Feeds:
Posts
Comments

ΑΛΛΗ ΟΨΗ

Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ (TOIVON TUOLLA PUOLLEN) – 2017

Σκηνοθεσία : Άκι Καουρισμάκι

Πρωταγωνιστούν : Σάκαρι Κουοσμάνεν, Σέρουαν Χατζί

Ο Καλέντ είναι Σύριος πρόσφυγας που ζητά πολιτικό άσυλο στη Φινλανδία και παράλληλα αναζητά τη χαμένη του αδελφή. Ο Βίκστρομ είναι βιοτέχνης που παρατά δουλειά και σπίτι και ύστερα από μια κερδισμένη παρτίδα πόκερ αποφασίζει να αγοράσει ένα κάπως παρακμιακό εστιατόριο, οι δρόμοι αυτών των δύο κάποια στιγμή θα διασταυρωθούν.

Το σινεμά του Καουρισμάκι ποτέ δεν ήταν εύκολο, συχνά μάλιστα από κάποιους ήταν και παρεξηγήσιμο, είχε χαρακτηριστεί “δήθεν”, “ψευτοκουλτουριάρικο μελό” ακόμα και φτηνό. Στον αντίποδα βέβαια υπήρχαν πάρα πολλοί που το λάτρευαν ανάμεσα σε αυτούς και ο γράφων. Ο Φινλανδός δεν είναι από τους σκηνοθέτες που θα σε αφήσουν ήσυχο, και αυτό γιατί σχεδόν σε όλες του τις ταινίες το μυαλό του θεατή εξακολουθεί να ταλαιπωρείται  ακόμα και μετά τους τίτλους τέλους. Με λίγα λόγια σχεδόν κάθε του ταινία που θα δείς, θα την “επαναλάβεις” ξανά και ξανά στη φαντασία σου. Με την Άλλη Οψη Της Ελπίδας δε συμβαίνει κάτι διαφορετικό, στην ουσία ο Καουρισμάκι συνεχίζει να καταπιάνεται με ότι είδαμε και στο Λιμάνι Της Χάβρης, δηλαδή με την εισροή προσφύγων στην Ευρώπη και την αντίμετώπισή τους από αυτή.

Όμως εδώ δεν έχουμε μόνο μια απλή ιστορία, στο φίλμ βλέπουμε και κάποια πλάνα ειδήσεων που σερβίρουν τις δικές τους “αλήθειες”, βλέπουμε μια κοινωνία υποτιθέμενης αλληλεγγύης με αδιάφορο,ανόητο και συχνά βλοσυρό πρόσωπο, βλέπουμε καθρέφτες των οποίων η αλήθεια ενοχλεί. Όλα τα παραπάνω με το μοναδικό κινηματογραφικό στυλ του Καουρισμάκι. Δεν υπάρχει δηλαδή ίχνος μελοδραματισμού, ίχνος “ψευτοηθικολογίας”, ίχνος λαϊκισμού με σκοπό τα περισσότερα εισιτήρια, υπάρχουν καθημερινοί άνθρωποι τους οποίους έχει “φροντίσει” ένα ιδιαίτερα προσεγμένο σενάριο, και μια κάμερα που ξέρει να “διαβάζει” και να “ακούει”.

Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ 1

Οι ήρωες είναι οι γνωστοί μας χαμένοι που όμως δεν χάνουν ούτε το κουράγιο ούτε την ελπίδα τους. Η ζωή τους έχει γυρίσει τη πλάτη ενώ μια κυκλοθυμική μοίρα τους επιφυλλάσει ότι της κατέβει στο κεφάλι. Οι χαρακτήρες του Καουρισμάκι δεν φοβούνται να πέσουν για χιλιοστή φορά γιατί για χιλιοστή πρώτη θα σηκωθούν, μπορεί να μη σηκωθούν αμέσως και να μείνουν για λίγο ακόμα πεσμένοι έτσι ώστε να φιλοσοφήσουν γύρω από τις πτώσεις τους αλλά θα σηκωθούν ίσως μόνο και μόνο για να προκαλέσουν την επόμενη πτώση. Από την αρχή ως το τέλος της ταινίας κυριαρχεί η υπερηφάνια, οι πρόσφυγες στην Άλλη Οψη Της Ελπίδας δεν κλαίνε, δεν μοιρολογούν, δεν βουρκώνουν καν, κοιτάζουν μπροστά, περιμένουν, μάχονται, αναρωτιούνται, αγωνίζονται γιατί έτσι έχουν μάθει από μικρά παιδιά και αυτό προσπαθούν να περάσουν τόσο σε μια ομάδα γραφειοκρατών από την οποία κρέμεται το μέλλον τους όσο και σε αυτούς τους θεατές που μαθαίνουν την πραγματικότητα αυτού του κόσμου μέσα από μακιγιαρισμένους παπαγάλους της μικρής οθόνης, η Ελπίδα έχει και άλλη όψη όπως και το νόμισμα.

ΑΛΛΗ ΟΨΗ 2

Τα κάπως ανέκφραστα πρόσωπα και το “χιούμορ-χαστούκι” παραμένουν ακόμα δύο από τα πολύ δυνατά όπλα του δημιουργού. Ο Καουρισμάκι καταγγέλει μόνο με σαρκαστικό και ανατρεπτικό χιούμορ, είναι αδύνατο να το κάνει αλλιώς! Ξέρει πως το δακρύβρεχτο παραλήρημα και οι ερμηνευτικές εξάρσεις θα καταδίκαζαν την ταινία σε παταγώδη καλλιτεχνική αποτυχία. Οι άνθρωποι του κοινωνικού περιθωρίου, της οικονομικής εξαθλίωσης είναι αυτοί στους οποίους συναντάμε αλληλεγγύη και κατανόηση. Ο Καουρισμάκι όμως ξέρει και κάτι άλλο, πως αν ο θεατής του δεν έχει την ανθρωπιά μέσα του είναι αδύνατον να του την εμφυσήσει η Άλλη Όψη γιατί το φιλμ αυτό διηγείται και δεν προσπαθεί να εκβιάσει κανένα συναίσθημα. Πολύ απλά, τρέχει αίμα στις φλέβες σου; Έχεις διαβάσει μερικά βιβλία παραπάνω; Μπορείς να δεις πίσω από την βιτρίνα; Αν συμβαίνουν όλα αυτά τότε Η Άλλη Οψη Της Ελπίδας θα είναι μέσα στη λίστα με τις αγαπημένες σου ταινίες γι’αυτή τη χρονιά.

Για να είμαι ειλικρινής εγώ βλέποντας την δεν ένοιωσα ακριβώς αισιοδοξία, περισσότερο μου βγήκε ένα “ίσως και να…”, η ελπίδα του τίτλου; Ποιός ξέρει. Πάντως για άλλη μια φορά απόλαυσα μία ακόμα καθαρή μίκη του αληθινού σινεμά απέναντι στη βαρετή επανάληψη βιομηχανοποιημένων talk-shows των οποίων οι σκηνοθέτες κοιμούνται και ξυπνούν με το όνειρο του κόκκινου χαλιού και του χρυσού αγαλματιδίου. Ο Καουρισμάκι καλεί και πάλι την παλιοπαρέα των συναδέλφων και δασκάλων του για να τον βοηθήσει, από Τζίμ Τζάρμους των πρώτων κυρίως χρόνων, μέχρι Γκοντάρ και Μπρεσόν. Πανέξυπνη παράλληλη αφήγηση σχετικά με τη ζωή των δύο ηρώων πριν αυτοί να ανταμώσουν, πλοκή που δεν βαλτώνει πουθενά και βέβαια τα χρώματα! Πόσο καλά ξέρει να παίζει με αυτά, θα έλεγε κανείς πως έχουμε να κάνουμε με έναν Λουκίνο Βισκόντι των απόκληρων.

Στην εκπληκτική φωτογραφία ο Τίμο Σάλμινεν, μόνιμος συνεργάτης ή καλύτερα συνδημιουργός, του οποίου οι κουβέντες του με το φως είναι σκέτα ποιήματα ενώ το σενάριο είναι γραμμένο από τον σκηνοθέτη αφού μάλλον είναι δύσκολο να μπεί κάποιος άλλος σε αυτό το μυαλό και να πιάσει την ουσία. Η κάμερα του Καουρισμάκι είναι η κάμερα της συγκίνησης και της ανθρωπιάς και δε θα βρούμε πολλές σε αυτό το είδος, ενώ Η Άλλη Οψη Της Ελπίδας  είναι από τις ταινίες που όχι μόνο σε αγγίζουν για τα καλά, σε ατσαλώνουν κιόλας.

 

Advertisements

hero

ΜΗΤΕΡΑ! (MOTHER!) – 2017

Σκηνοθεσία : Ντάρεν Αρονόφσκι

Πρωταγωνιστούν : Τζέννιφερ Λώρενς, Χαβιέ Μπαρδέμ, Εντ Χάρρις, Μισέλ Φάϊφερ.

 

Ένα ζευγάρι που ζεί απομονωμένο στο τεράστο σπίτι του στην εξοχή δέχεται την επίσκεψη ενός ξένου η οποία θα  αποτελέσει το ξεκίνημα για μία σειρά παράξενων γεγονότων.

Ο Αρονόφσκι στον Μαύρο Κύκνο είχε δείξει ξεκάθαρα την αγάπη του για το Πολανσκικό σινεμά, οι παραισθήσεις, οι ανασφάλειες, το πινγκ-πονγκ με την παράνοια, οι μεταφυσικές αναζητήσεις. Στο Μητέρα! επανέρχεται για ένα ακόμα προσκύνημα στην εικόνα του “Αγίου” Ρομάν. Φροντίζει από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας να μας κλειδώσει σε ένα σύμπαν όπου όλα μοιάζουν τρομακτικά ήσυχα. Το ζευγάρι ανταλλάσει απλές καθημερινές κουβέντες αλλά ο θεατής νοιώθει τη καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Ο χώρος αρκεί για να καταλάβεις πως το “παράξενο”, το “απειλητικό” κρύβεται κάπου εκεί, απλώς εμείς δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να το δούμε.

Ο σκηνοθέτης βέβαια μας έχει προειδοποιήσει ήδη με το θαυμαστικό που βάζει δίπλα στη λέξη Μητέρα αφού μοιάζει περισσότερο με κραυγή παρά με θαυμασμό. Το να έχεις δαγκώσει τα σωθικά του θεατή χωρίς ουσιαστικά να έχει συμβεί ακόμα τίποτα επι της οθόνης απαιτεί μαεστρία και ο Αρονόφσκι παραδίδει μαθήματα. Το κερασάκι στη τούρτα έρχεται με την επίσκεψη του ξένου και τη φιγούρα του πάντα εντυπωσιακού Εντ Χάρρις. Εκεί πια αντιλαμβανόμαστε πως το παιχνίδι θα γίνει ολοένα και πιο συναρπαστικό. Η Τζένιφερ Λώρενς πειστικότατη στο ρόλο της μπερδεμένης γυναίκας που βλέπει να χάνει τον έλεγχο των καταστάσεων χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί και ο Χαβιέ Μπαρδέμ να ανακατεύει κι άλλο την τράπουλα, η χημεία έχει ξεκινήσει με τον καλύτερο τρόπο.

hero_Mother-TIFF-2017

Σα να μην έφταναν όλα αυτά, η Μισέλ Φάϊφερ με βλέμμα που κόβει σαν ξυράφι και με εκφράσεις προσώπου που παγώνουν το αίμα αφήνει υποσχέσεις πως θα δούμε έναν Αρονόφσκι σε μεγάλη φόρμα σε ένα από τα θρίλερ της χρονιάς. Όπως και οι επισκέπτες στο σπίτι του ζευγαριού έτσι και οι δάσκαλοι του σκηνοθέτη εισβάλλουν στο φιλμ μπερδεύοντας τα πράγματα. Μαζί με τον Πολάνσκι, που τον περιμέναμε, στη παρέα μπαίνει και ο Μάικλ Χάϊνεκε του Funny Games, στο Μητέρα! θα βρούμε ουκ ολίγες ομοιότητες με το ανατρεπτικό αριστούργημα του σπουδαίου αυστριακού δημιουργού. Από εδώ και πέρα αρχίζουν και τα προβλήματα, γιατί παρά τις καλές προθέσεις του Αρονόφσκι να φανεί για ακόμα μία φορά ένας καλός μαθητής που έχει τη δική του φωνή, οι επιρροές παίρνουν τα ηνία και μαζί με την μπερδεμένη και σχεδόν εξουδετερωμένη πρωταγωνίστρια, έχουμε έναν μπερδεμένο και εξουδετερωμένο σκηνοθέτη.

tmp_YvbRMI_bf221359aaed13b2_Screen_Shot_2017-09-13_at_1.24.28_PM.png

Στο δεύτερο μέρος όπου φαίνεται επίσης έντονη η ανάμνηση του Εξολοθρευτή Άγγελου του Μπουνουέλ ο Αρονόφσκι δε μπορεί παρά  να ρίξει οριστικά λευκή πετσέτα. Ο ρυθμός είναι καταιγιστικός, οι υποτιθέμενες εκπλήξεις πέφτουν στο τραπέζι η μία μετά την άλλη αλλά η αίσθηση πως όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί υπάρχει παντού και παρά την όποια δύναμη στην αφήγηση τα σημάδια κούρασης και του Αρονόφσκι αλλά και του θεατή είναι έντονα. Η Λώρενς το παλεύει ανάμεσα σε Μία Φάρροου στο Μωρό Της Ροζμαρυ και σε Ναόμι Γουώτς του Funny Games και ο Χαβιέ Μπαρδέμ μοιάζει να ψάχνει για σελίδες του σεναρίου ώστε να θυμηθεί τις ατάκες του. Η ταινία δείχνει να έχει υποτάξει τον σκηνοθέτει και να γυρίζεται μόνη της.

Κρίμα που ένα τόσο καλό ξεκίνημα δεν είχε την ανάλογη συνέχεια, το Μητέρα! ίσως να περάσει στην ιστορία σαν μία από τις μεγάλες χαμένες ευκαιρίες. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν είναι κακή ταινία, αλλά όταν οι μεγάλες υποσχέσεις τελικά δεν υλοποιούνται αυτό που μένει είναι το παράπονο, και το παράπονο αυτό έχει να κάνει με το ότι ο θαυμασμός του Αρονόφσκι για κάποιους μεγάλους του σινεμά κατέληξε σε αρκετά σημεία να γίνει καθαρή αντιγραφή, το δε φινάλε ίσως η μεγαλύτερη απογοήτευση.

Τέλος πάντων προσωπική άποψη είναι όλα όσα γράφτηκαν παραπάνω και μάλιστα από κάποιον που πιστεύει στις ικανότητες του Αρονόφσκι, ίσως να περνάει κι αυτός την κρίση του, έχει κερδίσει αυτό το δικαίωμα.

 

blade

BLADE RUNNER 2049 (2017)

Σκηνοθεσία : Ντενί Βιλνέβ

Πρωταγωνιστούν : Ράϊαν Γκόσλινγκ, Χάρισσον Φορντ, Ρόμπιν Ράϊτ, Τζάρεντ Λέτο, Άννα Ντε Άρμας, Σύλβια Χόακς.

Ένας νεαρός Μπλέϊντ Ράννερ ανακαλύπτει ένα τρομερό μυστικό γύρω από τις σχέσεις ανθρώπων και ανθρωποειδών αντιγράφων(ρέπλικες) το οποίο μπορεί να γκρεμίσει τα θεμέλια μιας φαινομενικά “τακτοποιημένης” κοινωνίας.

Θυμάμαι πως όταν είχε βγεί στις αίθουσες το Blade Runner του Ρίντλεη Σκότ, πολλοί ήταν αυτοί που το είχαν αποθεώσει σαν ένα μικρό αριστούργημα επιστημονικής φαντασίας το οποίο ξεπερνούσε τα όρια των ταινιών του είδους και προχωρούσε λίγο παραπέρα ακολουθώντας φιλοσοφικά μονοπάτια, ακόμα περισσότεροι όμως ήταν αυτοί που το έθαψαν κάνοντας σύγκριση με το βιβλίο του συγγραφέα Φίλιπ Ντίκ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΠΡΟΒΑΤΟ . Αν ο Σκοτ είχε προσπαθήσει να μείνει απόλυτα πιστός στο βιβλίο πιθανότατα η ταινία του θα σε έκανε να κοιμηθείς από το πρώτο μισάωρο, διότι ναι μεν το βιβλίο είναι σταθμός στη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας αλλά το σινεμά είναι τέχνη που έχει άλλες απαιτήσεις και κάποια στιγμή αυτό θα πρέπει να το καταλάβουν ορισμένοι. Το θέμα μας βέβαια δεν είναι η πρώτη ταινία, αυτήν τη δικαίωσε ο χρόνος σε τέτοιο σημείο ώστε να θεωρηθεί στη καλύτερη περίπτωση, βλάσφημος, εκείνος που θα τολμούσε να γυρίσει μια συνέχειά της.

Τριανταπέντε χρόνια μετά κυκλοφορεί η είδηση για την υλοποίηση αυτής της συνέχειας και από τα γυρίσματα ακόμα οι κακές γλώσσες έχουν πάρει φωτιά. Φταίει η επιλογή του Γκόσλινγκ, αρχίζουν τα αναθέματα για την επιστροφή του Χάρισσον Φορντ (βασικού πρωταγωνιστή του πρώτου φιλμ), “ότι είχαμε να δούμε το είδαμε”, κλπ, κλπ. Ο γράφων δεν το κρύβει πως άνηκε κι εκείνος στην ομάδα των επιφυλακτικών γιατί του ήταν δύσκολο να φανταστεί πως θα μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η ιστορία. Ο Βιλνεβ όμως είχε άσσους στο μανίκι του και ιδέες στο μυαλό του και μας έβαλε στη θέση μας. Ο Γαλλοκαναδός κινηματογραφιστής είχε δείξει πως μπορεί να έχει τον απόλυτο έλεγχο στο όραμα του χωρίς Χολλυγουντιανές γαρνιτούρες όταν πρόκειται για ταινία επιστημονικής φαντασίας κι αυτό το είδαμε και στην ΑΦΙΞΗ, η οποία μπορεί να μην ήταν αριστούργημα αλλά αν μη τι άλλο ξεχώριζε από τα βιντεοπαιχνίδια που μας σερβίρουν για σινεμά.

blade2

 

Στο BLADE RUNNER 2049 τα καταφέρνει πολύ καλύτερα απ’όλες τις απόψεις, ίσως γιατί αυτή η συνέχεια είχε δουλευτεί για χρόνια στο μυαλό του σκηνοθέτη και περίμενε εκεί υπομονετικά για να πάρει σάρκα και οστά, κάτι σαν τις τελειοποιημένες ρέπλικες που βλέπουμε σε αυτή τη ταινία. Τα οπτικά εφέ έχουν σαφώς βελτιωθεί 35 χρόνια μετά και αυτό ο Βιλνέβ ξέρει πολύ καλά να το εκμεταλλευτεί, όχι βέβαια για να τα χρησιμοποιήσει εντυπωσιάζοντάς μας έτσι ώστε να συζητάμε γι’αυτά μετά τους τίτλους τέλους, αλλά για να αποτελέσουν απαραίτητο αξεσουάρ σε μια όντως πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Επιφανειακά υπάρχει και πάλι το ” αστυνόμος εναντίον ρέπλικας” αλλά για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, όσον αφορά το αν είναι προτιμότερο να δει κανείς πρώτα την ταινία του Σκοτ για να καταλάβει καλύτερα τη δεύτερη του Βιλνέβ, η απάντηση είναι μάλλον, γιατί στο κάτω κάτω, αν είναι πολύ λίγες οι αποκαλύψεις του 2049 και όχι ξεκάθαρες, μπορεί να κάνουν μια μικρή χαλάστρα σε αυτούς που δεν έχουν δει ακόμα το πρώτο φιλμ.

Πέρα από το πολύ καλό σενάριο, ένα τεράστιο ατού της ταινίας είναι τα σκηνικά σε συνδυασμό με τα χρώματα και την ατμόσφαιρα. Βροχερό Λος Άντζελες, γκρίζο, γυμνό, κλειστοφοβικό, με τεράστια ολογράμματα των οποίων το χαμόγελο περισσότερο φοβίζει παρά ευχαριστεί. Απομονωμένη περιοχή στην οποία κυριαρχεί η κιτρινωπή σκόνη και το χρώμα του ουρανού θυμίζει αυτό που έχει η Σαχάρα τα δειλινά. Άλλες περιοχές αποτελούν συνδυασμό σκουπιδότοπου και λατομείου. Ο παράδεισος που έχει ονειρευτεί ο “άνθρωπος-Θεός-δημιουργός” δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια τεχνολογική κόλαση της οποίας δεν μπορεί να έχει τον έλεγχο πια, ο “διάβολος” του άρπαξε τον παράδεισο χωρίς καλά καλά να το καταλάβει.

blade3

Καθ’ εικόνα και καθ’ομοίωση το ‘τέλειο ον” προσπαθεί συνεχώς να δημιουργήσει τελειότερα αντίγραφά του για να το υπηρετούν, συχνά όμως η προσπάθεια να δημιουργήσεις αυτό το “τέλειο” γυρίζει μπούμερανγκ. Ποιός είναι τελικά πιο άψυχος , πιο μηχανοποιημένος; Ο “Δημιουργός” ή το δημιούργημα; Ποιό είναι τελικά το μέλλον που έχει σχεδιάσει αυτός ο “Θεός”; Η ταινία παράλληλα με την υπέροχη αφήγηση και τον προσεγμένο ρυθμό θέτει ερωτήματα χωρίς να αποπροσανατολίζει ή να κουράζει παρά τη μεγάλη της διάρκεια. Το BLADE RUNNER 2049 σε κάποια σημεία είναι αργό, γιατί πολύ απλά έτσι πρέπει να είναι. Οι σκηνές που εστιάζουν στη μοναξιά του Κ (Ράϊαν Γκόσλινγκ), ή εκείνες γύρω από την περιπλάνηση του προσπαθώντας να εντοπίσει τον για χρόνια εξαφανισμένο Μπλέϊντ Ράννερ Ρικ Ντέκαρντ (Χάρισσον Φορντ) θυμίζουν πότε τον Αλαίν Ντελόν στο Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΓΓΕΛΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ του Μελβίλ και πότε τους χαμένους στις ερημιές ήρωες του Αντονιόνι.

Ο Γκόσλινγκ κατάφερε να εκμεταλλευτεί το σενάριο με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα που ενώ θα μπορούσε να έχει λιγότερες ερμηνευτικές απαιτήσεις εκείνος μπόρεσε να τον φέρει κοντά στον θεατή. Όσο για τον Χάρισσον Φορντ, δεν υποδύεται κανέναν ρόλο…είναι ο Ρικ Ντέκαρντ μετά από 35 χρόνια!!! Νομίζει κανείς ότι η κάμερα του Βιλνέβ και το σενάριο των Χάμπτον Φέηντσερ και Μάϊκλ Γκρήν παρακολουθούσαν υπομονετικά τα γεγονότα και τις εξελίξεις στον πλανήτη για όλα αυτά τα 35 χρόνια. Ο Φέηντσερ,συμμετείχε και στο σενάριο της πρώτης ταινίας οπότε αυτό είναι άλλο ένα πλεονέκτημα για να έχουμε μια ιστορία με γερό σκελετό, όσο για τον Γκρήν είναι από τους πιο έμπειρους σεναριογράφους φαντασίας και τρόμου τόσο στη τηλεόραση όσο και στο σινεμά (River, American Gods, Heroes, Logan, Alien: Covenant).

Ασφαλώς και δεν είναι όλα τέλεια στο 2049, κάποια ερωτήματα – τουλάχιστον όσον αφορά εμένα- έμειναν αναπάντητα ενώ υπήρχαν και μερικές ‘τρύπες” προς το τέλος αλλά ακόμα κι αυτό το μπλέξιμο πετυχαίνει να γοητεύσει. Η εικαστική μαγεία της ταινίας θα μείνει στη μνήμη μας για πολύ καιρό, μη σας πως ότι θα αποτελέσει και σημείο αναφοράς. Το σινεμά επιστημονικής φαντασίας περνάει τεράστια κρίση αλλά ο Βιλνέβ παρέδωσε μαθήματα κι ας ελπίσουμε ότι θα βρεθούν και μαθητές. Όσο για το φιλμ ας μην είμαστε τσιγγούνηδες ώστε να το κατατάξουμε στις καλύτερες ταινίες μίας κατηγορίας, είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, γενικώς!

 

 

IMG_20171008_101221[1]

Φραντς Κάφκα : Ο Πύργος

Εκδόσεις : Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

Μετάφραση : Κώστας Προκοπίου

“Μόλις απαλλάχτηκε από το αποπνικτικό δωμάτιο, όπου σπρώχνονταν οι βοηθοί και οι υπηρέτριες, ένιωσε μια ανακούφιση. Έξω έκανε πολύ κρύο, το χιόνι είχε γίνει σκληρό κι έκανε το περπάτημα πιο εύκολο. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ο Κ βάδιζε πιο γρήγορα.

Ο Πύργος υψωνόταν όπως πάντα, σιωπηλός, το περίγραμμά του άρχισε να χάνεται. Ποτέ του ο Κ δεν μπόρεσε να διαπιστώσει κάποιο σημάδι ζωής εκεί πάνω, ίσως ήταν αδύνατο να διακρίνεις κάτι τέτοιο από τόσο μεγάλη απόσταση. Πάντως το βλέμμα ποθούσε να δει και δεν μπορούσε να βαστάξει την απόλυτη γαλήνη. Σαν κοίταζε ο Κ τον Πύργο του φαινόταν πως εκεί μπροστά του καθόταν κάποιος ήρεμος, ατενίζοντας με αδιαφορία, χωρίς να΄ναι βυθισμένος σε στοχασμούς, αλλά ελεύθερος και ατάραχος. Έδειχνε σα να’ταν μόνος, χωρίς κανείς να τον προσέχει, εντούτοις έπρεπε να δει πως τον πρόσεχαν. Παρόλα αυτά παρέμεινε γαλήνιος. Το βλέμμα εκείνου που παρατηρούσε από κάτω δεν μπορούσε να μείνει σταθερό και ξέφευγε πλάγια, δεν ήξερε αν ήταν αυτό η αιτία ή το αποτέλεσμα. Το δειλινό που έπεφτε πιο γρήγορα έκανε εντονότερη αυτή την εντύπωση. Όσο πιο πολύ παρατηρούσε τον Πύργο, τόσο λιγότερο έβλεπε, τόσο πιο βαθιά όλα έσβηναν στις σκιές του δειλινού.

Μόλις ζύγωσε ο Κ στο Χέρενχοφ, που ήταν ακόμα σκοτεινό, άνοιξε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος και πρόβαλε ένας νέος φρεσκοξυρισμένος χοντρούλης και με γούνινο παλτό, έσκυψε έξω κι έμεινε στο παράθυρο. Ο Κ τον χαιρέτησε, μα δεν είδε καμιά ανταπόκριση. Μπήκε μέσα αλλά ούτε στον προθάλαμο, ούτε στην μπυραρία συνάντησε κανένα. Η μυρωδιά της ξινισμένης μπύρας ήταν πιο ανυπόφορη από την άλλη φορά”

….

” Και οι τρεις κάθισαν σχεδόν σιωπηλοί σε ένα μικρό τραπέζι πίνοντας την μπίρα τους. Ο Κ ήταν στο μέσο, δεξιά κι αριστερά οι βοηθοί του. Ακόμα ένα τραπέζι ήταν πιασμένο με ντόπιους χωρικούς, όπως και χθες το βράδυ. “Είναι δύσκολο να κάνει κανείς κάτι μαζί σας” είπε ο Κ παρατηρώντας και συγκρίνοντας τα πρόσωπά τους . “Πως να σας ξεχωρίζω; Διαφέρετε μόνο κατά τα ονόματα, κατά τα άλλα είστε όμοιοι όπως”- σταμάτησε και μετά απρόθυμα συνέχισε- “είστε όμοιοι όπως ακριβώς δυο φίδια”. Οι δύο βοηθοί του χαμογέλασαν. “Πάντως οι άλλοι μας ξεχωρίζουν αρκετά καλά” είπαν για να δικαιολογηθούν. “Το πιστεύω” είπε ο Κ. “το διαπίστωσα με τα μάτια μου, αλλά εγώ βλέπω μόνο με τα δικά μου μάτια και με αυτά δεν μπορώ να σας ξεχωρίσω. Γι’αυτό θα σας χρησιμοποιώ σαν έναν άνθρωπο και θα σαν ονομάζω και τους δύο με το όνομα Αρθούρος, έτσι ονομάζεται ένας από σας. Εσύ;” ρώτησε ο Κ τον ένα. “Όχι” είπε εκείνος, “ο νομάζομαι Ιερεμίας”. “Είναι αδιάφορο” είπε ο Κ, “και τους δυο θα σας ονομάζω Αρθούρο. Αν στέλνω τον Αρθούρο να πάει κάπου, θα πηγαίνετε και οι δυο σας, αν αναθέτω κάποια εργασία στον Αρθούρο θα την κάνετε πάλι μαζί, αυτό φυσικά για μένα είναι μειονέκτημα, γιατί δεν θα μπορώ να χρησιμοποιώ τον καθένα για μια ιδιαίτερη δουλειά, αλλά έχει και ένα πλεονέκτημα, γιατί και οι δυο σας θα είστε υπεύθυνοι εξ ολοκλήρου για κάθε εντολή που θα παίρνετε. Το πως θα μοιράζετε την δουλειά μου είναι αδιάφορο. Μόνο μην τα φορτώνετε ο ένας στον άλλον. Για μένα είστε ένας άνθρωπος.”

ιτ

ΤΟ ΑΥΤΟ (IT) – 2017

Σκηνοθεσία : Άντι Μουσιέτι

Πρωταγωνιστούν : Τζάεντεν Λίμπερχερ, Φιν Γουλφχαρντ, Τζακ Ντύλαν Γκρέηζερ, Σοφία Λίλλις, Μπιλ Σκάρσγκαρντ

Στην πόλη Ντέρυ το φαινόμενο της εξαφάνισης μικρών παιδιών έχει πάρει επικίνδυνες διαστάσεις. Μία παρέα πιτσιρικάδων, μέλος της οποίας είναι ένα αγόρι που έχει χάσει τον μικρότερο αδελφό του, ύστερα από κάποια παράξενα περιστατικά πιστεύει πως οι εξαφανίσεις αυτές οφείλονται σε ένα τρομακτικό πλάσμα με τη μορφή κλόουν.

Ως παλιός φανατικός αναγνώστης των βιβλίων του Στήβεν Κινγκ και ως κινηματογραφόφιλος έχω καταλήξει στο εξής συμπέρασμα : είναι εξαιρετικά δύσκολο, έως απίθανο να μεταφέρεις την ατμόσφαιρα τρόμου των συγκεκριμένων βιβλίων στην μεγάλη οθόνη, οπότε η καλύτερη λύση για ένα σκηνοθέτη είναι να απομακρυνθεί με έξυπνο τρόπο από το βιβλίο που θέλει να διασκευάσει, να κρατήσει απλά έναν σκελετό και να δουλέψει καθαρά με το δικό του όραμα δημιουργώντας έτσι και το δικό του σύμπαν, το πέτυχε ο Κιούμπρικ με την Λάμψη, το πέτυχε ο Κάρπεντερ με το Κριστίν, ο Ρόμπ Ράϊνερ με το Στάσου Πλάϊ μου και το Misery, και δεν ξεχνάμε και την αξιοπρεπέστατη Ομίχλη του Φράνκ Ντάραμποντ. Ο Μουσιέτι απόφασίζει να χρησιμοποιήσει άλλη μέθοδο, γνωρίζοντας ότι ένα τεράστιο σε όγκο βιβλίο δεν συμμαζεύεται εύκολα ώστε να κινηματογραφηθεί αποφάσισε να πατήσει στα σίγουρα και να το διασκευάσει με τη φιλοσοφία μίνι τηλε-σειράς, σε ένα φιλμ δηλαδή που να αποτελείται από δύο μέρη. Το βιβλίο παίζει πολύ με το φλας μπακ, οι ήρωες πότε σε μικρή ηλικία  και πότε ενήλικες, η συγκεκριμένη ταινία αναφέρεται εξολοκλήρου στη παιδική τους ηλικία. Ο σκηνοθέτης μένει όσο γίνεται πιστός στα παιδικά χρόνια των ηρώων που διάβασε στο βιβλίο οπότε αυτό το κινηματογραφικό IT είναι μια από τις πιο κοντινές αν όχι η πιο κοντινή μεταφορά σε βιβλίο του Κινγκ. Έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμ τρόμου γεμάτο από καλές προθέσεις, είναι όμως αυτό αρκετό ;

Έχω ξαναγράψει για την κατάχρηση των ειδικών εφέ, ειδικά αυτών μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, που συχνά λειτουργούν εις βάρος της κινηματογραφικής αισθητικής, σε αυτή την ταινία ευτυχώς υπάρχει αυτοσυγκράτηση και δεν έχουμε κάποιο από τα συνηθισμένα φεστιβάλ play station τα οποία περισσότερο γέλιο προκαλούν παρά τρόμο. Ο Μουσιέτι δεν προσπαθεί να γίνει καλτ και δεν φλερτάρει με την αυτοπαρωδία, γενικώς δεν ρισκάρει, σε άλλες στιγμές αυτό αποδεικνύεται σωστή επιλογή ενώ σε άλλες όχι. Το ξεκίνημα της ταινίας σε κάνει να περιμένεις πολλά, η ατμόσφαιρα όπως πρέπει και η αόρατη απειλή κάνει την “εμφάνισή” της σε κάθε πλάνο. Η πρώτη συνάντηση με τον Κλόουν είναι σκέτο “βασανιστήριο” περιμένεις να συμβεί το κακό με κομμένη την ανάσα. Από εκεί και μετά και η αφήγηση πάει καλά αλλά και ο ρυθμός, ως ένα σημείο έστω, δεν κάνει κοιλιά ενώ οι ερμηνείες των πιτσιρικάδων πρωταγωνιστών είναι πειστικότατες και μας πάνε πίσω στη χρυσή εποχή του πανέμορφου Σπιλμπεργκικού κινηματογραφικού “παλιμπαιδισμού”.

Σε πολλά από τα βιβλία του Κινγκ η συντηρητική και συχνά πρωτόγονη αμερικανική επαρχία περνιέται από πριονοκορδέλα το ίδιο συμβαίνει και στο Αυτό αλλά στη ταινία δεν συναντούμε κάτι τέτοιο και μένουμε καθαρά στο κομμάτι “αγωνία και τρόμος”. Το φιλμ είναι έντιμο με εμάς τους θεατές αλλά και με τον εαυτό του, δε θέλει να είναι άλλο ένα σπλάτερ για ποπ κορν και χαβαλέ, σκοπεύει να μείνει στη μνήμη μας ως μια ταινία τρόμου που θα την θυμόμαστε και μετά από χρόνια, το αν θα τα καταφέρει ή όχι μόνο αυτά τα χρόνια θα το δείξουν, όσον αφορά τη δική μου τη μνήμη μάλλον θα το τιμήσει μεν αλλά όχι υπερβολικά δε. Το Αυτό θα έλεγα ότι χάνει δυο τρεις κλασσικές ευκαιρίες, όπως θα λέγαμε και στο ποδόσφαιρο, για να να γίνει σπουδαίο θρίλερ, όπως ανέφερα και παραπάνω η όχι και μεγάλη σκηνοθετική τόλμη του Μουσιέτι δεν αφήνει το σφυγμό μας να ανέβει λίγο παραπάνω αφου σε μερικές σκηνές που δαγκώνεσαι και σφίγγεις τα μπράτσα της καρέκλας…μένεις με την γλύκα, το αποτέλεσμα είναι χαμηλότερο των προσδοκιών. Το Αυτό είχε γυριστεί και παλαιότερα σαν μίνι τηλεοπτική σειρά, αν κάνω την όποια σύγκριση τότε πιστεύω πως η κινηματογραφική μεταφορά είναι καλύτερη, αλλά τις δυνατότητες που δίνει ο κινηματογράφος σε τέτοιες μεταφορές δεν τις εκμεταλλεύτηκε όσο θα έπρεπε ο Μουσιέτι και είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσε.

Στα θετικά του φιλμ να προσθέσουμε και τη σημασία που δίνεται στον καθαρό, ακατέργαστο τρόμο τον οποίον σου προξενεί μια έξυπνη κι ευφάνταστη κάμερα χωρίς να καταφεύγει σε ψηφιακά κρεσέντα βαρεμάρας κι επανάληψης, σημαντική και η συνεισφορά του Μπιλ Σκάρσγκαρντ στο ρόλο του κλόουν. Καλό για το είδος σενάριο από τους Γκάρυ Ντάουμπερμαν (Annabelle), Γκάρυ Φουκουνάγκα (True Detective) και Chase Palmer και αρκετά απειλητική φωτογραφία από τον Τσουνγκ Χουν Τσανγκ (φωτογραφία και στο αξέχαστο Κορεάτικο νεο-νουάρ Old Boy). Οι φίλοι των ταινιών τρόμου θα περάσουν καλά όμως σίγουρα θα περιμένουν περισσότερα από την συνέχεια που ήδη γυρίζεται.

 

 

Detroit-movie-banner-poster

Detroit : Μία Οργισμένη Πόλη (Detroit) – 2017

Σκηνοθεσία : Κάθριν Μπιγκελόου

Πρωταγωνιστούν : Τζων Μπογιέγκα, Γουίλ Πάουλτερ, Άλτζι Σμιθ, Χάννα Μαρρεϋ, Τζέησον Μίτσελ

Ντιτρόϊτ 1967, οι έντονες φυλετικές διακρίσεις και η αστυνομική βία είναι οι αιτίες για ένα μεγάλο ξέσπασμα ταραχών. Το φιλμ αναφέρεται στην επέμβαση της αστυνομίας και της εθνοφρουράς στο ξενοδοχείο Algiers προκειμένου να βρεθεί ένας “ελεύθερος σκοπευτής” ο οποίος σημαδεύει αστυνομικούς

Στους τίτλους τέλους αναφέρεται πως όλα όσα είδαμε στην οθόνη βασίζονται σε μαρτυρίες αρκετών από εκείνους που τα έζησαν, αληθινή ιστορία μεν αλλά για την 100% αληθοφάνεια καλό είναι να κρατάμε πάντα μερικές επιφυλάξεις δε, και εξηγούμαι αμέσως για να μην παρεξηγηθώ. Δεν αμφισβητείται ούτε ο ρατσισμός που κυριαρχούσε, ούτε η αδικαιολόγητη βία, απλώς επειδή η σκηνοθέτης καταπιάνεται κυρίως με ένα περιστατικό εξετάζουμε και τις πηγές. Εννοείται πως η Μπίγκελόου σαν βασικό σκοπό έχει να “χτυπήσει” τον ρατσισμό και να μας μεταφέρει σε μια ιδιαίτερη και αρκετά σκοτεινή περίοδο της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας η οποία όπως δείχνουν τα γεγονότα των τελευταίων ετών μοιάζει να επαναλαμβάνεται.

Οι θανάσιμοι πυροβολισμοί αφροαμερικάνων από όργανα της αστυνομίας τόσο στα τελευταία χρόνια της θητείας Ομπάμα όσο και στο ξεκίνημα της θητείας Τραμπ μόνο λίγοι δεν είναι, άρα η Μπίγκελοου αναλαμβάνει να ξυπνήσει συνειδήσεις μέσω της ιστορικής μνήμης. Βέβαια το ζήτημα είναι το εξής, πόσες ακόμα ταινίες για τον ρατσισμό πρέπει να γυριστούν για να ξυπνήσουν όχι μόνο οι αμερικάνοι αλλά ο κόσμος ολόκληρος; Απάντηση βέβαια δεν μπορώ να δώσω αλλά ως φαίνεται ο μέχρι τώρα αριθμός τέτοιου είδους φιλμογραφίας δεν πέτυχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Περνώντας στο καθαρά κινηματογραφικό κομμάτι, η σκηνοθετική γραφή είναι εκπληκτική, η κάμερα τρέχει, καταγράφει, ανασαίνει, ιδρώνει, ματώνει, φοβάται και υπάρχουν φορές που “κλείνει τα μάτια”. Το στυλ κινηματογράφισης θυμίζει έντονα εκείνο του ντοκυμαντέρ χωρίς όμως να καταφεύγει σε φτηνές αντιγραφές που λειτουργουν εις βάρος της έμπνευσης. Ο ρυθμός έντονος όσο χρειάζεται και οι αμέτρητες εντάσεις καταγράφονται άψογα.

Το σενάριο του βραβευμένου με όσκαρ Μάρκ Μποαλ, είναι όσο “ωμό” χρειάζεται, για την ακρίβεια ο θεατής έχει συχνά την εντύπωση πως στην ουσία δεν υπάρχει καν σενάριο αλλά μια κρυφή κάμερα γράφει τα πάντα. Η Μπίγκελόου έχει βρει στη πένα του Μποαλ τον ιδανικό συνεργάτη (έχουν δουλέψει μαζί τόσο στο Hurt Locker όσο και στο Zero Dark Thirty). Αξίζει όμως να σταθούμε και στις ερμηνείες, διοτί αφού στην πραγματικότητα δεν υπάρχει βασικός πρωταγωνιστής, η προσοχή μας εστιάζεται σε όλους τους ηθοποιούς γιατί όλοι τους είναι κεντρικά πρόσωπα με τον τρόπο τους και όλοι ανταποκρίνονται και με το παραπάνω στις απαιτήσεις των ρόλων τους.

Η Μπιγκελόου δεν αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου με φόντο ένα κοινωνικοπολιτικό  γεγονός, κάνει ακριβώς το αντίστροφο, το βασικό της “πρόσωπο” είναι η πόλη που σπαράζει ενώ το φόντο αποτελούν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων του Algiers. Η άποψη μου είναι πως η σκηνοθέτης δεν προσπαθεί ούτε να ηθικολογήσει ούτε να απλοποιήσει, στο αν το πετυχαίνει ή όχι, σίγουρα οι απόψεις θα διαφέρουν, η δική μου άποψη είναι ότι απλώς η κάμερα της μας ρωτά “θέλετε να ξανασυμβούν όλα αυτά;” Οι σκηνές στο ξενοδοχείο από την επέμβαση της αστυνομίας και μετά στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι πολύ σκληρές και αποτελούν ψυχολογική δοκιμασία.

Το πως θα θυμόμαστε το Detroit μετά από κάποια χρόνια είναι δύσκολο να εκτιμηθεί από τώρα αλλά συνοψίζοντας θα κατέληγα στο συμπέρασμα πως είναι ένα καλό δείγμα σύγχρονου αμέρικάνικου σινεμά. Όσοι δε, έχουμε καταλάβει ότι ο ρατσισμός ξαναφουντώνει και η όποια υπερβολική κρατική βία έχει ήδη αρχίζει να ζεσταίνεται καλό θα είναι να αντιμετωπίσουμε την ταινία καθαρά κινηματογραφικά χωρίς το κλασικό “αυτά τα ξέραμε γιατί τα έχουμε ξαναδεί”, ναι όντως τα έχουμε ξαναδεί αλλά μια καλή ταινία είναι πάντα αναγκαία.

IAN McEWAN : ΕΞΙΛΕΩΣΗ

Εκδόσεις : Νεφέλη

Μετάφραση : ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΠΕΛΟΣ

 

“Τα χρώματα έσβησαν από την φαντασία της, η αυτάρεσκη απόλαυση της κίνησης και της ισορροπίας υποχώρησε, το χέρι της πονούσε. Σιγά σιγά ξανάγινε ένα μοναχικό κορίτσι που θέριζε τσουκνίδες. Σε λίγο σταμάτησε , πέταξε τη βέργα και κοίταξε γύρω της.

Κάθε φορά που βυθιζόταν στη φαντασία της πλήρωνε το τίμημα τη στιγμή της επιστροφής. Τώρα ήταν λίγο πιο δύσκολο να ξανασυντονιστεί με το παρελθόν. Το όνειρό της, γεμάτο εύλογες λεπτομέρειες, φάνταζε ανόητο μόλις συναντούσε την σκληρή υλικότητα του πραγματικού. Ήταν δύσκολη αυτή η επιστροφή. Γύρνα πίσω, της ψιθύρισε η αδελφή της, όταν την ξυπνούσε από κάποιον εφιάλτη. Η Βριώνη έχασε την θεϊκή δύναμη της δημιουργίας, και η απώλεια αποκαλυπτόταν μόνο τη στιγμή της επιστροφής. Κομμάτι της γοητείας που έχει το όνειρο, είναι η φαντασίωση της αδυναμίας μπροστά στην λογική : αναγκασμένη από τους αντιπάλους της να ανταγωνιστεί στο υψηλότερρο επίπεδο, με τους καλύτερους του κόσμου, απόδεχόμενη την πρόκληση στο άθλημά της – την διάλυση των τσουκνίδων- ξεπερνούσε τα όριά της, όχι μόνο για να ικανοποιήσει το πλήθος που παραληρούσε, αλλά και για να είναι  η καλύτερη – και κυρίως μοναδική. Μα φυσικά όλα αυτά ήταν δικά της- από αυτήν γι’αυτήν- και τώρα ξαναγύρισε στον κόσμο. Όχι σ’αυτόν που έφτιαχνε όπως ήθελε, αλλά σε εκείνον που την έκανε ότι ήθελε. Ένιωσε να μικραίνει κάτω από τον βραδινό ουρανό. Είχε κουραστεί αλλά δεν ήταν ακόμη έτοιμη να γυρίσει στο σπίτι. Άραγε στη ζωή να υπάρχει μόνο το μέσα και το έξω; Δεν υπάρχει ένααλλού να πάει κανείς;”

Continue Reading »