Feeds:
Posts
Comments

tzo

 

ΤΖΟΤΖΟ (Jojo Rabbit) – 2019

Σκηνοθεσία : Τάικα Γουαιτίτι

Πρωταγωνιστούν : Ρόμαν Γκρίφιν Νταίηβις, Σαμ Ρόκγουελ, Σκάρλετ Γιόχανσον, Τόμασιν Μακένζι, Τάικα Γουαιτίτι

Δεκάχρονο αγόρι μέλος της νεολαίας των Ναζί ανακαλύπτει πως στο σπίτι του κρύβεται μια νεαρή Εβραία.

Δεν έχω πρόβλημα με τις ταινίες που σατιρίζουν τον πόλεμο, το αντίθετο, έχω απολαύσει αριστουργήματα (Μ.Α.S.H, CATCH 22, Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ) όμως φιλμ όπως αυτά είχαν κάτι πολύ σημαντικό, έξυπνη σεναριακή προσέγγιση. Ένα τόσο σοβαρό ζήτημα όπως ο πόλεμος θέλει πολύ γερό μυαλό ώστε το σενάριο που θα γραφτεί να χειρίζεται έξυπνα το μαύρο χιούμορ που απαιτείται και να σέβεται και τη νοημοσύνη του θεατή γιατί αν μη τι άλλο ζητά από τον θεατή να έχει νοημοσύνη.

Μπορείς βέβαια να κάνεις κάτι γλυκόπικρο σαν αυτό που έκανε ο Μπενίνι με το Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ, ταινία που αγαπήθηκε αλλά όσο κι αν με μισήσουν αυτοί που διαβάζουν το κείμενο εμένα δεν με έπεισε. Το ΤΖΟΤΖΟ δεν ξέρω προς τα που θέλει να κινηθεί. Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν σάτιρα αλλά τι είδους σάτιρα; Μπορείς να σατιρίσεις κάτι τόσο φρικτό όσο το ναζιστικό καθεστώς; Ο Τσάπλιν το έκανε στον Μεγάλο Δικτάτορα αλλά ακόμα ο κόσμος δεν ήξερε τι τον περίμενε, ο Τσάπλιν προειδοποιούσε! Ο Τσάπλιν επίσης ήταν ιδιοφυία και μπορούσε να πει τα πιο σκληρά πράγματα με το δικό του αξεπέραστο χιουμοριστικό τρόπο, κι αυτό δεν μπορούν να το κάνουν όλοι.

Ο Γουαϊτίτι προφανώς θέλει να διακωμωδήσει τους ναζί μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. Σίγουρα; Ίσως να θέλει να δείξει το Τρίτο Ραϊχ μέσα από τα μάτια του δεκάχρονου όπως ήθελε ο Μπενίνι να δείξει στο γιο του πως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν κάτι σαν πάρκο αναψυχής, αλλά άλλος ο προσανατολισμός του Μπενίνι κι άλλος του Γουαϊτίτι, στην περίπτωση του Jojo δεν υπάρχει πατέρας για να αλλοιώσει εικόνες και να αλλάξει τα νοήματα, εδώ οι εικόνες είναι καθαρά μέσα από τα μάτια του παιδιού, εδώ οι εικόνες προκύπτουν μέσα από την παιδική αφέλεια και φαντασία.

tzo2

Ο μικρός φαντάζεται πως είναι κολλητός του Χίτλερ και τον βλέπει συνέχεια μπροστά του και του μιλάει. Ο δε Χίτλερ είναι κάτι σαν καρτούν με ηλίθια συμπεριφορά, όχι δεν έχω πρόβλημα με αυτό, είπαμε παιδική φαντασία. Τα προβλήματα αρχίζουν αλλού, δεν μπορεί να ενταχθεί στην παιδική φαντασία η πλήρης γελοιοποίηση των στρατοπέδων εκπαίδευσης της ναζιστικής νεολαίας, δεν υπάρχει τίποτα το αστείο σε αυτό. Οι καρικατούρες των ναζί αξιωματικών και των ανδρών της γκεστάπο που φέρνουν στο νου τους “κακούς” του Μπαγκς Μπάννυ επίσης δεν μπορούν να χρεωθούν στο παιδικό μυαλό, δεν είναι θέμα ερμηνείας είναι θέμα σεναρίου και μόνο!

Ο Τζοτζο φαντάζεται πως οι Εβραίοι είναι αποκρουστικά τέρατα, αλλά όταν μιλάει με κανονικούς αξιωματούχους των ναζί δεν φαντάζεται τίποτα οπότε μιλάμε για φτηνή διακωμώδηση κατά την οποία η μπάλα χάνεται τελείως. Ο Γουαϊτίτι όχι απλά δεν είναι Τσάπλιν αλλά δεν μπορεί να αντιγράψει σωστά έστω το χιούμορ του Γουές Άντερσον. Η ταινία αν είχε μείνει στις σκέψεις και στη φαντασία του αγοριού θα ήταν πολύ καλύτερη, τώρα μπλέκει την λανθασμένη σάτιρα με τον παιδικό κόσμο και κατά τη γνώμη μου αποτυγχάνει. Η μισή ταινία είναι με τα μάτια του Τζοτζο και η άλλη μισή με τα κοροϊδευτικά μάτια του σκηνοθέτη. Ο μικρός Ρόμαν Γκρίφιν Νταίηβις στο ρόλο του Τζοτζο σκίζει όπως επίσης πολύ καλές είναι οι Τόμασιν Μακένζι και η Σκάρλετ Γιόχανσον.

Ξέρω πως είμαι από τους ελάχιστους που δεν ενθουσιάστηκαν με την ταινία αλλά συμβαίνουν αυτά και φυσικά δεν με ενδιαφέρει για πόσα όσκαρ ήταν υποψήφια. Εικαστικά στέκεται μια χαρά, ο ρυθμός δεν κολλάει πουθενά αλλά… Δεν θα έλεγα ότι το Τζοτζο είναι μια κακή ταινία, είναι όμως αποτυχημένη σε αυτό που θέλει να δώσει στον θεατή κι αυτό γιατί δεν είχε σαφή προσανατολισμό, κι αν είχε μάλλον τον έχασε.

 

 

xriso

Το Χρυσό Γάντι (Der Goldene Handschuh) – 2019

Σκηνοθεσία : Φατίχ Ακίν

Πρωταγωνιστούν : Γιόνας Ντάσλερ, Μαργκερίτε Τίεζελ, Μάρκ Χόσμαν

Η αληθινή ιστορία ενός κατά συρροή δολοφόνου που έδρασε στο Αμβούργο στις αρχές της δεκαετίας του 70.

Πάρα μα πάρα πολύ σπάνια διαβάζω κριτικές για μια ταινία που δεν έχω δει ακόμα συνήθως τις διαβάζω μετά και προτιμώ αυτές των κριτικών κινηματογράφου που “πλησιάζω”. Το συγκεκριμένο φιλμ αποτέλεσε μία από αυτές τις υπερ-σπάνιες εξαιρέσεις. Διάβασα λοιπόν και θετικά αλλά και πολύ αρνητικά σχόλια. Μεγάλο μέρος των κριτικών εστίασε στην υπερβολική και ωμή βία της ταινίας, κάποιοι δε την βρήκαν απίστευτα αποκρουστική. Στάση εδώ λοιπόν και μία παρένθεση, δεν καταλαβαίνω πως μπορεί να σε ενοχλεί μια σκηνή φόνου και μάλιστα εντελώς ρεαλιστικά γυρισμένη όταν έχεις αποθεώσει τον Γκασπάρ Νοέ για το Μόνος Εναντίον Όλων, τον Ταραντίνο και τον Τόμπ Χούπερ. Θα πει κανείς οι δύο τελευταίοι είχαν στυλ και μάλιστα ιδιαίτερο, θα συμφωνήσω αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα δαιμονοποιήσω το ρεαλιστικό για χάρη οποιουδήποτε στυλ. Δεν είδα τίποτα πιο ωμό και τίποτα πιο σοκαριστικό από αυτά που αντίκρισα σε άλλες ταινίες τα οποία μάλιστα με έκαναν να μαγκωθώ γερά στη καρέκλα μου.

Τέλος όμως με τις συγκρίσεις για να πάμε και στην ταινία, βάζουμε στην άκρη το ότι είναι αληθινή ιστορία και ξεκινάμε με το ζήτημα αφήγηση. Ο Φατίχ Ακίν αν μη τι άλλο ξέρει να δημιουργεί ατμόσφαιρα, όπως αγαπά ο Ράνκιν το Εδιμβούργο και το κάνει συμπρωταγωνιστή του Ρέμπους στα βιβλία του έτσι και ο Ακίν είναι ερωτευμένος με το Αμβούργο και λειτουργεί με το σκεπτικό “Αγάπα Την Πόλη Σου Με Τα Ελαττώματα Της”. Το Αμβούργο του Χρυσού Γαντιού είναι περιθωριακό, άρρωστο, σκοτεινό, αποκρουστικό, ένοχο, αυτοκαταστροφικό, μίζερο, μπορώ να βρω άλλα τόσα επίθετα. Οι ήρωες αυτού του σύμπαντος γελούν μόνο όταν είναι τύφλα στο μεθύσι και πίνουν συνέχεια. Στη κυριολεξία το μπαρ Χρυσό Γάντι είναι μία κόλαση επί της γης. Πρώην πόρνες γερασμένες και υπέρβαρες, πρώην αξιωματικός των Ες Ες που κουβαλάει το στρατιωτικό “μεγαλείο” μέσα του και κυκλοφορεί με σπασμένα γυαλιά ηλίου, αγράμματοι σερβιτόροι που δεν βλέπουν μπροστά τους, ηλικιωμένοι που έχουν αποφασίσει να πεθάνουν στη μπάρα από το τσιγάρο και το αλκοόλ, στερημένοι ερωτικά άνθρωποι και ζητιάνοι. Αν κάτι σοκάρει αληθινά δεν είναι-κατά τη γνώμη μου- ένας φόνος κι ένας τεμαχισμός διαρκείας, λες και δεν έχουμε ξαναδεί ανάλογο θέαμα, αλλά αυτό το σκοτάδι που σιγά σιγά πνίγει τους ανθρώπους.

xriso2

“Γιατί δεν ανοίγεις τις κουρτίνες;” ρωτάει ένας πιτσιρικάς πρωινός επισκέπτης τον ιδιοκτήτη του μπαρ κι ο ιδιοκτήτης απαντά “Γιατί οι άνθρωποι αποφεύγουν να πίνουν όταν βλέπουν ήλιο.” Η περισσότερες από τις σκηνές είναι νυχτερινές, οι ήρωες του Χρυσού Γαντιού ζουν πάντα την νύχτα ακόμα κι όταν έξω ο ήλιος καίει και η θερμοκρασία φτάνει τους 37 βαθμούς. Όλα τα πρόσωπα είναι σκυφτά, λυπημένα, οργισμένα. Ξεστομίζονται φιλοσοφίες βγαλμένες από τον υπόνομο της ζωής, γιατί όλοι οι παραπάνω εκεί μεγάλωσαν ή έστω εκεί πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Ο Ακίν παρατηρεί και αφουγκράζεται μια Γερμανία για την ακρίβεια μια Δυτική Γερμανία, που ενώ η βιτρίνα της δείχνει ανάπτυξη και οικονομικό θαύμα, μέσα της ζουν πάρα πολλά ανθρώπινα ναυάγια.

Ο σκηνοθέτης κατεβαίνει σε έναν κοινωνικό υπόνομο και πως να το κάνουμε στον υπόνομο δεν θα νιώσεις άνετα. Μεθυσμένοι που ξεστομίζουν ένα σωρό ηλιθιότητες και ασυναρτησίες είναι κάτι που συναντάμε και στη καθημερινή μας ζωή μην κοροϊδευόμαστε! Τι σοκάρει λοιπόν κι ενοχλεί από τις σκηνές μέσα στο μπαρ; Τι περιμένουμε να δούμε; Κάποιους που μιλούν σαν ήρωες του Κέρουακ, του Μπουκόφσκι, ή του Χένρι Μίλλερ; Όχι ο Ακίν δε στοχεύει σε τίποτα λογοτεχνικό ή ποιητικό, ο Ακίν τολμά να ακουμπήσει την οδυνηρή πραγματικότητα, το αν θέλουμε εμείς να γυρίσουμε το βλέμμα μας αλλού είναι δικαίωμά  μας ασφαλώς αλλά αυτά τα περί σοκ προτιμώ να τα προσπεράσω.

Μέρος αυτού του άρρωστου μικρόκοσμου είναι ο υπερβολικά άσχημος και υπερβολικά διαταραγμένος Φριτς Χόνκα. Ο σκηνοθέτης δούλεψε εξαιρετικά πάνω στον νεαρό και πολύ όμορφο εμφανισιακά Γιόνας Ντάσλερ και κατάφερε να δημιουργήσει ένα πραγματικά εφιαλτικό πλάσμα, όχι μόνο γι’αυτά που κάνει αλλά γι αυτά που λέει. Ο Χόνκα δεν είναι ο ευφυής δολοφόνος που γοητεύει και παρασέρνει με λόγια και κόλπα τα θύματά του. Δεν είναι καν ο δολοφόνος του Μ ο οποίος ακούει φωνές και δεν μπορεί να σταματήσει. Ο Χόνκα είναι ένα σκουπίδι μέσα σε μια ανθρώπινη χωματερή που ακόμα κι αυτή συχνά τον απορρίπτει. Ο Χόνκα μισεί τον εαυτό του και σκοτώνοντας άλλα σκουπίδια σαν εκείνον νιώθει μια πολύ προσωρινή κάθαρση αλλά στην πραγματικότητα η μόλυνση που έχει μέσα του χειροτερεύει.

xriso3

Ο ρεαλισμός της ταινίας χτυπά κατακούτελα κι αυτό γιατί ο Ακίν δε θέλησε να κρυφτεί και δεν είμαι και σίγουρος αν ήθελε και να προκαλέσει, δεν είναι Νοέ και δεν είναι Παζολίνι, πιστεύω πως είναι σαφώς καλύτερος σκηνοθέτης από τον πρώτο και έχει τελείως διαφορετικό στυλ από τον δεύτερο. Η βία του Χρυσού Γαντιού όσο και ωμή να είναι δεν με ενόχλησε ή αν θέλετε δεν την βρήκα αντι-κινηματογραφική. όταν παρακολουθείς έναν φόνο, αν δεν πρόκειται για σπλάττερ διασκέδασης ή μαύρο χιούμορ, ή b-movie, δεν γίνεται να νιώσεις άνετα. Δεν υπάρχει τίποτα το χολλυγουντιανό ή τίποτα το επικό στους φόνους του φιλμ, είναι ξεροί και συχνά άγαρμποι, αδέξιοι, ο Χόνκα ζει στην κόλασή του αναπνέει την μπόχα του και απέχει πολύ από τον μελετηρό και προσεκτικό φονιά που “αγαπά” ο κινηματογράφος.

Βρήκα τις βίαιες σκηνές απόλυτα πειστικές και καλογυρισμένες, βρήκα την ατμόσφαιρα του μπαρ καταπληκτικά στημένη και οι αφηγήσεις μέσα εκεί δείχνουν το πόσο καλός σκηνοθέτης παραμένει ο Ακίν. Καταλαβαίνω όσους μισήσουν την ταινία αλλά είπαμε συχνά οι σκληρές αλήθειες είναι πιο τρομαχτικές και από ένα ψέμα που σκοπεύει να τρομάξει και βέβαια υπάρχει και ο Γιόνας Ντάσλερ που χαρίζει μια εξαιρετική ερμηνεία.

Δεν θα ευχηθώ “καλή διασκέδαση”, δε θα διασκεδάσετε γιατί δεν πρόκειται ακριβώς για θρίλερ, ούτε θα προτείνω να τη δείτε, περιγράφω απλώς τι μου άφησε εμένα σαν θεατή και εσείς κρίνετε.

 

 

 

Ross Macdonald : Η Νεκροφόρα Με Τις Ρίγες

Εκδόσεις : Αλεξάνδρεια

Μετάφραση : Βικτωρία Λέκκα

ROSS

Ο Σάλτο με άφησε μπροστά στη λέσχη και απομακρύνθηκε με το φορτηγάκι του να σκαμπανεβάζει στο δρόμο. Ο κεντρικός δρόμος της συνοριακής γραμμής ήταν ο ρευστός συνδυασμός μιας ασήμαντης  συνοριακής εγκατάστασης κι ενός σημαντικού πανηγυριού. Η λίμνη έμοιαζε ψεύτικη από εδώ, μια λίμνη φτιαγμένη από ανθρώπινο χέρι, βαμμένη με ειδική απόχρωση γαλάζιου, ανάμεσα σε βουνά από πεπιεσμένο χαρτί. Σ’αυτό το σκηνικό ο θάνατος έμοιαζε απίστευτος και η ίδια η ζωή αφύσικη.

Μπήκα στη λέσχη, όπου το απογευματινό πλήθος διασκέδαζε, αν μπορεί να πει κανείς ότι οι τζογαδόροι διασκεδάζουν. Καλοπιάνανε τράπουλες ή ζάρια σαν αμαρτωλοί που προσεύχονταν στους ουρανούς για μια μικρή χάρη. Τραβούσαν σπασμωδικά τους μοχλούς των κουλοχέρηδων, λες κι οι μηχανές ήταν κομπιούτερ που θα απαντούσαν σε όλες τους τις ερωτήσεις. Μήπως γερνάω; Μήπως έχω αποτύχει; Μήπως είμαι ανώριμος; Μ’αγαπάει; Γιατί με μισεί; Έλα τζακπότ, πλημμύρισέ με με ζωή με ελευθερία κι ευτυχία!

Κάμποσοι άντρες και μερικές γυναίκες ήταν αραγμένοι γύρω από το μπαρ, περίμενα τη σειρά μου και μετά ρώτησα κάποιον από τους καταπονημένους μπάρμεν που βρισκόταν ο υπεύθυνος ασφαλείας.

 

krisi

Το ζήτημα της μαζικής κουλτούρας θέτει πρώτα ένα άλλο θεμελιακότερο ζήτημα, δηλαδή την άκρως προβληματική σχέση κοινωνίας και κουλτούρας. Αρκεί να θυμηθούμε σε τι έκταση όλο το κίνημα της μοντέρνας τέχνης είχε σαν αφετηρία την παθιασμένη εξέγερση του καλλιτέχνη κατά της κοινωνίας ως τέτοιας(και όχι κατά της άγνωστης μέχρι τότε μαζικής κοινωνίας) για να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η αρχική σχέση ήταν κάθε άλλο παρά ιδανική. Γι’αυτό πρέπει να δυσπιστούμε με την επιπόλαιη νοσταλγία μιας πλειάδας κριτικών της μαζικής κουλτούρας για κάποια Χρυσή Εποχή μιας καλής και καθώς πρέπει κοινωνίας. Στις μέρες μας η νοσταλγία αυτή είναι πολύ πιο διαδεδομένη στην Αμερική παρά στην Ευρώπη, για τον απλούστατο λόγο ότι η Αμερική παρ’όλο που έχει εξοικειωθεί σε μεγάλο βαθμό με τον βαρβαρικό φιλισταϊσμό των νεόπλουτων, έχει μια αμυδρή μόνο γνώση του εξ ίσου οχληρού πολιτισμικού και καλλιεργημένου φιλισταϊσμού της ευρωπαϊκής κοινωνίας, στην οποία έχει γίνει ένα ζήτημα κύρους να μορφώνεται κανείς έτσι που να εκτιμά την κουλτούρα αυτή η έλλειψη εμπειρίας ίσως να εξηγεί την αιτία που η αμερικάνικη λογοτεχνία και ζωγραφική άρχισε αιφνίδια να παίζει έναν τόσο αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης, και που , και που η επιρροή της γίνεται αισθητή σε όσες χώρες η πνευματική και η καλλιτεχνική πρωτοπορεία έχει υιοθετήσει μια ειλικρινά αντιαμερικανική στάση.  Το δυσάρεστο όμως είναι ότι η έντονη δυσφορία που η ίδια η λέξη “κουλτούρα” είναι πιθανόν να προκαλεί ακριβώς μεταξύ όσων είναι οι επιφανέστεροι εκπρόσωποί της μπορεί να περνά απαρατήρητη ή να μην κατανοείται ως ένδειξη μιας ανωμαλίας

Hannah Arendt : Η Κρίση Της Κουλτούρας

Εκδόσεις : Στάσει Εκπίπτοντες

Μετάφραση : Γ. Ν. Μερτίκας

pagan

Hugues Pagan : Χαμένο Προφίλ

Εκδόσεις : ΠΟΛΙΣ

Μετάφραση : Γιάννης Καυκιάς

“Το τι παραμύθια έχω ακούσει στη ζωή μου…Πόσες μαλακίες μου έχουν εκμυστηρευτεί οι πελάτες..Μια πουτάνα δεν είναι μόνο για ν’ανοίγει τα πόδια. Υπάρχει και κάτι άλλο. Πλάγιαζα σε δωμάτια ποτέ με περαστικούς στα γρήγορα. Δεν φαντάζεστε πόσοι άντρες μιλούν στις πουτάνες. Εξομολογούνται μέχρι και πράγματα αδιάκριτα για τη γυναίκα τους ή για τους ίδιους, ή ακόμα και για τις επιχειρήσεις τους. Δεν δίνουν μία το να λένε κάτι μπροστά σε μία πουτάνα είναι, στο μυαλό τους, σα να φλυαρούν μπροστά στον καθρέφτη της ντουλάπας καθώς ντύνονται”.

Ο Σνεντέρ άναψε τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου. Πήρε απότομο τόνο

-Όλα αυτά για να πείτε τι;

-Μια πουτάνα ξέρει πολλά για τους άντρες, περισσότερα από έναν παπά ή έναν μπάτσο, διότι εμείς τους βλέπουμε γυμνούς. Δεν πυροβόλησε ο Φράνκυ

Από μία σεξουαλική σχέση όσο σφοδρή κι αν είναι μπορείς να βγεις πάνω-κάτω αλώβητος. Με τον Σνεντέρ ήταν αλλιώς. Ο Σνεντέρ ήταν σαν χείμαρρος στον οποίο δεχόταν να αφεθεί ανεπιφύλακτα, με κίνδυνο να γδαρθούν οι αγκώνες και οι γλουτοί τξς στις πέτρες του βυθού. Δεχόταν να το διακινδυνεύσει. Ο Σνεντέρ ήταν επίσης εκείνη η θλίψη που περνούσε πότε πότε από τα μάτια του. Ήταν η βία που απέπνεε ο άνδρας στη φωτογραφία της εφημερίδας, τραβώντας τον κρατούμενο από το πλήθος, σαν λύκος μονίμως έτοιμος να δαγκώσει. Ήταν όλα τούτα και ίσως πολλά άλλα που η κοπέλα αγνοούσε ακόμα, που δεν θα τα μάθαινε ποτέ.

Ένας δικηγόρος που έχει παρτίδες με τον υπόκοσμο, ένας μπάτσος που δεν έχει τίποτα να χάσει μέχρι που γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του, μια κοπέλα αγριόγατα που ψάχνει τον “έναν”, ένας νεκρός αστυνομικός, παράνομοι στη κόψη του ξυραφιού, ιεραρχία δυσκίνητη, κουρασμένη και αδιάφορη, βρώμικοι κώδικες που πρέπει να τηρούνται, αλήθειες που εμφανίζονται με άλλο πρόσωπο.

Το σύμπαν του Pagan, γαλλικό νουάρ των δεκαετιών 70 και 80 που θυμίζει ταινίες του Ντελόν και του Μπελμοντό αλλά έχει την κατάλληλη πένα για να σκοτεινιάσει τις εικόνες και τα συναισθήματα με πολύ μεγάλη ευκολία.

jewell

Η Μπαλάντα Του Ρίτσαρντ Τζούελ ( Richard Jewell ) – 2019

Σκηνοθεσία : Κλιντ Ίστγουντ

Πρωταγωνιστούν : Πολ Γουόλτερ Χάουζερ, Σαμ Ρόκγουελ, Κάθυ Μπέητς, Ολίβια Γουάϊλντ, Τζον Χαμμ

Ατλάντα 1996, έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων και ένας σεκιουριτάς ανακαλύπτει έγκαιρα μια βόμβα τοποθετημένη σε ένα πάρκο κι έτσι καταφέρνει να σώσει πολλούς ανθρώπους από βέβαιο θάνατο. Όσο όμως προχωρούν οι έρευνες του FBI αυξάνονται και οι υποψίες πως σωτήρας και βομβιστής είναι το ίδιο πρόσωπο.

Ο Ίστγουντ διαλέγει ακόμα μια φορά για κεντρικό του ήρωα της ταινίας του έναν απλό άνθρωπο ο οποίος καταφέρνει με το θάρρος του να σώσει ανθρώπινες ζωές, στη Μπαλάντα έχω την εντύπωση πως τα πράγματα λειτουργούν κάπως καλύτερα από ότι στις προηγούμενες ταινίες του με παρόμοιο θέμα. Κατ’αρχήν έχουμε στα χέρια μας ένα πολύ καλό σενάριο γραμμένο από τον πολύ έμπειρο και υποψήφιο για όσκαρ για το Κάπταιν Φίλιπς, Μπίλλυ Ρέη. Δεν υπάρχει καμία κοιλιά, καμία απορία, κανένα κενό και σε τελική ανάλυση όπως πολύ σωστά έχει πει ο Άκης Καπράνος, “καταλαβαίνεις τι είδους άνθρωπος είναι ο βασικός ήρωας από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας”. Μπορείς να γράψεις μια εφιαλτική ιστορία, γιατί ο Τζούελ ζει έναν αληθινό εφιάλτη, και να καθηλώσεις τον θεατή με τους πιο απλούς διαλόγους και όχι με περιττό ψευτοσασπένς και υπερβολές που θα αλλάξουν το προσωπικό δράμα σε ένα είδος ξενέρωτου αστυνομικού θρίλερ.

jewel2

Επίσης δεν πρόκειται για αγιογραφία, ναι μεν ο Τζούελ παγιδεύεται, ναι μεν όλοι και όλα είναι εναντίον του, αλλά πρόκειται για έναν άνθρωπο αν μη τι άλλο βαθύτατα αφελή και συντηρητικό, έναν “πατρίς, θρησκεία, οικογένεια” τύπο που το όνειρό του είναι να γίνει σκληροτράχηλος αστυνομικός και να βάζει στη θέση τους τους παράνομους γιατί “χωρίς νόμο και τάξη, δεν υπάρχει κράτος” όπως λέει και ο ίδιος. Χοντρούλης και συνεσταλμένος, παιδί της μαμάς με την οποία συζεί, λάτρης της στολής και των όπλων. Η αγάπη του για τον νόμο τον οδηγεί συχνά σε πράξεις υπερβολικού ζήλου οι οποίες είναι αυτές που θα οδηγήσουν και το FBI να τον υποψιαστεί.

Σε καμία περίπτωση ο Ίστγουντ δεν γίνεται Χίτσκοκ, δηλαδή δεν προσπαθεί να μας μπερδέψει, δεν αναρωτιέται κανείς για το αν είναι αθώος ή ένοχος ο Τζούελ, έχουμε μια ταινία βασισμένη σε αληθινό γεγονός κι από εκεί και πέρα το λόγο έχει το καθαρό σινεμά. Για άλλη μία φορά λοιπόν ένα τεράστιο μπράβο στον αξύριστο καβαλάρη που ήρθε από το πουθενά και με την κάμερα αντί για εξάσφαιρο σαρώνει. Εξαιρετική αφήγηση και μοντάζ και βέβαια πάρα μα πάρα πολύ καλές ερμηνείες. Ο Πολ Γουόλτερ Χάουζερ αποδεικνύεται πραγματικό jewel (κόσμημα δηλαδή) έχοντας πλάσει έναν ήρωα που χωρίς να τον συμπαθήσεις αναγκαστικά τον καταλαβαίνεις. Μεγάλωσε με το όνειρο του μεγάλου αμερικάνου πατριώτη, με ελάχιστη μόρφωση, με παρωπίδες ίσως, και χωρίς ιδιαίτερη έως καθόλου κοινωνική ζωή, πιθανόν και λόγω εμφάνισης.

jewel3

Εξαιρετικός στο ρόλο του δικηγόρου ο Σαμ Ρόκγουελ, μία από τις καλύτερες ερμηνείες του, και φυσικά η πάντα αξιόπιστη Κάθυ Μπέητς στο ρόλο της μητέρας. Η εμπειρία του Ίστγουντ πίσω από την κάμερα και η αγάπη του για το σινεμά έκαναν και πάλι τη δουλειά τους με τον καλύτερο τρόπο. Φτιάχτηκε μια απειλητική καφκική ατμόσφαιρα χωρίς κόλπα αλλά με απλές αλήθειες και με ηθοποιούς που έδωσαν ρέστα. Τα σχόλια για τους εξουσιαστικούς και μηντιακούς μηχανισμούς λίγα αλλά ουσιαστικά όπως άλλωστε και η προετοιμασία για την τρομοκρατική υστερία που θα ακολουθούσε. Κάποιοι θα τα βάλουν σίγουρα με τον Ίστγουντ επειδή “χτυπά” τα ΜΜΕ, καλό θα είναι να θυμηθούν πόσες φορές τα ΜΜΕ έχουν γίνει λαϊκά δικαστήρια και έκαναν κόλαση τη ζωή των ανθρώπων, παραδείγματα πολλά και χαρακτηριστικά. Επίσης παρά τα ρεπουμπλικανικά του πιστεύω ο σκηνοθέτης δεν χαρίζεται ούτε στις δυνάμεις του νόμου. Θα δώσει χαστούκια και στην προχειρότητα αλλά και στη βιασύνη του FBI για την έρευνα και για τα συμπερασματά του που βασίστηκαν στην μεγάλη αφέλεια και στην εθνικοφροσύνη ενός ανθρώπου.

Επίσης στην μπαλάντα δε θα βρούμε τίποτα το επικό η μεγαλοπατριωτικό, είναι μία απλή ταινία τον δημιουργό της οποίας ερέθισε μια ιστορία τόσο ώστε να την φέρει στην μεγάλη οθόνη. Και φυσικά δε θα λείψουν τα ερωτήματα πάνω στο τι τελικά σημαίνει ο χαρακτηρισμός “αδιάσειστα στοιχεία”, πως λειτουργεί μια δημοκρατία κάτω από ειδικές συνθήκες, πόσο πραγματικά ελεύθεροι είμαστε και πόσο ισχύουν στη πράξη τα δικαιώματα που μας δίνει ο νόμος.

Επαναλαμβάνω και τελειώνω με αυτό, η μπαλάντα δεν είναι καμιά πολύπλοκη ταινία παρά την ατμόσφαιρα και τα ερωτήματα της κι αυτό τελικά είναι που την κάνει τόσο καλή, ελάχιστοι καταφέρνουν να κάνουν τέτοιο σινεμά και ο 90χρονος Κλιντ είναι ένας από τους ηγέτες του.

 

Poster (2)

Στα Μαχαίρια (Knives Out) – 2019

Σκηνοθεσία : Ράϊαν Τζόνσον

Πρωταγωνιστούν : Ντάνιελ Κρεγκ, Άνα Ντε Άρμας, Κρις Έβανς, Μάϊκλ Σάννον, Τζέημι Λη Κέρτις, Ντον Τζόνσον, Τόνι Κολέτ, Κρίστοφερ Πλάμερ.

Πάμπλουτος συγγραφέας βρίσκεται νεκρός και όλα δείχνουν ότι πρόκειται για αυτοκτονία. Με τους δύο ντεντέκτιβς της αστυνομίας που έχουν αναλάβει την υπόθεση συνεργάζεται κι ένας περίεργος ιδιωτικός ερευνητής ο οποίος έχει προσληφθεί από κάποιον άγνωστο για να βοηθήσει στη λύση του μυστηρίου.

Επιστροφή στις ταινίες Whodunit (στα ελληνικά, “ποιος το έκανε”, “ποιος είναι ο δολοφόνος”), ταινίες με ελάχιστη δράση και άφθονο μυστήριο, σενάριο σταυρόλεξο και φιλοσοφία Άγκαθα Κρίστι. Ο Τζόνσον ήδη έχει καταφέρει να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή με το καστ. Γνωστοί ηθοποιοί, έμπειροι ηθοποιοί, πολύ καλοί ηθοποιοί. Καμιά φορά βέβαια αυτό έχει λειτουργήσει ως σωσίβιο μίας ταινίας που δεν έχει τόσο δυνατό σενάριο και το όποιο λαμπερό όνομα έχει τον άχαρο ρόλο του αντίβαρου, ευτυχώς δεν πέσαμε πάνω σε τέτοια περίπτωση. Σύμφωνοι από την αρχή υποψιαζόμαστε κι εμείς ότι πρόκειται για φόνο, φόνο όπου ύποπτοι είναι όλοι, το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας εκτυλίσσεται στον πύργο του συγγραφέα, οπότε ναι έχουμε το αλά Αγκάθα Κρίστι σκηνικό, στο πιο μοντέρνο όμως.

726_cinema_knives_out

Το συγκεκριμένο Οριέν Εξπρές λοιπόν είναι ακίνητο, οι ύποπτοι φυσικά πολλοί και κάπως παράξενοι, στην καλύτερη περίπτωση. Όπως έλεγε και ο τηλεοπτικός Δρ. Χάουζ “όλοι λένε ψέματα” και δεν βγαίνει άκρη. Ο Τζόνσον παίζει πολύ όμορφα κι έξυπνα με τα φλασ μπακ, με τις διηγήσεις των μελών της οικογένειας γύρω από την σχέση τους με τον νεκρό συγγραφέα, και με το ποιες ήταν πραγματικά αυτές οι σχέσεις. Η παρακολούθηση γίνεται απολαυστική και σ’αυτό βοηθά όχι μόνο η σκηνοθεσία του Τζόνσον αλλά και το σενάριο (το οποίο έχει γράψει ο ίδιος) που έχει αρκετές δόσεις χιούμορ το οποίο δεν πέφτει στις παγίδες ανοησίας που διαθέτουν κάποιες “μαύρες” (κατάμαυρες θα έλεγα) κωμωδίες του είδους.

Πρόκειται στ’αλήθεια για μαύρη κωμωδία όμως; Και ναι και όχι, είναι στιγμές που θα σε κάνουν να γελάσεις με την καρδιά σου, σε άλλες πάλι θα χαμογελάσεις πονηρά, αλλά όσο περνά η ώρα θα μείνει μόνο η αγωνία και ο προβληματισμός. Ο Τζόνσον χειρίζεται έξυπνα τις ανατροπές του και ξέρει να ξεγελά τον θεατή ο οποίος ακόμα και όταν η λύση φαίνεται να είναι μπροστά στα μάτια του δεν πείθεται, αν αυτό δεν είναι σεναριακή μαγκιά τότε τι είναι;

Knives-out

Σειρά έχουν οι ερμηνείες, όλοι κάνουν αυτό που πρέπει και ως φαίνεται το διασκεδάζουν. Κάθε ρόλος έχει την χιουμοριστική αλλά και τη σκοτεινή του πλευρά, και πέρα από πόσο καλά τον έχει δουλέψει το σενάριο ζητείται και πολύ έμπειρη ερμηνεία για να έχεις το επιθυμητό αποτέλεσμα, και το έχεις. Θα ξεκινήσω με τον “νεκρό” Κρίστοφερ Πλάμμερ όπου για άλλη μία φορά είναι υπέροχος στο ρόλο του πάτερ φαμίλια, αμέσως μετά πάμε στον πρωταγωνιστή Ντάνιελ Κρεγκ, τελείως μακριά από τον ρόλο του Μποντ που τον απογείωσε εδώ ξεδιπλώνει ένα κωμικό ταλέντο, “κωμικό” ίσως να μην είναι το κατάλληλο επίθετο πάντως γελάς και με τις ατάκες του και με το στυλ του, είναι απολαυστικός.

Το φιλμ δεν θυμίζει όμως μόνο Άγκαθα Κρίστι, θυμίζει και παλιές -αγγλικές κυρίως- τηλεοπτικές σειρές όπου το χιουμοριστικό κομμάτι βάδιζε χέρι με χέρι με την αστυνομική πλοκή και το μυστήριο, βλέπε Αντίζηλοι π.χ. Μάλιστα σε τέτοιου είδους σήριαλ υπάρχει μια μικρή αναφορά καθώς σε κάποια σκηνή βλέπουμε ένα μικρό απόσπασμα από ένα επεισόδιο της σειράς μυστηρίου Murder She Wrote (Η Συγγραφέας Ντεντέκτιβ), τα επεισόδια αυτής της σειράς αποτέλεσαν σίγουρα έμπνευση για τα Μαχαίρια.

Ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος μπερδεύει ευχάριστα κι εμάς και είναι σαν να μας λέει, “αντιμετωπίστε την ταινία μου όπως θέλετε”, το σίγουρο είναι πως θα περάσουμε ένα ευχάριστο δίωρο που δεν έχει να κάνει με ξερή νοσταλγία αλλά με φρέσκια επιστροφή ενός είδους που είναι πολύ πιο δύσκολο να βγει στην μεγάλη οθόνη τώρα πια όταν το κοινό είναι εκπαιδευμένο σε άλλου είδους αστυνομικά φιλμ. Για να βοηθήσω λίγο παραπάνω, όσοι περνούσατε καλά με το Αυτός Αυτή Και Τα Μυστήρια (όχι δεν έχει τόση σχέση η ιστορία μιλάμε καθαρά για το συναίσθημα) θα βγείτε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά από την αίθουσα. Σημειώνουμε ότι το σενάριο ήταν υποψήφιο και για όσκαρ.

Το Whodunit είναι από τα είδη ταινιών που μας αρέσει ακόμα να βλέπουμε αλλά μόνο αν μας τα προσφέρουν κάποιοι σαν τον Ράϊαν Τζόνσον.