Feeds:
Posts
Comments

Γραμμή 2

IMG_20190321_055359[1]

Θα δεις τη ζωή μέσα από μια χαραμάδα

μολυβένιου υγρού ξημερώματος

μέσα από απλωμένα ρούχα

που ακόμα αφήνουν σταγόνες αίματος και παραπόνου

μέσα από ζαλισμένα περιστέρια

που σημαδεύουν τα βρώμικα τσιμέντα

μέσα από μια άδεια συμπαράσταση

και μέσα από άγευστα δάκρυα

θα δεις τις ώρες να περνούν ανάμεσα σε κοκαλωμένα αυτοκίνητα

ανάμεσα σε μαρμαρωμένους ανθρώπους που θαρρούν ότι τρέχουν

ανάμεσα σε παλιών σχολικών τετραδίων γραμμές

γεμάτες με εφηβικές ανοησίες

που όμως κατάφεραν να γεράσουν γρήγορα κι άσχημα

ανάμεσα σε παιδικά γέλια που τώρα σε τρομάζουν

ανάμεσα σε αυλάκια βινυλίου που η βελόνα εγκαταλείπει ξαφνικά

θα δεις αμίλητα μυαλά να κλείνουν μέσα τους

ξεθωριασμένες φωτογραφίες με ετοιμοθάνατα χρώματα

λέξεις που κανένας δεν θέλει ν’ακούσει

παράθυρα που κανένας δεν θέλει ν’ανοίξει

θα δεις έναν τρελό να διαβάζει Σκαρίμπα

και να χορεύει πάνω σε φαγωμένο γρασίδι

ενός πάρκου που κατέληξε σε ναρκοπέδιο ονείρων

θ’ακούσεις μια γάτα να χλευάζει με το νιαούρισμά της

όλους εκείνους που ξέχασαν ν’αγαπούν την άνοιξη

θα μυρίσεις λίγο ακόμα από εκείνο

το μουχλιασμένο μίσος της πόλης

θ’αγγίξεις πληγές που ικετεύουν για λίγο ακόμα πόνο

και θα γευτείς κάτι που κάποιοι το λένε “τέλος”

και άλλοι το λένε “αρχή”

 

 

Advertisements

247853__60845.1519304324.500.500

Ταλαιπωρημένες πυτζάμες που αρχίζουν να χάνουν το χρώμα τους, ταλαιπωρημένο πρόσωπο που το διεκδικούν με μανία αποχρώσεις του κίτρινου, οδοντοστοιχία με κάποιες ελλείψεις στο αριστερό της μέρος, γκρίζα αραιά μαλλιά αλλά τα μάτια λάμπουν, για την ακρίβεια έλαμψαν μόλις έπεσαν πάνω σε ένα μαύρο t-shirt με στάμπα των Ramones

-Πες μου ποιόν δίσκο των Ramones θεωρείς σαν τον καλύτερο;

Λίγο το σοκ, λίγο η κούραση, λίγο κάποιες απαισιόδοξες προβλέψεις, λίγο μια κουτσή γκρινιάρα ελπίδα, λίγο το περιβάλλον του νοσοκομείου…κοιτάζω σαν χαμένος

-Αν και δεν είμαι σε φόρμα αυτή τη στιγμή, θα ψήφιζα τον πρώτο γιατί είμαι και συναισθηματικά δεμένος μαζί του.

Χαμογελάει, λείπουν περισσότερα δόντια απ’όσα αρχικά είχα υπολογίσει

-Το CBGB το ξέρεις; Αλλά που να το ξέρεις εσύ είσαι μικρός

-Όχι και τόσο μικρός, αλλά ναι το έχω ακουστά

-Τους είχα δει να παίζουν εκεί όταν δεν τους ήξερε σχεδόν κανένας

Αρχίζω να πιστεύω πως ετοιμάζομαι να περάσω ένα άκρως ενδιαφέρον απόγευμα. Μου συστήνεται “Νίκος”, “Νέα Υόρκη και Σικάγο 35 ολόκληρα χρόνια”, το βουλώνω, τον ακούω προσεκτικά γιατί είναι ολοφάνερο πως έχει ανάγκη κάποιον να μιλήσει και θέλω να του πω πως έχει βρει τον κατάλληλο άνθρωπο, έτσι κι αλλιώς η δική μου επίσκεψη κοιμάται του καλού καιρού αφού πρώτα με ρώτησε γιατί δεν πήγα καμιά εκδρομή το Σαββατοκύριακο ξεχνώντας φυσικά ότι το Σαββατοκύριακο στενάζαμε σε διαδρόμους με ήρωες γιατρούς, ηρωικές νοσοκόμες, απελπισμένους ασθενείς και αρκετά αγενείς επισκέπτες που ούρλιαζαν στα κινητά σαν τον Τζακ Μπάουερ του 24 όταν έχει εντοπίσει τρομοκράτη.

-Λοιπόν άκου να σου πω για τα blues του Σικάγο….

Ο μπάρμπα Νίκος χείμαρρος, “πάνω από τα μισά μου λεφτά τα έτρωγα σε βινύλια και κατέληγα συχνά να τρέφομαι με πατατάκια και χοτ-ντογκ, έτσι γάμησα τον οργανισμό μου μου αλλά τη ζωή μου τη χάρηκα…ωραίο πράγμα το βινύλιο, τ’όνομά σου;” “Τίποτα πιο ανατριχιαστικό από τον John Lee Hooker, κι αυτόν τον έχω δει να παίζει” Η κουβέντα συνεχίζεται για τη σκηνή του punk, την 4AD, το Ελληνικό στοιχείο, τον “γαμιόλη τον Τραμπ”, τη μαύρη ψυχή και τον Johnny Otis που “ήταν Έλληνας, μη μου πεις ότι τον ξέρεις κι αυτόν”

-“Mistrustin’ Blues”, “Willie and the Hand Jive”

– Ε ρε πούστη μου, εσένα έπρεπε να είχα γιο, βήχας, ορός που λικνίζεται και το χαμόγελο πιο εγκάρδιο

Οι Beatles διέλυσαν όταν έπρεπε, οι Stones γραφικοί αλλά τους αγαπάμε, ο Neil Young “ακόμα γαμεί και δέρνει” και οι Dream Syndicate “ήταν μία από τις πέντε καλύτερες μπάντες που είδα ποτέ επί σκηνής”.

-Ο μπαμπάς τι μουσική ακούει;

-Καζαντζίδη, παλιά λαϊκά από όλους τους παλιούς μεγάλους, Μαρία Κάλλας και Elvis….

-Παιδί του δρόμου ο μπαμπάς

-Η εποχή και το μέρος που γεννήθηκε δεν του άφησαν και άλλες επιλογές

-Κι εσύ κατά βάθος στο δρόμο ανήκεις…

-Ακόμα το ψάχνω..

-Ωραία τα λες κι έχεις χιούμορ…χάρηκα που τα είπαμε

-Κι εγώ κυρ-Νίκο, σου αξίζει μια θέση στη τρίτη σεζόν…ποιος ξέρει

-Τρίτη σεζόν; Δεν έχει καταλάβει

Σκύβω προς το μέρος του και ψιθυρίζω

-Άνθρωπος που έχει δει τον John Lee Hooker και τους Ramones να παίζουν ζωντανά μπορεί να κρατήσει μυστικό, σωστά;

-Μέχρι τον τάφο και δεν απέχω και πολύ..

-Μη μου το χαλάς και άκου, θα σου πω κάτι που φοβάμαι να το πω ακόμα και σε δικούς μου ανθρώπους γιατί ντρέπομαι….ψψψψψ…ψψψψ…ψψψψψψ

-Ε λοιπόν το είχα φανταστεί, εσύ δεν είσαι για γραφεία και τέτοια, εσύ είσαι….θα μου φέρεις κάτι από αυτά;

-Μπορεί…

-Ααααα δεν είσαι εντάξει

-Καλά θα δούμε…

Κάποιος ανοίγει τα μάτια, γκρινιάζει, “ακόμα εδώ είσαι πήγαινε σπίτι”. Ο κυρ Νίκος κλείνει το μάτι, “περιμένω”

Χαμογελάω, νιώθω βαρύς, νιώθω χαμένος, νιώθω λίγο κερδισμένος, νιώθω μόνος, νιώθω…νιώθω.

 

IMG_20190301_173947[1]

Σ’αυτή την παλιά ραπτομηχανή καθόταν η κυρία Ευαγγελία και τραγουδούσε, κυρίως λυπητερά τραγούδια, Εμφύλιος, εξορίες, διωγμοί, πατριώτες χαφιέδες και ο άντρας της ο Λεωνίδας να κουνάει το κεφάλι…”Βαγγελιώ δείχνεις λίγο χλωμή”

Τραγούδια κι αντικείμενα, περίεργη σχέση, ζωή ολόκληρη, άνθρωποι και όνειρα, εικόνες και ιστορίες, ένας Σεπτέμβης. Μπορείς ,λένε, να γράψεις δυο μαλακίες και να νιώσεις καλύτερα…αμ δε. Τραγούδια κι αντικείμενα, η ραπτομηχανή θα μείνει εκεί γιατί κάπου πρέπει να συνεχίσει να κάθεται η Βαγγελιώ, γιατί κάποιοι πρέπει να συνεχίσουν ν’ακούν το τραγούδι της.

Ένα παλιό μπλουζ από το 1927 δεν θα ακουστεί αυτό το πρωί….

Τέρμα ΗΣΑΠ Κηφισιά, φασαρία στο περίπτερο, κόκκινο το πεζοδρόμιο, “κάποιον μαχαίρωσαν χθες βράδυ”, εικόνες, ιστορίες, ο Tom Waits, ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Neil Young και ο Ηλιόπουλος στον Δράκο. “Ποιός; Γιατί;”…..χαμόγελα, “Καλό Μήνα”. Το πεζοδρόμιο καθαρίζει ενώ το βλέμμα όλο και πιο βρώμικο, ένα μυαλό που λυσσάει στη πείνα. “Σιχαμένε, τι σκέφτεσαι πάλι;”….”Σκέφτομαι αντικείμενα και το μπλουζ του 1927 που δεν θα ακουστεί”. Ο Σιδηρόπουλος τότε στα Βοτσαλάκια στον Πειραιά, έδειχνε να πονάει “σα μαχαιρωμένος μοιάζει”, το αίμα του Παύλου όχι στο πεζοδρόμιο αλλά στις λέξεις, κι εμείς έφηβοι λιώμα στον έρωτα και στη μουσική, μαχαιρωμένοι κι εμείς.

Θα μπορούσε η Βαγγελιώ να τραγουδήσει Σιδηρόπουλο; Θα μπορούσε ο Tom Waits να πει ένα παλιό μπλουζ πάνω από το πτώμα του Ηλιόπουλου στο Δράκο; Θα μπορούσε ο Neil Young να μου κάνει παρέα σε μια νύχτα που παίζονται όλα στα ζάρια που θέλω να σημαδέψω; Tonight’s The Night….

Μια ακόμη γαμημένη φαντασίωση που δεν οδηγεί πουθενά

“Σ’αγαπώ ξέρεις, ίσως να μπερδεύομαι αλλά σ’αγαπώ”

Μπλα, μπλα, μπλα….

“Όχι έτσι…όχι, είναι η ψυχή μου, η αλήθεια μου”

Μπλα, μπλα, μπλα

Tonight’s The Night….

“Όχι μόνο απόψε….”

Μπλα, μπλα, μπλα

“Ότι απομείνει από μένα αυτή τη νύχτα αν θες το κρατάς, αν θες πάλι το πετάς”

Μπλα, μπλα, μπλα…

Tonight’s The Night….

Σε εκείνο το παλιό όμορφο κρεβάτι στο σπίτι στην Αίγινα, κι εκεί κάποιος θα τραγουδήσει απόψε, κι ίσως να μην περιμένει το πρωί. Μια σπασμένη ομπρέλα στην άκρη, την τσάκισε υδάτινο ασήμι αλλά πρόλαβε να δει κάποιον που έγραφε λέξεις με τρεμάμενο χέρι…

Tonight’s The Night….

“Υπερασπίσου Τον Neil Young

γιατί αν γλιτώσει ο Neil Young…

υπάρχει ελπίδα”

screenshot3

 

Τα μάτια αποκαμωμένα από το ξενύχτι, τους πόνους, τις εμμονές, και τις παραιτημένες μνήμες των ογδόντα και κάτι χρόνων. Μια καρό μάλλινη κουβέρτα σε μπλε και μαύρο γλίστρησε από το στήθος και κατέβηκε στο ύψος της κοιλιάς

-Θα φύγεις; ρώτησε και στη φωνή μπλέχτηκαν ικεσία και περιέργεια μαζί

-Αν δε θέλεις να φύγω δε θα φύγω, ο γιος όμως ήθελε να φύγει εδώ και καιρό

Η ικεσία είχε εγκαταλείψει πρώτα τα μάτια κι αμέσως μετά τη φωνή

-Πάντως έξω κάνει κρύο ντύσου καλά, τι είναι αυτό στη σακούλα;

-Cd…για δώρο, ήταν η απάντηση

Η έκφραση γίνεται τώρα λίγο πονηρή

-Το κορίτσι πα να βρεις;

Αδύναμο έως  λυπημένο χαμόγελο και κούνημα του κεφαλιού αντί για “ναι”

-Την αγαπάς;

-Πολύ…

-Εκείνη;

-Το ελπίζω, ένα ψέμα πάνω ένα ψέμα κάτω δεν έχει σημασία

Όχι έχει πάψει να ελπίζει,  αλλά τότε γιατί; Και με τα “γιατί” του δεν τα πήγε ποτέ καλά

-Ασ’το δε θα φύγω, κάνει να ακουμπήσει το δώρο πάνω στον καναπέ

-Όχι να φύγεις, να της δώσεις το δώρο και να της λες ότι την αγαπάς, στα κορίτσια αρέσει να το ακούνε, να φύγεις, εγώ είμαι μια χαρά κι όταν γυρίσεις και κοιμάμαι να με ξυπνήσεις να μου πεις τι έγινε…

Κι αυτό το “γιατί” πάει για τα σκουπίδια. Βγαίνει έξω, πράγματι κάνει κρύο…παντού. Τώρα ψάχνει για το ψέμα της επιστροφής, μουρμουρίζει ένα θυμωμένο “μαλάκα” και βολεύει το δώρο στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του. Απόψε ίσως αποχαιρετήσει κάποιους, ίσως πάλι δεν αποχαιρετήσει και κανέναν…..

Ταξί…

* Η φωτογραφία είναι από την ταινία Indian Runner (1991) σε σκηνοθεσία Sean Penn

 

 

 

image

Τότε που ο Αύγουστος ρήμαζε τα βράδια στη φτώχεια

τότε που τα χαλίκια ενός θερινού σινεμά μάτωναν τις πατούσες σου

και το μυαλό σου

όταν μια φιλία κι ένας έρωτας αλληλοσπαράχτηκαν σιωπηρά

όταν τα ασπρόμαυρα όνειρα έκλαιγαν απ΄τη ντροπή τους

όταν μια κακογεννημένη ελπίδα έκρυβε την προσμονή της

πίσω από ένα γιασεμί

Όταν πέθανες μαζί μ’εκείνη την γεμάτη καπνό και αλκοόλ αιωνιώτητα

αυτή που έψαχνε σ’ένα καταγώγι του Βερολίνου ένας λιπόσαρκος τροβαδούρος- δολοφόνος

Όταν πάλεψες να λύσεις μάταιους γρίφους που σου έβαζαν

οι σταχτοπούτες ενός περιπλανόμενου τσίρκου

τότε που ξεκίνησαν όλες οι καινούργιες αναχωρήσεις σου.

 

Todos-Lo-Saben-greek-poster-1

ΤΟ ΞΕΡΟΥΝ ΟΛΟΙ (TODOS LO SABEN) – 2018

Σκηνοθεσία : Ασγκάρ Φαραντί

Πρωταγωνιστούν : Χαβιέ Μπαρδέμ, Πενέλοπε Κρουζ, Ρικάρντο Νταρίν, Μπάρμπαρα Λέννυ

Μια γαμήλια τελετή, μια δεξίωση την οποία διακόπτει η απαγωγή ενός νεαρού κοριτσιού, κι ένα ντόμινο ανατροπών και κρυμμένων μυστικών ξεκινά.

Τον κινηματογράφο του Ασγκάρ Φαραντί τον θαυμάζω πολύ, ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλώς σκηνοθέτης είναι δημιουργός. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, κάθε του σενάριο είναι τόσο καλά δουλεμένο, τόσο στέρεα δομημένο, τόσο ρεαλιστικό, και διεισδύει με μοναδικό τρόπο στην ανθρώπινη ψυχή, που αν μη τι άλλο κάθε του ταινία είναι και μια εξαιρετική ιστορία η οποία θα στεκόταν μια χαρά σαν βιβλίο.

Συχνά τα σενάριά του μοιάζουν με παζλ, σου προσφέρει στα πρώτα λεπτά κάποια κομμάτια κι έχεις την απατηλή αίσθηση ότι θα τα ενώσεις γρήγορα μεταξύ τους οπότε η εικόνα θα είναι έτοιμη μπροστά σου, αμ δε! Εκεί που δεν το περιμένεις εμφανίζονται νέα κομμάτια τα οποία δυσκολεύεσαι να τα ταιριάξεις και το μέγεθος της εικόνας μεγαλώνει συνεχώς. Πως μια απλή ιστορία χωρισμού καταφέρνει να γίνει μια εξαιρετικά μελετηρή ματιά πάνω στη σύγχρονη Ιρανική κοινωνία (Ένας Χωρισμός), πως μπορούν οι διαφορές στη κουλτούρα Ευρώπης και Μέσης Ανατολής να “ζωγραφίσουν” έναν πανέμορφο κινηματογραφικό πίνακα συγκρούσεων και συναισθημάτων (Το Παρελθόν), πως μπορεί το μπέρδεμα ρόλων, αξιών, παραδόσεων να καταλήξει να γίνει άλλη μία ταινία-συμβολισμός για το Ιράν του σήμερα, αυτά είναι τα μυστικά του μάγου Φαραντί που ευτυχώς ξέρει να τα χρησιμοποιεί το ίδιο επιδέξια και στο Το Ξέρουν Όλοι.

Ο Φαραντί πάνω απ’όλα είναι ένας “πολίτης” του κόσμου, κλισέ το ξέρω, αλλά πως αλλιώς να τον χαρακτηρίσεις όταν με την ίδια άνεση που χτίζει χαρακτήρες από την πατρίδα του δημιουργεί και ευρωπαίους χαρακτήρες; Όσες διαφορές στα ήθη, στη θρησκεία, στα έθιμα, στις παραδόσεις χωρίζουν τους ανθρώπους θα υπάρχουν πάντα και οι ομοιότητες που θα τους ενώνουν. Αυτός ο τόσο καλός γνώστης της ανθρώπινης ψυχής πέτυχε να γυρίσει μια ταινία που ενώ θα μπορούσε, και πολύ πετυχημένα μάλιστα, να παραμείνει στο μονοπάτι του ψυχολογικού-αστυνομικού θρίλερ, προχωράει πολύ βαθύτερα και γίνεται αρχιτέκτονας ενός συναισθηματικού πύργου της Βαβέλ.

444.jpg

Από τις λίγες φορές που οι ανατροπές και οι αποκαλύψεις λειτουργούν τόσο υπέρ της ταινίας ή αν θέλετε της ιστορίας, συνήθως ανάλογοι καταιγισμοί σκοτώνουν κάτι ενδιαφέρον που μόλις πάει να γεννηθεί. Αν το συγκεκριμένο φιλμ δεν αποτελεί μάθημα σεναρίου στο είδος του τότε ποιο αποτελεί; Ο Φαραντί είναι ένας έμπειρος κινηματογραφικός κομάντο που ξέρει ακριβώς πότε να χτυπήσει και να κάνει την ζημιά. Οδηγός το εξαιρετικό σενάριο αλλά και η σκηνοθετική ικανότητα στο ζενίθ. Ο προσεγμένα γρήγορος ρυθμός που απαιτείται, η αφήγηση να σε τραβάει από το χέρι αλλά να σου δίνει χρόνο να καταλάβεις και τι ακριβώς συμβαίνει.

 

Τα μυστικά που βγαίνουν στη φόρα δεν είναι λίγα, και χρειάζεται μεγάλη ικανότητα στον χειρισμό τους τόσο σεναριακά όσο και σκηνοθετικά ώστε όχι μόνο να μην κουράσουν αλλά να σου μεγαλώσουν την αγωνία σε διάφορα επίπεδα, δεν ανησυχείς πια μόνο για την τύχη του κοριτσιού που έχει απαχθεί, ανησυχείς το ίδιο και για τις σχέσεις των ηρώων.

Τα κοινωνικά σχόλια αυτή τη φορά λιγότερα, το βάρος πέφτει στα κρυμμένα συναισθήματα, στις ενοχές, στις αδυναμίες, στο κουράγιο, στην αγάπη, στην αξιοπρέπεια, στα διλήμματα. Η κάμερα τρέχει πίσω από τους ήρωες κι όταν σταματά για να τους παρακολουθήσει να συγκρούονται νομίζεις ότι κι εκείνη νιώθει την ίδια έκπληξη μ’εμάς. Και σε όλη αυτή την Φαραντιακή μαεστρία έρχονται να προστεθούν και οι υπέροχες ερμηνείες των ηθοποιών. Τις ικανότητες των Χαβιέ Μπαρδέμ και Ρικάρντο Νταρίν τις ξέρουμε και τις έχουμε θαυμάσει πολλές φορές…προσθέστε λοιπόν άλλη μία! Γι’αυτό κι εγώ θα σταθώ ιδιαίτερα στην Πενέλοπε Κρουζ η οποία κατά την γνώμη μου, έδωσε την καλύτερη ερμηνεία της, αν και δεν έχω δει όλες της τις ταινίες. Συχνά μάλιστα μου θύμισε μία ώριμη Σοφία Λόρεν, υπάρχουν στιγμές που είναι συγκλονιστική.

Ο θεατής γίνεται ένα είδος  σέρφερ ο οποίος καβάλα πάνω στο ψυχολογικό κύμα που έχει δημιουργήσει ο Φαραντί θα νιώσει όλη την ένταση στο πετσί του. Μία από τις καλύτερες ταινίες του 2018.

Καλή Διασκέδαση

 

the-wild-pear-tree-GR

Η ΑΓΡΙΑ ΑΧΛΑΔΙΑ (AHLAT AGACI) – 2018

Σκηνοθεσία : Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλαν

Πρωταγωνιστούν : Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Σεμσίρ, Μπενού Γιρντιριμλάρ

 

Ο νεαρός Σινάν τελειώνει τις σπουδές του κι επιστρέφει στο χωριό του. Το όνειρό του είναι να γίνει συγγραφέας αλλά η πραγματικότητα βάζει μεγάλα εμπόδια στα σχέδιά του.

Έχω δει δύο ταινίες του Τσεϊλάν, τα ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΑ και ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΝΑΡΚΗ, το σινεμά του ομολογουμένως με αιχμαλώτισε για δικούς μου λόγους. Η Άγια Αχλαδιά είναι ίσως το πιο αυτογραφικό του φιλμ και μια πολύ ενδιαφέρουσα ματιά πάνω στην αιώνια μάχη ονείρου και πραγματικότητας. Το όνειρο του να γίνεις συγγραφέας, να δημιουργήσεις κάτι διαφορετικό, να χτίσεις κόσμους, να ταξιδέψεις και η πραγματικότητα του “βρες μια δουλειά να ζήσεις”, “δεν είναι ώρα για όνειρα αλλά για επιβίωση”.

Ο Σινάν από την ώρα που πατάει το πόδι του στο χωριό αναγκάζεται να προσγειωθεί απότομα και με τα μούτρα, η οικογένεια, οι παλιοί φίλοι, μια κοπέλα η οποία θα μπορούσε να είναι “εκείνο το κορίτσι”, ο κοινωνικός περίγυρος και οι κάθε είδους συμβουλάτορες κόβουν λίγο λίγο τα φτερά του. Ο σκηνοθέτης ακολουθεί την ίδια σχεδόν φιλοσοφία που ακολουθούσε και σε προηγούμενες ταινίες του, δηλαδή μας παρουσιάζει μια ιστορία μέσα από την οποία θα βρει την ευκαιρία να κάνει αιχμηρότατα σχόλια πάνω στην σύγχρονη τουρκική κοινωνία και ειδικά αυτή της επαρχίας. Δύο ειδών κουλτούρες παλεύουν μεταξύ τους όπως δύο άγρια θηρία στο κλουβί.

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία αλλά ο Σινάν από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας της κάνει έντονες μαλάξεις για να την κρατήσει στη ζωή. Ο συγγραφέας για τους περισσότερους είναι απλώς ένα παρασιτικό επάγγελμα, στην ουσία είναι ένας τεμπέλης που απλά θέλει να κάνει το κέφι του. Ο κόσμος που θέλει να εντάξει τον Σινάν στους κόλπους του είναι μίζερος και συχνά αποκρουστικός. Η καθημερινότητα είναι είναι ένα αδηφάγο τέρας που δε θέλει να αφήσει τίποτα όρθιο, ζητά ανθρώπους υποταγμένους, συμβιβασμένους, άδειους. Η ταινία είναι γεμάτη από συγκλονιστικούς διαλόγους οι οποίοι χτυπούν κατακέφαλα μόνο με την απλότητά τους. Οι εντάσεις στις σχέσεις, οι απογοητεύσεις, οι εσωτερικές αναζητήσεις, η ομολογία της ήττας, οι ακροβασίες, οι αποφάσεις που πρέπει να παρθούν, η λογική του μεροκάματου και του “μέρα φεύγει – μέρα έρχεται”, η πίστη στις αρχές και στις παραδόσεις.

agriaaxladia

Η νιότη μοιάζει να τρέχει σε έναν μαραθώνιο που όμως από τα πρώτα κιόλας μέτρα του οποίου αρχίζει να λαχανιάζει και να αναρωτιέται αν θα αντέξει μέχρι το τέρμα. Δείγμα μοναδικής σκηνοθετικής ομορφιάς η σκηνή του περιπάτου και της συζήτησης που κάνει ο Σινάν με τους φίλους του. Πολιτικοκοινωνικές κουβέντες, φόβοι, προσδοκίες τόσο καλά γραμμένα όλα αυτά που άνετα θα μπορούσαμε να τα συναντήσουμε και στις σελίδες ενός βιβλίου. Το σινεμά του Τσεϊλάν είναι λογοτεχνικό και συχνά ποιητικό, όσο κι αν ενοχλούν αυτοί ο χαρακτηρισμοί ορισμένους. Άλλωστε τέτοιου είδους σινεμά έχουν κάνει πάρα πολλοί στο παρελθόν και εμείς οι θεατές τους χρωστάμε. Ασφαλώς ένας κινηματογράφος αυτής της σχολής μπορεί να σου γυρίσει μπούμεραγκ πολύ εύκολα, όταν για παράδειγμα δεν έχεις στα χέρια σου μια δυνατή ιστορία ή αν το σενάριο εξαντλήσει αυτά που θέλει να πει πολύ γρήγορα και ο σκηνοθέτης θέλει να ρίξει το βάρος καθαρά στα πλάνα τότε όσο εύκολα μπορεί να προκύψει ένα εικαστικό διαμάντι άλλο τόσο εύκολα μπορούμε να έρθουμε αντιμέτωποι με μία μπούρδα καραμπινάτη.

Παρά την μεγάλη διάρκεια του φιλμ (188 λεπτά) δεν ένιωσα κουρασμένος παρόλο που κάποια κομμάτια ήταν ξεχειλωμένα και θα μπορούσε να είχε πέσει ψαλίδι. Για παράδειγμα είχαμε επαναλήψεις στις συγκρούσεις πατέρα και γιου ή είχαμε και μερικά πλάνα που δεν βρήκα σε αυτά λόγο ύπαρξης, αλλά πάλι αφού βρήκε ο σκηνοθέτης η γνώμη μου περισσεύει. Για να το συμμαζέψω κάπως, Η Άγρια Αχλαδιά δεν φτάνει την ποιότητα των δύο ταινιών που ανέφερα στην αρχή του κειμένου, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ αξιόλογο φιλμ. Ο Τσεϊλάν είναι ένας δημιουργός ευαίσθητος και ικανότατος σχολιαστής, είναι γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και ξέρει να δημιουργεί πειστικότατους ήρωες. Ακούει τους παλμούς της κοινωνίας, οι κεραίες του μένουν πάντα τεντωμένες κι αυτό βγαίνει στο σινεμά που κάνει. Καταλαβαίνω και όλους αυτούς που “κλωτσάνε” σε τέτοιου είδους ταινίες, όλα δεν μπορούν να αρέσουν σε όλους, απλώς δεν μπορώ και να δεχτώ τον χαρακτηρισμό “άσχετοι” για όλους εμάς που κάτι μας λέει αυτός ο κινηματογράφος, και δεν είμαστε και λίγοι αυτοί που τον απολαμβάνουμε, αφήστε εμένα ή άλλους σαν κι εμένα που είμαστε απλοί θεατές, δηλαδή οι άλλοι δημιουργοί που τον αγαπούν είναι κι αυτοί άσχετοι;

Η σκηνοθεσία του Τσεϊλάν έχει δύναμη αυτό νομίζω πως δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας, το κατά πόσο θα τον ενθουσιάσει η ιστορία που θα δει στην οθόνη είναι άλλο ζήτημα. Δε ξέρω πολλούς που θα μπορούσαν να κινηματογραφήσουν τόσο καλά μια εσωτερική Οδύσσεια σαν αυτή που περνάει ο κεντρικός ήρωας, δε ξέρω πολλούς που θα μπορούσαν να βγάζουν τόσο αβίαστα τόσα έντονα συναισθήματα με τις εικόνες τους. Όσο για της ερμηνείες πρώτα θα βγάλω το καπέλο στον Μουράτ Σεμσίρ ο οποίος υποδύεται τον ανεύθυνο και συχνά αυτοκαταστροφικό πατέρα του Σινάν, οι περισσότεροι ηθοποιοί βέβαια αποδίδουν μια χαρά τους ρόλους τους με εξαίρεση κάποια λίγα ερμηνευτικά φάλτσα από τον Ντογκού Ντεμιρκόλ (Σινάν). Φυσικά άλλη μια εξαιρετική δουλειά στη φωτογραφία από τον στενό συνεργάτη του Τσεϊλάν και πολυβραβευμένο Γκεκάν Τιριακί.