Feeds:
Posts
Comments

 

image

Τότε που ο Αύγουστος ρήμαζε τα βράδια στη φτώχεια

τότε που τα χαλίκια ενός θερινού σινεμά μάτωναν τις πατούσες σου

και το μυαλό σου

όταν μια φιλία κι ένας έρωτας αλληλοσπαράχτηκαν σιωπηρά

όταν τα ασπρόμαυρα όνειρα έκλαιγαν απ΄τη ντροπή τους

όταν μια κακογεννημένη ελπίδα έκρυβε την προσμονή της

πίσω από ένα γιασεμί

Όταν πέθανες μαζί μ’εκείνη την γεμάτη καπνό και αλκοόλ αιωνιώτητα

αυτή που έψαχνε σ’ένα καταγώγι του Βερολίνου ένας λιπόσαρκος τροβαδούρος- δολοφόνος

Όταν πάλεψες να λύσεις μάταιους γρίφους που σου έβαζαν

οι σταχτοπούτες ενός περιπλανόμενου τσίρκου

τότε που ξεκίνησαν όλες οι καινούργιες αναχωρήσεις σου.

 

Advertisements

Todos-Lo-Saben-greek-poster-1

ΤΟ ΞΕΡΟΥΝ ΟΛΟΙ (TODOS LO SABEN) – 2018

Σκηνοθεσία : Ασγκάρ Φαραντί

Πρωταγωνιστούν : Χαβιέ Μπαρδέμ, Πενέλοπε Κρουζ, Ρικάρντο Νταρίν, Μπάρμπαρα Λέννυ

Μια γαμήλια τελετή, μια δεξίωση την οποία διακόπτει η απαγωγή ενός νεαρού κοριτσιού, κι ένα ντόμινο ανατροπών και κρυμμένων μυστικών ξεκινά.

Τον κινηματογράφο του Ασγκάρ Φαραντί τον θαυμάζω πολύ, ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλώς σκηνοθέτης είναι δημιουργός. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, κάθε του σενάριο είναι τόσο καλά δουλεμένο, τόσο στέρεα δομημένο, τόσο ρεαλιστικό, και διεισδύει με μοναδικό τρόπο στην ανθρώπινη ψυχή, που αν μη τι άλλο κάθε του ταινία είναι και μια εξαιρετική ιστορία η οποία θα στεκόταν μια χαρά σαν βιβλίο.

Συχνά τα σενάριά του μοιάζουν με παζλ, σου προσφέρει στα πρώτα λεπτά κάποια κομμάτια κι έχεις την απατηλή αίσθηση ότι θα τα ενώσεις γρήγορα μεταξύ τους οπότε η εικόνα θα είναι έτοιμη μπροστά σου, αμ δε! Εκεί που δεν το περιμένεις εμφανίζονται νέα κομμάτια τα οποία δυσκολεύεσαι να τα ταιριάξεις και το μέγεθος της εικόνας μεγαλώνει συνεχώς. Πως μια απλή ιστορία χωρισμού καταφέρνει να γίνει μια εξαιρετικά μελετηρή ματιά πάνω στη σύγχρονη Ιρανική κοινωνία (Ένας Χωρισμός), πως μπορούν οι διαφορές στη κουλτούρα Ευρώπης και Μέσης Ανατολής να “ζωγραφίσουν” έναν πανέμορφο κινηματογραφικό πίνακα συγκρούσεων και συναισθημάτων (Το Παρελθόν), πως μπορεί το μπέρδεμα ρόλων, αξιών, παραδόσεων να καταλήξει να γίνει άλλη μία ταινία-συμβολισμός για το Ιράν του σήμερα, αυτά είναι τα μυστικά του μάγου Φαραντί που ευτυχώς ξέρει να τα χρησιμοποιεί το ίδιο επιδέξια και στο Το Ξέρουν Όλοι.

Ο Φαραντί πάνω απ’όλα είναι ένας “πολίτης” του κόσμου, κλισέ το ξέρω, αλλά πως αλλιώς να τον χαρακτηρίσεις όταν με την ίδια άνεση που χτίζει χαρακτήρες από την πατρίδα του δημιουργεί και ευρωπαίους χαρακτήρες; Όσες διαφορές στα ήθη, στη θρησκεία, στα έθιμα, στις παραδόσεις χωρίζουν τους ανθρώπους θα υπάρχουν πάντα και οι ομοιότητες που θα τους ενώνουν. Αυτός ο τόσο καλός γνώστης της ανθρώπινης ψυχής πέτυχε να γυρίσει μια ταινία που ενώ θα μπορούσε, και πολύ πετυχημένα μάλιστα, να παραμείνει στο μονοπάτι του ψυχολογικού-αστυνομικού θρίλερ, προχωράει πολύ βαθύτερα και γίνεται αρχιτέκτονας ενός συναισθηματικού πύργου της Βαβέλ.

444.jpg

Από τις λίγες φορές που οι ανατροπές και οι αποκαλύψεις λειτουργούν τόσο υπέρ της ταινίας ή αν θέλετε της ιστορίας, συνήθως ανάλογοι καταιγισμοί σκοτώνουν κάτι ενδιαφέρον που μόλις πάει να γεννηθεί. Αν το συγκεκριμένο φιλμ δεν αποτελεί μάθημα σεναρίου στο είδος του τότε ποιο αποτελεί; Ο Φαραντί είναι ένας έμπειρος κινηματογραφικός κομάντο που ξέρει ακριβώς πότε να χτυπήσει και να κάνει την ζημιά. Οδηγός το εξαιρετικό σενάριο αλλά και η σκηνοθετική ικανότητα στο ζενίθ. Ο προσεγμένα γρήγορος ρυθμός που απαιτείται, η αφήγηση να σε τραβάει από το χέρι αλλά να σου δίνει χρόνο να καταλάβεις και τι ακριβώς συμβαίνει.

 

Τα μυστικά που βγαίνουν στη φόρα δεν είναι λίγα, και χρειάζεται μεγάλη ικανότητα στον χειρισμό τους τόσο σεναριακά όσο και σκηνοθετικά ώστε όχι μόνο να μην κουράσουν αλλά να σου μεγαλώσουν την αγωνία σε διάφορα επίπεδα, δεν ανησυχείς πια μόνο για την τύχη του κοριτσιού που έχει απαχθεί, ανησυχείς το ίδιο και για τις σχέσεις των ηρώων.

Τα κοινωνικά σχόλια αυτή τη φορά λιγότερα, το βάρος πέφτει στα κρυμμένα συναισθήματα, στις ενοχές, στις αδυναμίες, στο κουράγιο, στην αγάπη, στην αξιοπρέπεια, στα διλήμματα. Η κάμερα τρέχει πίσω από τους ήρωες κι όταν σταματά για να τους παρακολουθήσει να συγκρούονται νομίζεις ότι κι εκείνη νιώθει την ίδια έκπληξη μ’εμάς. Και σε όλη αυτή την Φαραντιακή μαεστρία έρχονται να προστεθούν και οι υπέροχες ερμηνείες των ηθοποιών. Τις ικανότητες των Χαβιέ Μπαρδέμ και Ρικάρντο Νταρίν τις ξέρουμε και τις έχουμε θαυμάσει πολλές φορές…προσθέστε λοιπόν άλλη μία! Γι’αυτό κι εγώ θα σταθώ ιδιαίτερα στην Πενέλοπε Κρουζ η οποία κατά την γνώμη μου, έδωσε την καλύτερη ερμηνεία της, αν και δεν έχω δει όλες της τις ταινίες. Συχνά μάλιστα μου θύμισε μία ώριμη Σοφία Λόρεν, υπάρχουν στιγμές που είναι συγκλονιστική.

Ο θεατής γίνεται ένα είδος  σέρφερ ο οποίος καβάλα πάνω στο ψυχολογικό κύμα που έχει δημιουργήσει ο Φαραντί θα νιώσει όλη την ένταση στο πετσί του. Μία από τις καλύτερες ταινίες του 2018.

Καλή Διασκέδαση

 

the-wild-pear-tree-GR

Η ΑΓΡΙΑ ΑΧΛΑΔΙΑ (AHLAT AGACI) – 2018

Σκηνοθεσία : Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλαν

Πρωταγωνιστούν : Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Σεμσίρ, Μπενού Γιρντιριμλάρ

 

Ο νεαρός Σινάν τελειώνει τις σπουδές του κι επιστρέφει στο χωριό του. Το όνειρό του είναι να γίνει συγγραφέας αλλά η πραγματικότητα βάζει μεγάλα εμπόδια στα σχέδιά του.

Έχω δει δύο ταινίες του Τσεϊλάν, τα ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΑ και ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΝΑΡΚΗ, το σινεμά του ομολογουμένως με αιχμαλώτισε για δικούς μου λόγους. Η Άγια Αχλαδιά είναι ίσως το πιο αυτογραφικό του φιλμ και μια πολύ ενδιαφέρουσα ματιά πάνω στην αιώνια μάχη ονείρου και πραγματικότητας. Το όνειρο του να γίνεις συγγραφέας, να δημιουργήσεις κάτι διαφορετικό, να χτίσεις κόσμους, να ταξιδέψεις και η πραγματικότητα του “βρες μια δουλειά να ζήσεις”, “δεν είναι ώρα για όνειρα αλλά για επιβίωση”.

Ο Σινάν από την ώρα που πατάει το πόδι του στο χωριό αναγκάζεται να προσγειωθεί απότομα και με τα μούτρα, η οικογένεια, οι παλιοί φίλοι, μια κοπέλα η οποία θα μπορούσε να είναι “εκείνο το κορίτσι”, ο κοινωνικός περίγυρος και οι κάθε είδους συμβουλάτορες κόβουν λίγο λίγο τα φτερά του. Ο σκηνοθέτης ακολουθεί την ίδια σχεδόν φιλοσοφία που ακολουθούσε και σε προηγούμενες ταινίες του, δηλαδή μας παρουσιάζει μια ιστορία μέσα από την οποία θα βρει την ευκαιρία να κάνει αιχμηρότατα σχόλια πάνω στην σύγχρονη τουρκική κοινωνία και ειδικά αυτή της επαρχίας. Δύο ειδών κουλτούρες παλεύουν μεταξύ τους όπως δύο άγρια θηρία στο κλουβί.

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία αλλά ο Σινάν από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας της κάνει έντονες μαλάξεις για να την κρατήσει στη ζωή. Ο συγγραφέας για τους περισσότερους είναι απλώς ένα παρασιτικό επάγγελμα, στην ουσία είναι ένας τεμπέλης που απλά θέλει να κάνει το κέφι του. Ο κόσμος που θέλει να εντάξει τον Σινάν στους κόλπους του είναι μίζερος και συχνά αποκρουστικός. Η καθημερινότητα είναι είναι ένα αδηφάγο τέρας που δε θέλει να αφήσει τίποτα όρθιο, ζητά ανθρώπους υποταγμένους, συμβιβασμένους, άδειους. Η ταινία είναι γεμάτη από συγκλονιστικούς διαλόγους οι οποίοι χτυπούν κατακέφαλα μόνο με την απλότητά τους. Οι εντάσεις στις σχέσεις, οι απογοητεύσεις, οι εσωτερικές αναζητήσεις, η ομολογία της ήττας, οι ακροβασίες, οι αποφάσεις που πρέπει να παρθούν, η λογική του μεροκάματου και του “μέρα φεύγει – μέρα έρχεται”, η πίστη στις αρχές και στις παραδόσεις.

agriaaxladia

Η νιότη μοιάζει να τρέχει σε έναν μαραθώνιο που όμως από τα πρώτα κιόλας μέτρα του οποίου αρχίζει να λαχανιάζει και να αναρωτιέται αν θα αντέξει μέχρι το τέρμα. Δείγμα μοναδικής σκηνοθετικής ομορφιάς η σκηνή του περιπάτου και της συζήτησης που κάνει ο Σινάν με τους φίλους του. Πολιτικοκοινωνικές κουβέντες, φόβοι, προσδοκίες τόσο καλά γραμμένα όλα αυτά που άνετα θα μπορούσαμε να τα συναντήσουμε και στις σελίδες ενός βιβλίου. Το σινεμά του Τσεϊλάν είναι λογοτεχνικό και συχνά ποιητικό, όσο κι αν ενοχλούν αυτοί ο χαρακτηρισμοί ορισμένους. Άλλωστε τέτοιου είδους σινεμά έχουν κάνει πάρα πολλοί στο παρελθόν και εμείς οι θεατές τους χρωστάμε. Ασφαλώς ένας κινηματογράφος αυτής της σχολής μπορεί να σου γυρίσει μπούμεραγκ πολύ εύκολα, όταν για παράδειγμα δεν έχεις στα χέρια σου μια δυνατή ιστορία ή αν το σενάριο εξαντλήσει αυτά που θέλει να πει πολύ γρήγορα και ο σκηνοθέτης θέλει να ρίξει το βάρος καθαρά στα πλάνα τότε όσο εύκολα μπορεί να προκύψει ένα εικαστικό διαμάντι άλλο τόσο εύκολα μπορούμε να έρθουμε αντιμέτωποι με μία μπούρδα καραμπινάτη.

Παρά την μεγάλη διάρκεια του φιλμ (188 λεπτά) δεν ένιωσα κουρασμένος παρόλο που κάποια κομμάτια ήταν ξεχειλωμένα και θα μπορούσε να είχε πέσει ψαλίδι. Για παράδειγμα είχαμε επαναλήψεις στις συγκρούσεις πατέρα και γιου ή είχαμε και μερικά πλάνα που δεν βρήκα σε αυτά λόγο ύπαρξης, αλλά πάλι αφού βρήκε ο σκηνοθέτης η γνώμη μου περισσεύει. Για να το συμμαζέψω κάπως, Η Άγρια Αχλαδιά δεν φτάνει την ποιότητα των δύο ταινιών που ανέφερα στην αρχή του κειμένου, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ αξιόλογο φιλμ. Ο Τσεϊλάν είναι ένας δημιουργός ευαίσθητος και ικανότατος σχολιαστής, είναι γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και ξέρει να δημιουργεί πειστικότατους ήρωες. Ακούει τους παλμούς της κοινωνίας, οι κεραίες του μένουν πάντα τεντωμένες κι αυτό βγαίνει στο σινεμά που κάνει. Καταλαβαίνω και όλους αυτούς που “κλωτσάνε” σε τέτοιου είδους ταινίες, όλα δεν μπορούν να αρέσουν σε όλους, απλώς δεν μπορώ και να δεχτώ τον χαρακτηρισμό “άσχετοι” για όλους εμάς που κάτι μας λέει αυτός ο κινηματογράφος, και δεν είμαστε και λίγοι αυτοί που τον απολαμβάνουμε, αφήστε εμένα ή άλλους σαν κι εμένα που είμαστε απλοί θεατές, δηλαδή οι άλλοι δημιουργοί που τον αγαπούν είναι κι αυτοί άσχετοι;

Η σκηνοθεσία του Τσεϊλάν έχει δύναμη αυτό νομίζω πως δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας, το κατά πόσο θα τον ενθουσιάσει η ιστορία που θα δει στην οθόνη είναι άλλο ζήτημα. Δε ξέρω πολλούς που θα μπορούσαν να κινηματογραφήσουν τόσο καλά μια εσωτερική Οδύσσεια σαν αυτή που περνάει ο κεντρικός ήρωας, δε ξέρω πολλούς που θα μπορούσαν να βγάζουν τόσο αβίαστα τόσα έντονα συναισθήματα με τις εικόνες τους. Όσο για της ερμηνείες πρώτα θα βγάλω το καπέλο στον Μουράτ Σεμσίρ ο οποίος υποδύεται τον ανεύθυνο και συχνά αυτοκαταστροφικό πατέρα του Σινάν, οι περισσότεροι ηθοποιοί βέβαια αποδίδουν μια χαρά τους ρόλους τους με εξαίρεση κάποια λίγα ερμηνευτικά φάλτσα από τον Ντογκού Ντεμιρκόλ (Σινάν). Φυσικά άλλη μια εξαιρετική δουλειά στη φωτογραφία από τον στενό συνεργάτη του Τσεϊλάν και πολυβραβευμένο Γκεκάν Τιριακί.

 

 

 

 

Poster

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ (GREEN BOOK) – 2018

Σκηνοθεσία : Πήτερ Φαρέλι

Πρωταγωνιστούν : Βίγκο Μόρτενσεν, Μαχερσάλα Άλι, Λίντα Καρντελίνι

Αρχές δεκαετίας του εξήντα, ο Τόνι εργάζεται ως πορτιέρης σε κλαμπ του Μπρούκλιν, όταν όμως το κλαμπ κλείσει βρίσκει δουλειά σαν σωφέρ ενός μαύρου μουσικού με κλασσική παιδεία. Η αποστολή του Τόνι δύσκολη γιατί εκτός από σωφέρ θα πρέπει να αναλάβει και το ρόλο του σωματοφύλακα καθώς ο μουσικός ξεκινά μια περιοδεία προκειμένου να δώσει συναυλίες στον ρατσιστικό αμερικάνικο νότο, εκεί δηλαδή όπου οι μπελάδες δεν αργούν να συμβούν.

Η ταινία βασίζεται σε αληθινή ιστορία, κρατάμε βέβαια κάποιες επιφυλάξεις για την πιστή μεταφορά των γεγονότων μια και στο σενάριο συνεργάστηκε ο Νικ Βαλελόνγκα, ο γιος του Τόνι, αλλά ίσως αυτό δεν θα πρέπει να μας απασχολήσει και πολύ. Άλλο ένα buddy movie λοιπόν με δύο αταίριαστους χαρακτήρες που στην πορεία αρχίζουν να δένονται; Φαινομενικά ναι, ο Ιταλός άξεστος, ευέξαπτος, λιγάκι ρατσιστής, μεγαλωμένος στο “σχολείο του δρόμου” από την μία και από την άλλη ο μαύρος καλλιεργημένος μουσικός, με το ψύχραιμο ύφος και την λιγάκι σνομπ συμπεριφορά. Ευτυχώς το φιλμ ξεφεύγει γρήγορα από τη φόρμουλα του buddy movie, οι συγκρούσεις και οι διαφορές των δύο βασικών ηρώων είναι πολύ προσεκτικά γραμμένες, πολύ μαεστρικά σκηνοθετημένες, πολύ επιδέξια ερμηνευμένες. Δεν υπάρχουν υστερίες, δεν υπάρχουν κλισέ εντάσεις για να τονίσουν αυτές τις διαφορές, δεν υπάρχει φτηνό χαζοχιουμοράκι για “απενοχοποιημένη απόλαυση”. Η χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών έχει το πάνω χέρι. Τα όσκαρ τα παρακολουθώ χωρίς το πάθος που είχα παλιά απλώς δε θα εκπλαγώ καθόλου αν ένας από τους δύο πάρει το χρυσό αγαλματάκι. Οι Μόρτενσεν και Άλι είναι από τα καλύτερα “κόντρα-ντουέτα” που έχω δει τα τελευταία χρόνια στη μεγάλη οθόνη.

ΛΛ

Ερχόμαστε τώρα στη σκηνοθεσία, ποιος να το πίστευε λοιπόν ότι ο σκηνοθέτης ταινιών όπως το ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ ΜΕ ΤΗ ΜΑΙΡΗ ή το Ο ΗΛΙΘΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΝΗΛΙΘΙΟΣ θα μπορούσε να γυρίσει μία τόσο ενδιαφέρουσα και απολαυστική ταινία. Συχνά εμείς οι θεατές κάνουμε αυτό το λάθος, μπλέκουμε την ικανότητα του σκηνοθέτη με την ποιότητα της ταινίας. Επειδή διαβάζω διάφορα, και επειδή στην Ελλάδα η κουλτούρα της “δικαιωμένης φτήνιας” καθώς και του “ακομπλεξάριστου” καλά κρατούν από μερικές Μανταμ Σουσούδες (αρσενικές και θηλυκές) που ασχολούνται με το σινεμά ξεκαθαρίζω πως με εξαίρεση κάποιες καλές στιγμές του ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ ΜΕ ΤΗ ΜΑΙΡΗ και τις δύο παραπάνω ταινίες τις θεωρώ στην καλύτερη περίπτωση ανόητες, ναι μεν ο Φαρέλι τα πάει περίφημα στη περίπτωση του Πράσινου Βιβλίου αλλά μην αρχίζουμε να μιλάμε και για παρεξηγημένα “διαμάντια” του παρελθόντος τα οποία δεν είχαμε καταλάβει.

Η αφήγηση έχει και δύναμη και ουσία και δεν καταλαβαίνεις για πότε περνάει η ώρα. Εξαιρετικός ρυθμός, πολύ όμορφα πλάνα, σπουδαία αναπαράσταση της εποχής. Το Πράσινο Βιβλίο είναι από τις ταινίες ορισμός του “όλα πήγαν όπως έπρεπε”. Πέρα από τις υπέροχες ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών δεν υπάρχει έστω και ένας ηθοποιός που να υστερεί, φαίνεται πως όλοι είχαν πιστέψει στο φιλμ και αυτό βγήκε. Άλλο ένα ατού του Βιβλίου είναι και το ότι παρόλο που διαδραματίζεται την εποχή κατά την οποία ο ρατσισμός στο Νότο ήταν απίστευτα έντονος και μάλιστα με τις ευλογίες των τοπικών αρχόντων, δεν υπάρχουν απλοϊκές ηθικολογίες και καθώς πρέπει μηνύματα, οι όποιες αντιρατσιστικές αναφορές παρουσιάζονται με πολύ έξυπνο, λιτό και ουσιαστικό τρόπο. Προσέξτε μόνο το καταπληκτικό παίξιμο του Άλι στην σκηνή στην οποία αναρωτιέται που τελικά ανήκει, οι άνθρωποι της φυλής του τον θεωρούν ξένο και για τους λευκούς παραμένει ακόμα ένας “αράπης”.

Το χιούμορ είναι τόσο καλοδουλεμένο και γεμάτο ποιότητα που όσες φορές γελάς παράλληλα θαυμάζεις. Ένα δείγμα αυτού του ποιοτικού χιούμορ είναι οι στιγμές όπου ο Ντοκ (ο μουσικός) συμβουλεύει τον Τόνι να στέλνει στη γυναίκα του τρυφερά ερωτικά γράμματα. Τελικά το Πράσινο Βιβλίο έχει και κάτι από buddy movie, και κάτι από Road Movie αλλά και κάτι από αντιρατσιστικό φιλμ, αλλά μόνο κάτι, δεν το κατατάσσει κανείς σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες, ίσως γιατί αυτό που ήθελε ο Φαρέλι ήταν ένα καλογραμμένο σενάριο γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Οι σχέσεις του Τόνι και του Ντοκ προχωρούν, εξελίσσονται, και εξετάζονται προσεκτικά και από τους σεναριογράφους αλλά και από τον σκηνοθέτη.

Χωρίς να μας αφήσει με ανοιχτό το στόμα, Το Πράσινο Βιβλίο είναι από τα φιλμ τα οποία τα χαρακτηρίζεις αψεγάδιαστα! Δε πρόκειται να προβληματιστείς μεν αλλά θα ψυχαγωγηθείς και θα απολαύσεις πάρα πολύ καλό κινηματογράφο δε, θα θυμηθείς εποχές όπου μέσα από την απλότητα έβγαιναν ταινίες που τις χαιρόσουν για καιρό. Και για να ξαναπάμε στο κομμάτι των όσκαρ, ας μην πάρει κανένα αυτή η ταινία, αξίζει να τη δείτε γιατί είναι από τα καλύτερα δείγματα σινεμά του 2018. Από αυτές τις ταινίες που όταν θα πέσουν οι τίτλοι τέλους η πρώτη λέξη που σου έρχεται στο μυαλό είναι…Μπράβο!

Allez Les Noirs

IMG_20190206_182257[1]

Θάνατος Με Αφιέρωση : Didier Daeninckx

Εκδόσεις : Angelus Novus

Μετάφραση : Βασίλης Παπακριβόπουλος

 

Δεν νομίζω ότι θα κατορθώσω να γλιτώσω. Η πρώτη σφαίρα μου τσάκισε το γόνατο, η δεύτερη πήρε τρία δάχτυλα του χεριού μου. Κι εγώ δεν ξέρω πως κατάφερα και οδήγησα μέχρι αυτήν εδώ την παραλία. Οι λιγοστοί περιπατητές και μερικοί νεαροί που παίζουν βόλεϊ δίπλα στις βάρκες που έχουν εξοκείλει στην άμμο με την άμπωτη δεν τους επιτρέπουν να πλησιάσουν και να με αποτελειώσουν. Έστησα την κόμπακτ κάμερα που μου είχε χαρίσει η Βάλερι πάνω στο ταμπλό του αμαξιού, πίσω από το τιμόνι, με τον φακό στραμμένο προς το πρόσωπό μου. Ο δείκτης της μπαταρίας μου δίνει αυτονομία σαράντα λεπτών. Ίσως να είναι κιόλας περισσότερα από τον χρόνο που μου απομένει να ζήσω.

Με λένε Μπερνάρ Περόλ, απλή συνωνυμία με τον προδότη του Καμπούρη, του βιβλίου που έγραψε ο Βρετόνο Πολ Φεβάλ, το οποίο ποτέ μου δεν διάβασα και σίγουρα αποκλείεται να διαβάσω στο μέλλον. Θυμάμαι μονάχα μερικές εικόνες από μία ταινία του Ζαν Μαρέ και το τραίηλερ μιας άλλης ταινίας στην οποία ο Ντανιέλ Οτέιγ έπαιζε τον ήρωα του τίτλου. Πριν από δεκαπέντε ημέρες ακόμα, ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Μια πανέμορφη σύζυγος, μια συναρπαστική δουλειά σε μια επιχείρηση που έκανε τρικ και ειδικά εφέ σε βίντεο κι ένα φωτεινό λοφτ στις όχθες του Σικουάνα, απέναντι από το νησάκι της Γκραντ Ζατ. Δεν είδα το ατύχημα που κόστισε τη ζωή της Βαλερί. Όμως, από εκείνη τη στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μουείναι γεμάτο από το στρίγκλισμα των φρένων και τον απαίσιο θόρυβο που κάνουν οι λαμαρίνες που τσαλακώνονται. Εδώ την είχα συναντήσει, στην Βρετάνη, στο Τουλ-Αν -Ερύ στο δέλτα του ποταμού Ντουρόν, πριν από πέντε μόλις χρόνια, θέλησα λοιπόν να επιστρέψω σε τούτα τα μέρη, να ξανακάνω τις ίδιες διαδρομές.

 

Απρίλης

img_20190124_1025535b15d

 

Τα ασυνάρτητα όνειρα στο πρόσωπό μου

ξεπλένει ένα αδιάφορο νερό

τα χαμόγελα και οι σιωπές μας

γνωρίζονται μεταξύ τους

και τώρα αγκαλιάζονται και κοιμούνται μαζί

συγυρίζουν τραγούδια κι απογεύματα

χοροπηδούν ξένοιαστα πάνω σε ξεχαρβαλωμένο ντιβάνι

ορκίζονται σε καλοκαίρια που δεν γερνούν.

Έξι μήνες μονάχα σου έφταναν

πήρες μαζί σου ένα σταθμό τραίνου

κι ένα ξαφνικό “γιατί”

δεν τους ρώτησες και δεν σε ρώτησαν τίποτα

αυτό που σου έπεσε στο πεζοδρόμιο

δεν έμαθες ποτέ αν ήταν βρισιά ή συγγνώμη.

Έρχεσαι κρυφά για να μεταμορφώσεις μέρες

να δώσεις ήχο και λέξεις

σε σκέψεις που φοβούνται να ξεμυτίσουν

προσφέρεις τους καρπούς των χεριών σου

για να τους κόψει ένα ξυράφι από γαλαζοκίτρινο φως

δυο φωτογραφίες, εσύ κι εγώ

χωμένες σε μια άγρυπνη παγωμένη κωλότσεπη

ξαναβρισκόμαστε σε ράθυμες προσευχές

και σε αποκαμωμένες αναμνήσεις

για να ξαναχαθούμε σε παραδομένες ανάσες

που φωλιάζουν μέσα σε μια γριά σοφίτα

κρατάς δυο ζάρια στα χέρια σου

με κοιτάς πονηρά και με παροτρύνεις

“Ας παίξουμε κι απόψε τη γαλήνη μας”

 

 

 

 

img_20190129_200556[1]

Μετά από πόσα χρόνια….

Τώρα που το καλοσκέφτομαι δεν πέρασαν και πολλά, ώπα λάθος ξεκίνημα, το ρήμα “καλοσκέφτομαι” δεν είναι το κατάλληλο, βλέπεις αν καλοσκεφτόμουν δε θα καθόμουν να γράψω αλλά θα έκανα κάτι πιο χρήσιμο, θυμάσαι τι μου έλεγες…”θα κάνεις αυτό που λέει η καρδιά σου”, ήσουν ο μόνος που μου το έλεγε, καλά μου το έλεγαν κι άλλοι αλλά εσύ ήσουν ο μόνος που το πίστευε…σταματάω να γράφω και παίρνω ανάσα, κι ακόμα δε ξεκίνησα. Μια και μιλάμε για το τι θέλει η καρδιά, ξέρεις γράφω που και που, τίποτα σπουδαίο κάτι μαλακίες για να περνάει η ώρα, είναι σα να σε βλέπω τώρα, με εκείνο το θυμωμένο ύφος σαν βλοσυρός Λέοναρντ Κοέν μόλις άκουσες τη λέξη “μαλακίες”, όχι γιατί σε πειράζει η βρισιά, άνθρωπος που ήξερε τη Τρούμπα σαν τη παλάμη του χεριού του δεν ενοχλείται από τις βρισιές, σε πειράζει η σκληρή αυτοκριτική. Λοιπόν ξέρεις κάτι, κανένας δεν σε γνώρισε όπως εγώ, εκτός βέβαια από τον κύριο Τάκη τον κολλητό σου, μου είχε πει ότι είχες “φάει” εκείνο το δοσίλογο, αλλά με όρκισε να μην το μαρτυρήσω πρώτον γιατί θα θύμωνες και δεύτερον γιατί θα το αρνιόσουν, δεν ήθελες να σε θεωρώ φονιά! Κι εκείνες οι ιστορίες με τους δύο Γερμανούς στρατιώτες, ο ένας κατέληξε γκρεμισμένος στα βοτσαλάκια της Καστέλας γιατί προσπάθησε να κακοποιήσει μια κοπέλα, ενώ ο δεύτερος ενάμιση χρόνο αργότερα με διαλυμένο κεφάλι κάπου κοντά στη Τερψιθέα, ευτυχώς ήταν μεθυσμένος, ήταν μόνος, και ο Μπάμπης με τον Θόδωρο φρόντισαν να στήσουν το σκηνικό “παραπάτησε από το μεθύσι έπεσε και το χτύπημα στο κεφάλι τον σκότωσε”. Οι Γερμανοί είχαν αμφιβολίες αλλά “ψάξε βρες” που έλεγε και ο κύριος Τάκης. Ο Γερμανός στην Τερψιθέα ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών, το έφερνες βαρέως…παιδί, κατοχή, άγρια χρόνια, το αγοράκι που είχε πεθάνει από πείνα πριν λίγο καιρό, το τρίτο σου παιδί!

Τα θυμάμαι ακόμα, τα πάντα, τα φιλαράκια μου λένε “γράψε για όλα αυτά”, τι να γράψω, θα σε προσβάλλω. Τι μπορείς να γράψεις για ένα παιδί δεκαεπτά χρονών που φεύγει άφραγκο από την Καλαμάτα για να καταλήξει με χίλιους δύο τρόπους στον Πειραιά; Η τρίτη απόδραση από το ορφανοτροφείο, η πετυχημένη. Μεροκάματα σε οικοδομές, παράνομη σχέση με γυναίκα χωροφύλακα, κι εκείνα τα χέρια που μπορούσαν να σε λιώσουν. Δεκαεφτά χρονών κι έβαζες κάτω τριαντάρηδες, ο Πορύχης ο πυγμάχος ήθελε να σου βάλει γάντια γιατί θαύμαζε τη δύναμή σου αλλά εσύ ήσουν ξεκάθαρος “γιατί να παίξω ξύλο με κάποιον που δεν με έχει πειράξει;” Πάω από το ένα θέμα στο άλλο, σε δυσκολεύω; Δεν είχα που λες σκοπό να γράψω αλλά….ήθελα και να σου μιλήσω, “μιλάγαμε” συχνά όλα αυτά τα χρόνια, όμως τώρα η ανάγκη είναι διαφορετική. Ένα άδειο κάθισμα δίπλα μου στο τρένο, ένα στριμωξίδι στο λεωφορείο, μια μουσική που με έδιωξε.

Ξέρεις πόσο συχνά περνάω από την Τερψιθέα; Χαμογελάς ε; Χαμογελάς γιατί μαντεύεις, μαντεύεις ότι περνάω από το παλιό παιχνιδάδικο του Κοκοράκη. Εκεί σε ξεπαράδιαζα, στρατιώτες, σετ Ταρζάν με ιθαγενείς και άγρια ζώα, “καμπόηδες και ινδιάνους” όπως έλεγες, και βέβαια ιππότες. Η μισή σου σύνταξη έφευγε στα παιχνίδια μου αλλά σε όποιον τόλμαγε να σου κάνει παρατήρηση απαντούσες “κάνε δουλειά σου μ’αρέσει να τον βλέπω να στήνει τα στρατιωτάκια και να παίζει, τις προάλλες είχε βάλει τους Γερμανούς να κυνηγάνε τον Ταρζάν, το μπουζούκι έχει φαντασία, να δεις κάτι μάχες…”. Ποτέ δεν έμαθα γιατί με έλεγες “μπουζούκι”, ίσως γιατί λάτρευες το ρεμπέτικο αν και δε τραγουδούσες ποτέ, μια στροφή κι αυτή μισοφαγωμένη. Θυμάμαι μια φορά που είχες δει τον Βαμβακάρη σε μια εκπομπή στην τηλεόραση, χαμογέλασες “α ρε Μάρκο”, “τον ήξερες;” σε ρώτησα, κι άρχισες να μου λες για τον Μάρκο, τον Παπαιωάννου, τον Στελάκη…. “Άστο το παιδί έχεις ρουφήξει και δε βάζεις γλώσσα μέσα σου, τράβα κοιμήσου”, η γιαγιά απότομη πάντα και η μόνη που τολμούσε να σου μιλήσει έτσι, το “ρουφήξει” σήμαινε έχεις μεθύσει αλλά και οι δυο μας ξέρουμε ότι δεν μεθούσες ποτέ! “Σταμάτα μη σε πετάξω από το μπαλκόνι” της απαντούσες ήρεμα ενώ δεν είχες σηκώσει ποτέ χέρι απάνω της, ούτε στα παιδιά σου.

Οι πρώτες σκληρές αλήθειες για τον πόλεμο του 40, φαντράκια που έκλαιγαν ενώ μερικά “πιτσιρδέλια” όπως τους αποκαλούσες τα έκαναν επάνω τους από το φόβο. Κρύο ψείρες, λιποταξία. “Οι Ιταλοί είχαν έρθει για εκδρομή, δεν ήθελαν να πολεμήσουν”. Πανικός με τους βομβαρδισμούς, χαμένα κράνη και προστασία από τα θραύσματα με την κατσαρόλα να καλύπτει το κεφάλι, γέλιο, ακόμα και το γέλιο σου είχε κάτι το σοφό και καλά καλά δεν ήξερες να γράψεις το όνομά σου. Με πείραζες που έβλεπα Ποπάϋ, “πάλι ο Ποπάης” μου έλεγες και εγώ σε διόρθωνα. “Γιατί παίζεις πασιέντζα”, δεν με κοιτούσες όταν απαντούσες και η απάντηση πάντα η ίδια “γιατί με κάνει να σκέφτομαι μπουζούκι”. Πασιέντζα με τις ώρες, κι εσύ στο κόσμο σου, “κοίτα ποιος μιλάει” θα μου πεις. Οι κόσμοι μας τα έβρισκαν μια χαρά μεταξύ τους. Εσύ το είχες δει από νωρίς, τότε που με έπαιρνες από το χέρι και με πήγαινες στο ΑΝΕΣΙΣ, η κυρία Μαίρη όλο χαμόγελο, “δε σου μοιάζει καθόλου ο μικρός, ξανθομπαμπουράκι”, “σαν εκείνο τον Αμερικάνο τον Λοχία στη Μάχη” απαντούσες, “μου μοιάζει Μαιρούλα”. Και η Μαίρη να θέλει να κεράσει γρανίτα κι εγώ ν’αρνιέμαι “βρε μην είσαι ιδιότροπος” μου έλεγε. Οι Τέσσερεις Σαρλώ, Λουί Ντε Φυνές, Τζέρρυ Λούις, Γκοντζίλα, τον Γκοντζίλα ήθελα να τον βλέπω δύο φορές, “όχι πάλι τα τέρατα θα χαζέψει”, η μάνα μου, “άστο το παιδί έχει φαντασία”.

Και που με οδήγησε αυτή η γαμημένη φαντασία μου λες; Να κάθομαι να γράφω σε ένα μπλογκ και να μη ξέρω καλά καλά τι θέλω να πω. Άργησα να διαβάσω τον Ντοστογιέφσκι που μου χάρισες στα 13 μου, “αργείς ακόμα μπουζούκι, αλλά αυτό το βιβλίο είναι ότι πιο σημαντικό θα πάρεις από μένα”. Έγκλημα Και Τιμωρία. Το έβλεπα στη βιβλιοθήκη μ’εκείνη την κανελί χοντρή βιβλιοδεσία του, φοβόμουν να το διαβάσω, νόμιζα πως όταν το τελείωνα θα ήταν σα να σε ξαναέχανα, μέσα μου ήξερα πως όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγμή το ίδιο το βιβλίο θα με καλέσει, και η στιγμή ήρθε, και ξανάρθες κι εσύ. Και ξανάρθε κι αυτή η πουτάνα η μέρα, τότε στο νοσοκομείο που μου έκλεισες το μάτι και μου είπες πονηρά και ψιθυριστά “κοίτα κάτι καπούλια που έχει αυτή η νοσοκόμα”. Οι περιπέτειες σου με τις γυναίκες πολλές….”να κάνεις οικογένεια μόνο όταν είσαι έτοιμος, μη κοιτάς εμένα εγώ δεν έκανα για οικογένεια”, όχι δεν έκανες, ψέματα…έκανες, τα αγαπούσες τα παιδιά, τα πρόσεχες, τα πείραζες και τα “βασάνιζες” κι αυτά γελούσαν και δε ξεκολλούσαν από δίπλα σου. Αεροπλανικά κόλπα, στροφές, πετάγματα στο κρεβάτι, “δεν τη θέλω τη μάλλινη κουβέρτα με τσιμπάει”. Δε φόρεσες ποτέ πουλόβερ, ριγέ κοστούμι και πουκάμισο ακόμα κι αν χιόνιζε.

Η ελληνική ταινία Σάββατο βράδυ, ‘Λόλα”, ο Παπαγιαννόπουλος σε ρόλο κακού, εγώ να θυμώνω γιατί τον ήξερα Κυρ Γιώργη στο Λούνα Παρκ και γελούσα, δεν είχα ακούσει καλά και νόμιζα ότι η ταινία αναφερόταν στη Τούμπα, “έχει Τούμπα και ο Πειραιάς;”, εσύ γελάς πάλι αινιγματικά “Όχι Τούμπα μπουζούκι…Τρούμπα”, “Τι είναι η Τρούμπα;” ξανά γέλιο “Θα σου πω άμα έρθει η ώρα”…..”Πάψε πια, μη χάσεις και δεν πεις στο παιδί τα χαϊρια σου”, η γιαγιά ξανά σε χέβυ μέταλ φάση. Ο κύριος Τάκης σαφέστατος, “ένας νταβατζής του έκανε τον μάγκα κι επειδή του ‘ριχνε ένα κεφάλι νόμιζε ότι θα τον έκανε καλά, αλλά ο Νιόνιος του άρπαξε το μαχαίρι σα να έπαιρνε παιχνίδι από μωρό και του τραβάει μ’αυτό δυο στα κωλομέρια….”, και μετά η προειδοποίηση, “Αν πειράξεις τη Ρένα εδώ θα σε θάψω, ζωντανό!”, ο εξευτελισμός του τραμπούκου, μαχαιριά στα κωλομέρια, σήμα κατατεθέν της ξεφτίλας. Εγώ πάλι, προσπαθώ ακόμα να αρπάξω το μαχαίρι, παλεύω συνέχεια.

Ο Ρασκόλνικοφ, ο Μάρκος, ο Τσιτσάνης, οι γιεγιέδες, τα στρατιωτάκια που τα χάρισα σε παιδιά ορφανοτροφείου (σα να τα χάριζα σε σένα ήταν, από ορφανοτροφείο το έσκασες κι εσύ), όλοι εδώ σε ένα διαφορετικό μέρος….τι εννοώ; Τα γραπτά που έλεγα στην αρχή. Ίσως κάποτε γράψω για σένα, σου θύμωσα που έφυγες, το αρνήθηκα, δεν σε επισκέφτηκα ποτέ γιατί δεν ήθελα να αποχαιρετήσω, δεν μπορούσα και η γιαγιά καθάριζε για σένα “όποιος πει ότι δεν τον αγαπούσες θα του ανοίξω το κεφάλι με τη μαγκούρα, ακούς εκεί, εμένα να ρωτήσουν αλλά δεν τολμάνε, αει σα πέρα”. Έφυγες κι έχασα τον προστάτη μου, γι’αυτό θύμωσα, δε μπορούσα να τα βγάλω πέρα μόνος μου και το ήξερες, οπότε γιατί την κοπάνησες; Εκείνο το Σάββατο που μου είπαν τα νέα έκανα αυτό που ήθελες να κάνω, πήγα σινεμά, δε κάθισα σπίτι, δεν ήθελα πένθος, με κακοχαρακτήρισαν αλλά τους έγραψα στ’αρχίδια μου, έκλαιγα στη σκοτεινή αίθουσα του ΑΤΤΙΚΟΝ στον Πειραιά και παρακολουθούσα τον Σων Κόννερυ να αντιμετωπίζει τους φονιάδες στο OUTLAND.

Στη κηδεία έδιωχνα τους συγγενείς, έφυγα μόνος παίρνοντας ένα ταξί. Την άλλη μέρα στο σχολείο κάποιο μεγαλύτερο αγόρι με είπε “γκομενάκι” επειδή με έπιασε να κλαίω, εκείνος κατέληξε με το μάγουλο τούμπανο κι εγώ στο γραφείο του έξαλλου γυμνασιάρχη κι η φιλόλογος καθάρισε για να μην φάω αποβολή…”ξέρετε κύριε Γυμνασιάρχα προχθές…”. Θυμωμένος ακόμα, κάποιος μου λέει συλλυπητήρια και ξεσπάω σε γέλια, ξινά πρόσωπα. Ένα μπλε τετράδιο κι εγώ να γράφω κάτι, “τι είναι αυτό ρε μπουζούκι;” “Τίποτα κάτι για το σχολείο”, είχες καταλάβει ότι σου έλεγα ψέματα αλλά ντρεπόμουν. Η ντροπή δεν κράτησε πολύ, άφησα επίτηδες το τετράδιο ανοιχτό πάνω στο τραπέζι κι έκανα ότι κοιμόμουν πεσμένος στο ντιβάνι. Προσπάθησες να μη με ξυπνήσεις έριξες μια ματιά προς το μέρος μου βεβαιώθηκες ότι ήμουν εκτός μάχης και ξεφύλλισες. Χαμογέλασες, οι ιππότες μου που ήταν μια φτηνή αντιγραφή των Τριών Σωματοφυλάκων σε έκαναν να χαμογελάσεις, χαμογέλασα κι εγώ. Δέκα σελίδες, δεκαπέντε;

“Να μη ντρέπεσαι να κλαίς μπροστά σε αυτούς που πρέπει, ποιος σου είπε ότι οι άντρες δεν κλαίνε; Να κρύβεις το κλάμα σου από αυτούς που δεν αξίζουν”. Μου χάρισες ένα ρολόϊ και λίγα χρήματα. Τα χρήματα τα έφαγα σε κασέτες το ρολόϊ δεν το φόρεσα ποτέ αλλά το κρατάω καλά φυλαγμένο όπως κάνουμε με όλα τα πολύτιμα πράγματα. Τι φλυαρία κι αυτή απόψε! Αναρωτιέσαι γιατί σου γράφω…τα πράγματα έχουν ζορίσει κι όταν ζόριζαν τα πράγματα πάντα σε σένα ερχόμουν, ακόμα κι όταν έφυγες, αυτό κάνω και τώρα. Είμαι ακόμα λίγο θυμωμένος μαζί σου αλλά…λίγο. Εσύ πόσο θυμωμένος είσαι μαζί μου που γράφω για σένα…πάλι χαμογελάς και μουρμουρίζεις…. “Το μπουζούκι γράφει”