντηρητικά διδάγματα, όχι όμως εδώ, εδώ έχουμε να κάνουμε με άκρως πιστευτούς ήρωες και καταστάσεις, ζούμε για δύο ώρες μαζί τους κι ακούγοντας το αυτοσχέδιο τραγούδι γιαγιάς και εγγονού για το Μινάρι κοιμόμαστε ήσυχοι και βλέπουμε και ωραία όνειρα.

Ο Ήχος Του Ενός Χεριού : Ρίτσαρντ Φλάναγκαν

Εκδόσεις : ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Μετάφραση : Γιώργος Μπλάνας

Ο Μπόγιαν Μπίλο κάθονταν μόνος στην κουζίνα, κάνοντας σκοτεινές, βαθιές σκέψεις. Ίσως πάλι να έβλεπε πράγματα που δεν ήθελε να δει. Αν ήταν τέρατα ή λοιμοί ή καταποντισμοί, ο πόλεμος ή απλώς η ανίκανότητα του να αποκρυπτογραφήσει, να κατανοήσει όλα όσα είχε βιώσει μόνο σαν κακόβουλα μυστήρια, είναι δύσκολο να πούμε. Συνήθως τέτοια συναισθήματα ήταν παροδικά, θα έπινε αποφασιστικά όλη την ημέρα που τον περικύκλωναν και κάμποσες μετά για να σιγουρευτεί πως τα ξεφορτώθηκε κανονικά. Ωστόσο αυτό το συναίσθημα ήταν αδύνατον να διαλυθεί εύκολα.

Η κουζίνα ήταν γεμάτη από το νωθρό φως του δειλινού, στα τέλη ενός καλοκαιριού. Το μικροσκοπικό φλιτζανάκι του καφέ ήταν άδειο και το αναποδογύρισε σε ένα πιατάκι. Αφού το άφησε να στραγγίξει λίγο το γύρισε πάλι και παρατήρησε το μοτίβο που είχε σχηματίσει μέσα του το κατακάθι, για να διαβάσει την μοίρα του. Κοίταξε το Laminex του τραπεζιού, το φλιτζάνι το προφητικό κατακάθι- πράγματα που γι’ατόν έμοιαζαν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους- το σταχτοδοχείο με τη γόπα που κάπνιζε, τις φωτογραφίες απλωμένες στην τύχη, το δεξί του χέρι… Έβλεπε μόνο μια αφηρημένη διάταξη σχημάτων και χρωμάτων. Δεν έβλεπε μοτίβο, δεν έβλεπε τίποτα που να προλέγει το μέλλον. Έβλεπε μόνο ένα τρομερό χάος χωρίς λογική, χωρίς συνέπεια : μια ατελείωτη καταιγίδα ασύνδετου πόνου. Και μέσα στο κεφάλι του ο οικτρός μηχανισμός με το “Θέμα Της Λάρας” δεν εννοούσε να σταματήσει να ηχεί.

Χριστέ μου, μακάρι να μην ήταν έτσι, σκεφτόταν. Μακάρι να μην είχα ακούσει αυτό το γαμημένο μηχανικό τραγούδι να παίζει ξανά και ξανά. Και μακάρι να μην ήταν έτσι, και μακάρι απλώς να έβγαζε τον σκασμό, και μακάρι να μην, μακάρι…

Τα τεντωμένα δάχτυλα του δεξιού του χεριού έτρεμαν, καθώς σηκώθηκαν από το Laminex και σύρθηκαν πάνω από το φλιτζάνι, για να κρύψουν τα φοβερά μυστικά που αποκαλύφθηκαν από τα κατακάθια του καφέ. Τα δάχτυλα έκλεισαν αργά – λες και το χέρι σπάραξε από τον ίδιο πόνο- σε μια τρεμάμενη γροθιά στο κέντρο της οποίας ήταν σφιγμένο το μικρό φλιτζάνι του καφέ. Με μια ξαφνική βίαιη κίνηση σήκωσε τη γροθιά του – με το κολασμένο φλιτζάνι μέσα της- και την κατέβασε με βρόντο στο τραπέζι. Καθώς η γροθιά του χτύπησε το τραπέζι, άνοιξε σαν λουλούδι που άνθισε για λίγο τα δάχτυλα: πέταλα και το φλιτζάνι, μια στιγμή πριν σπάσει με κρότο στήμονας. Το φλιτζάνι έγινε θρύψαλα, κομμάτια σπασμένης πορσελάνης που πετούσαν δεξιά-αριστερά κάτω από την ανοιχτή τώρα παλάμη του Μπόγιαν. Δεν έβλεπε πια χάος. Η καταιγίδα είχε τελειώσει, η μελωδία είχε επιτέλους τελειώσει.