Feeds:
Posts
Comments

Άρης Μαραγκόπουλος : Πεδία Μάχης Αφύλακτα

Εκδόσεις : ΤΟΠΟΣ

Κάποιες παρατηρήσεις ακόμα: μου κάνει εντύπωση πόσο ο φόβος της σύγκρουσης με το απροσδόκητο, με το άγνωστο,πόσο ο Φόβος που έχει επικαθίσει στην πόλη ύστερα από τις τελευταίες βιαιότητες της αστυνομίας έχει κάνει μια χαρά την δουλειά του. Διαβάζω σε όλες τις ανακοινώσεις-προσκλήσεις περισσότερα λόγια για την έκκληση ηρεμίας παρά για την ουσία της αγανάκτησης. Αλλά δεν πας σε διαδήλωση αγανάκτησης με τα παιδάκια σου, γελώντας, τραγουδώντας, κάνοντας αστειάκια, κουνώντας την πιπίλα του μωρού σου. Δεν γίνεται να είσαι από την μία αγανακτισμένος και από την άλλη να ρουφάς αρειμανίως τον καπνό σου. Ή είσαι ή δεν είσαι αγανακτισμένος. Διαδηλώνεις ή δεν διαδηλώνεις την αγανάκτησή σου. Που αυτομάτως σημαίνει ένα σωρό πράγματα:

  1. Δεν είσαι μόνος σου-ότι νόημα και να έχει αυτό (μένει να αποδειχθεί)
  2. Δεν είσαι ευγενικός συζητητής, δεν ανοίγεις, εσύ ο διαδηλωτής, ευθύ διάλογο με το βάρβαρο Κράτος που ξεπουλάει τη χώρα σου.
  3. Το βάρβαρο Κράτος δεν θέλει, δεν πρόκειται να σε ακούσει, άρα πιθανότατα να το βρεις απέναντί σου με αστυνομία και ότι άλλο αυτό σημαίνει.
  4. Δεν μπορείς να εξασφαλίσεις, δια των φιλειρηνικών σου εκκλήσεων εναντίον της βίας, ότι όλα θα λειτουργήσουν όπως τα ήθελες, ειρηνικά, γαλήνια, οικογενειακά, απλά και ωραία. Η βία γεννιέται από την βία και νικιέται από την βία. Δεν το λέω εγώ. Ψάξε λίγο και θα βρεις πόσοι έχουν αναλύσει το θέμα.
  5. Η αγανάκτησή σου δεν είναι εξ ανάγκης και αγανάκτηση των άλλων. Άλλης ποιότητας αγανάκτηση αισθάνεται ο άνεργος, ο μεγαλοσυνδικαλιστής της ΔΕΗ, ο συνδικαλιστής της ΑΔΕΔΥ, και όλων των χαραμοφάηδων των ΔΕΚΟ, άλλη ο φοιτητής, άλλη ο έφηβος άλλη ο μεγαλοδημοσιογράφος, άλλη ο παραγωγικός επιχειρηματίας που είναι δούλος της ανάγκης, άλλη εκείνος που έχει μαγαζί στο Κολωνάκι για να ασχολείται η γυναίκα του, και εντελώς άλλη ο εργάτης (υπάρχουν ξέρετε ακόμα..) άλλη ο παπάς και άλλη ο αστυνόμος.

Δεν είμαστε όλοι ίσοι κι όμοιοι. Το θέμα είτε μας αρέσει είτε όχι είναι πάντα ταξικό. Την ίδια αυτή ώρα που η χώρα ξεπουλιέται άλλοι είναι διακοπές. Την ίδια αυτή ώρα κάποιοι άλλοι ακόμα συζητάνε περί άλλων, π.χ για ένα ωραίο κείμενο του Ελύτη, για ένα ωραίο φουστανάκι, για ένα ωραίο αυτοκίνητο…Και κάποιοι άλλοι, τα χοντρά καθίκια, ετοιμάζουν να κάνουν γερή μπάζα απ’όλη αυτή τη διάλυση.

Μετά την κατοχή των Γερμανών, γινόταν λόγος για κείνα τα καθίκια που άρπαξαν για ένα κομμάτι ψωμί τα υπάρχοντα των φτωχών ανθρώπων, δωσίλογοι συνήθως, μαυραγορίτες κλπ. Ξέρετε πως τους έλεγαν κομψά; “Εκ Της Κατοχής Πλουτίσαντες”. Το καταλαβαίνετε, σε λίγο θα έχουμε τους “Εκ Της Κρίσης Πλουτίσαντες”. Και δεν θα είναι Γερμανοί τραπεζίτες. Θα είναι μεγαλοδημοσιογράφοι, μεγαλογιατροί, μεγαλοτραγουδιστές, μεγαλοδικηγόροι κλπ. Οι συνήθεις ύποπτοι. Εναντίον αυτών καμία αγανάκτηση; Εναντίον των Βατοπεδίων τίποτε; Εναντίον των Ζίμενς και σία τίποτε;

Είδατε πόση τελικά αγανάκτηση υπάρχει;

Ειρηνική; Οικογενειακή; Μη βίας; Σιωπηλή; Τύπου κηδείας; Δεν νομίζω, δεν νομίζω.

Μια ταξική αγανάκτηση δεν αφορά όλους με τον ίδιο τρόπο. Και όταν θα είναι πηγαία και όχι μιμητική, όταν θα έχει νόημα πραγματικό, όταν με άλλα λόγια θα έχουν πολλοί (ποτέ όλοι, αλλά οπωσδήποτε αυτοί που πλήττονται πραγματικά) συνειδητοποιήσει ότι διακυβεύονται η ζωή τους και η ζωή μας, δεν νομίζω ότι θα μπορεί να είναι ειρηνική. Με τίποτα.

SOUL (2020)

Σκηνοθεσία : Πητ Ντόκτερ

Με τις φωνές των : Τζέϊμι Φοξ, Τίνα Φέη, Γκρέηαμ Νόρτον, Ρέητσελ Χάουζ

Ο Τζο δουλεύει ως καθηγητής μουσικής σ’ένα σχολείο, η μουσική είναι όλη του η ζωή κι αυτό που πραγματικά ονειρευόταν ήταν να παίζει τζαζ μαζί με μπάντες σε συναυλίες. Έρχεται η μέρα λοιπόν που η ευκαιρία του χτυπά την πόρτα και έχει την δυνατότητα να παίξει στο συγκρότημα του οποίου ηγείται μια μουσικός που λατρεύει. Όμως ένα ατύχημα θα “βγάλει” την ψυχή του έξω από το σώμα του για το ταξίδι προς…την άλλη ζωή! Ο Τζο όμως, η καλύτερα η ψυχή του, αρνείται να εγκαταλείψει τον αγώνα και πασχίζει να επιστρέψει στο σώμα ώστε να εκπληρωθούν τα όνειρα.

Τα κινούμενα σχέδια της Pixar είναι αληθινή μαγεία το ίδιο φυσικά συμβαίνει και τώρα, τρομάζω μόνο που σκέφτομαι πόση δουλειά έχει πέσει για να απολαύσουμε εμείς αυτό το μοναδικής ομορφιάς εικαστικό φαινόμενο. Οι εκφράσεις, το περιβάλλον, τα χρώματα, το συναίσθημα στον σχεδιασμό του κάθε χαρακτήρα, η τεράστια έμπνευση στη δημιουργία των κόσμων! Από τα πρώτα κιόλας λεπτά ήμουν σίγουρος για το τι είχα να “αντιμετωπίσω”. Μη σταματάτε όμως μόνο στην εικόνα διότι εδώ έχουμε να κάνουμε και με ένα σπουδαίο σενάριο, μάλιστα σπουδαίο! Και το χαρακτηρίζω σπουδαίο γιατί μπορεί να συνδυάσει με μεγάλη μαεστρία την κουλτούρα του κινούμενου σχεδίου με αυτή της “κανονικής” υπαρξιακής κωμικής περιπέτειας. Είναι στην κυριολεξία animation για όλους, τα παιδιά θα την λατρέψουν και οι μεγάλοι θα ξανανιώσουν παιδιά και θα το απολαύσουν. Η δική μας ψυχή γεμίζει από ευτυχία αλλά προσοχή μην πάρετε το Soul τόσο αψήφιστα, σαφώς δεν είναι ταινία μηνυμάτων- και καλώς γιατί το σινεμά δεν είναι σεμινάριο διαχείρισης ζωής αλλά τέχνη- είναι όμως ταινία σκέψης, σκέψης πιθανότατα διαφορετικής για τον καθέναν από μας, δεν υπάρχει κάποιο ψευτονόημα της ζωής, υπάρχει μια πολύ όμορφη ιστορία που κυλάει εξαιρετικά γρήγορα και προσφέρει αληθινή ψυχαγωγία, χαμόγελο, συγκίνηση αλλά και αγωνία.

Μη διστάσετε να συγκινηθείτε μπροστά στο παιδί σας αν την δείτε μαζί, θα σας εκτιμήσει ακόμα περισσότερο, το Soul είναι αυτό που λέει ο τίτλος…Ψυχή! Έχω μεσάνυχτα για το πως σκηνοθετείται μια ταινία κινουμένων σχεδίων οπότε τι άποψη να γράψω πάνω στον Πητ Ντοκτερ, το μόνο που μπορώ να επισημάνω είναι πως συχνά ένιωσα να παρακολουθώ μια ταινία με κανονικούς ανθρώπους μέσα στο πλάνο, και να θαυμάσω έναν ρυθμό αφήγησης πραγματικό χρυσάφι. Τι εξαιρετικά πλάνα αυτά της πόλης, αυτά του “άλλου κόσμου”, τα σταυροδρόμια και οι πύλες από το υπερπέραν στη Γη!

Οι Πητ Ντόκτερ, Μάϊκ Τζόουνς και Κεμπ Πάουερς μπόρεσαν να γράψουν τους διαφορετικούς κόσμους με εξαιρετικά επιδέξιο τρόπο και να δώσουν ουσία σε ένα περίεργο υπαρξιακό πινγκ-πονγκ. Δεν έχει νόημα να γράψω κάτι παραπάνω η φύση της ταινίας μου το απαγορεύει, μένω με τις εντυπώσεις και τη σφραγίδα που μου άφησε, η τελευταία θα μείνει για πάντα.

Το Βαμμένο Πουλί (The Painted Bird) – 2019

Σκηνοθεσία : Βακλάβ Μαρχούλ

Πρωταγωνιστούν : Πετρ Κοτλάρ, Ζίτκα Ζανκάροβα, Ούντο Κίερ, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Τζούλιαν Σαντς,

Ένα μικρό αγόρι μετά τον θάνατο της θείας του -με την οποία μένει μαζί- θα αναγκασθεί να περιπλανηθεί και να προσπαθήσει να επιβιώσει στην Ανατολική Ευρώπη καθώς ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος τελειώνει.

Χωρίς πολλά λόγια θα ξεκινήσω με αυτό που θεωρώ “απαραίτητη προειδοποίηση”, Το Βαμμένο Πουλί είναι μία από τις πιο σκληρές και πιο “ενοχλητικές” ταινίες που έχω δει στη ζωή μου. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ με τον επίθετο “ενοχλητική”, θα θυμώσετε πολύ, θα αγανακτήσετε πολύ, ενδεχομένως να σας ξεφύγει και κανένα “φτάνει πια”, ίσως και να θελήσετε να μπείτε στην οθόνη και να κομματιάσετε ένα σωρό κόσμο με τα ίδια σας τα χέρια, θα κλάψετε, ή αν θέλετε θα βουρκώσετε και δε θα καταφέρετε με τίποτα να πείσετε τον εαυτό σας ότι βλέπει ταινία όσο κι αν προσπαθήσετε. Αν όλα αυτά συμβούν, και θα συμβούν αν έχετε λίγα γραμμάρια ανθρωπιάς θα έχετε την ευκαιρία να βρεθείτε πρόσωπο με πρόσωπο με σχεδόν τρεις ώρες σπουδαίου κινηματογράφου.

Η ταινία είναι ασπρόμαυρη, για λόγους που ασφαλώς τους ξέρει καλύτερα απ’όλους μας ο δημιουργός, μπορεί να επηρεάστηκε από τον Μπέλα Ταρρ ή ακόμα και από τον Ταρκόφσκι, υπάρχουν κάποιες ομοιότητες σίγουρα αλλά η κινηματογραφική αφήγηση είναι τελείως διαφορετική. Ο ρυθμός της ταινίας είναι σαφώς πιο γρήγορος από τον ρυθμό των προαναφερθέντων δημιουργών, έχουμε να κάνουμε με μια δραματική περιπέτεια, ή πιο σωστά με έναν αγώνα επιβίωσης ενός μικρού παιδιού μέσα στο βασίλειο του πιο επικίνδυνου αρπακτικού, του ανθρώπου. Τώρα που το σκέφτομαι δεν νομίζω αυτή η ταινία να μπορούσε να γυριστεί έγχρωμη, όσοι την δείτε θα καταλάβετε μάλλον τι εννοώ. Το σύμπαν του φίλμ είναι βουτηγμένο μέσα στην απανθρωπιά, στην κακία, στον σκοταδισμό, στην δεισιδαιμονία, στο μίσος, στην εκδίκηση, στον ρατσισμό, στην απαισιοδοξία. Αποδέκτης όλης αυτής της φρίκης ο μικρός μας ήρωας ο οποίος πηγαίνει συνεχώς από την Σκύλλα στην Χάρυβδη.

Μπορείς να απεικονίσεις τη βία, την σκληρότητα και την απανθρωπιά χωρίς να χρονοτριβείς με μεγάλης διάρκειας σκηνές ή με επίμονη εστίαση του φακού πάνω σε τραύματα, αίμα, ουρλιαχτά και ότι άλλο σχετίζεται με τον τρόμο. Ο Μαρχούλ αποδεικνύεται όχι απλά μεγάλος μάστορας πάνω σε αυτό αλλά και μεγάλος δάσκαλος. Φοβερός χειρισμός και στην οικονομία του χρόνου αλλά και στην ουσία, ασφαλώς και υπάρχουν πάρα πολύ σκληρές σκηνές, αλλά όχι γιατί βλέπουμε κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί αλλά γιατί βλέπουμε κάτι στο οποίο είμαστε σίγουροι πως δεν είμαστε απλώς θεατές αλλά μάρτυρες. Το αίμα, ο θάνατος, το ξυλοκόπημα, φιλοξενούνται σε πλάνα λίγων δευτερολέπτων αλλά τη ζημιά τους την έχουν κάνει.

Το αγόρι είναι αδύνατον να πολεμήσει αυτή τη ζούγκλα, ελπίζει απλά σε μια καλύτερη τύχη, ίσως και γιατί η ηλικία του του απαγορεύει ακόμα την παραίτηση και την απόλυτη απαισιοδοξία. Κάθε πλάνο αποτελεί και μια σπουδαία στιγμή έμπνευσης, το σινεμά του Μαρχούλ σε σταυρώνει! Ο χρόνος προχωρά χωρίς να κολλάει πουθενά και οι περιπέτειες διαδέχονται η μία την άλλη κι εδώ μου δίνεται η ευκαιρία να αναφερθώ στο σενάριο. Σενάριο δεν είναι μόνο οι διάλογοι, οι οποίοι στη ταινία είναι μάλλον ελάχιστοι σε σχέση με την διάρκειά της, σενάριο είναι και το κτίσιμο μιας ιστορίας καθώς και η εξέλιξή της, το Βαμμένο Πουλί εξελίσσεται με τρόπο μοναδικό ακόμα και μέσα από τις σιωπές των ηρώων του. Οι εικόνες τρέχουν και σταματούν μόνο για να πάρουν λίγες ανάσες, αρκετές όμως ώστε ο θεατής να βγει νοκ-άουτ από την μαγική φωτογραφία του Βλάντιμιρ Σμούτνι η οποία απογειώνει ουκ ολίγες φορές αυτό το διαμάντι.

Το σενάριο γραμμένο από τον σκηνοθέτη βασίστηκε στο βιβλίο του Γιέρζι Κοζίνσκι που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις αλλά αυτό το αφήνω στην άκρη, κάποιοι θα ενοχληθούν πολιτικά είναι βέβαιο αλλά η ταινία δεν περνάει κανένα μήνυμα, σκοπός της είναι μια ιστορία επί της οθόνης, αν κάποιους τους ενοχλούν οι θηριωδίες ηρώων στρατιωτών-μύθων τότε κρίμα διότι συνέβησαν αρέσει δεν αρέσει, ο πόλεμος κάνει τέτοια ζημιά στον ανθρώπινο ψυχισμό και τον μετατρέπει τόσο εύκολα σε κτήνος που οι πολιτικώς ορθές αναλύσεις σε μία τέτοια ταινία δεν είναι απλά περιττές αλλά άστοχες.

Το αγόρι δεν μιλάει πολύ στη ταινία αλλά αυτός ο αποκρουστικός και απόλυτα εχθρικός προς αυτό κόσμος μέσα στον οποίο καλείται να επιβιώσει αλλάζουν σιγά σιγά και το χαρακτήρα του όπως είναι φυσικό, όμως αυτό δεν το βλέπουμε στα λόγια του αλλά στις εκφράσεις και στις πράξεις του, το μεγαλείο σεναρίου-σκηνοθεσίας, χωρίς πολλά λόγια αλλά κυρίως με πλάνα ένας χαρακτήρας εξελίσσεται και σε αφήνει να τον καταλάβεις. Πολύ καλή δουλειά και στο μοντάζ από τον Λούντεκ Χούντεκ και θα τελειώσω με τον αξεπέραστο πιτσιρικά Πετρ Κοτλάρ ο οποίος δεν ξέρω τι αισθανόταν όταν γύριζε αυτές τις σκηνές ή τι αισθάνθηκε όταν είδε την ταινία. Σε ρόλους μικρούς αλλά χαρακτηριστικούς αρκετοί γνωστοί ηθοποιοί.

Θα επαναλάβω πως Το Βαμμένο Πουλί είναι ένα φιλμ που τσακίζει κόκαλα και η παρακολούθησή του είναι μια πραγματική δοκιμασία νεύρων αλλά ο αληθινός κινηματογραφόφιλος στο τέλος θα την χαρακτηρίσει σαν μεγάλη εμπειρία που άξιζε και με το παραπάνω.

Η Νόσος Του Μικρού Θεού : Ευτυχία Γιαννάκη

Εκδόσεις : Ίκαρος

Τον κάθισε κάτω από το κέντημα με το πλοίο στον καναπέ του σαλονιού-λες κι αν ήταν κάπου αναπαυτικά το νέο θα έσκαγε με λιγότερη φόρα πάνω του- και του ανακοίνωσε πως οι καρδιές μοιάζουν καμιά φορά με ρολόγια που σταματάνε να χτυπάνε. Κατάλαβε τότε ότι ο χρόνος συνεχίζει και χωρίς ρολόγια, ο χρόνος μπορεί να προχωράει μια χαρά και χωρίς τις σταματημένες καρδιές.

Το βράδυ, μετά την κηδεία του πατέρα του, η Μπαμπαλού ξάπλωσε μόνη της στο διπλό κρεβάτι και το πρωί ορκιζόταν ότι το δωμάτιο μύριζε όλη την νύχτα γιασεμί, τόσο που δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την μυρωδιά του. Όταν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη συνειδητοποίησε ότι στο κρανίο της φύτρωνε άσπρο μπαμπάκι. Τα μαύρα, τα γυαλιστερά μαλλιά της είχαν μεταλλαχθεί σε κάτι που έμοιαζε με αφράτο σύννεφο. Όταν έψαξε λίγο καλύτερα, εντόπισε τα λευκά πέταλα στο κάτω μέρος της μαξιλαροθήκης του άντρα της και τότε πίστεψε ότι το γιασεμί της άσπρισε τα μαλλιά. Της καρφώθηκε η ιδέα ότι ο άντρας της που αγαπούσε αυτό το φυτό όσο κανένα άλλο, φρόντισε για τον τελετουργικό αποχαιρετισμό, διαισθανόμενος τον επικείμενο θάνατό του. Ο μοναχογιός της την άφησε να πιστεύει την ιστορία. Δεν της ομολόγησε ποτέ ότι τα πέταλα τα μάζεψε εκείνος για να τα βάλει στο μαξιλάρι δίπλα της. Η μάνα του μπορούσε πια να περιγράψει το συμβάν σε όλο το κόσμο. Έλεγε ότι στα πρώτα τους ραντεβού ο πατέρας του εμφανιζόταν με έναν μικρό ανθό τον οποίο της πρόσφερε και ότι έπρεπε να το περιμένει πως θα εξαφανιζόταν με τον ίδιο τρόπο. Είχε μία αρμονία όλο αυτό και σύντομα θα εξελισσόταν σε μία ιστορία που θα κυκλοφορούσε σε όλο το χωριό. Με το καιρό το γιασεμί και η μυρωδιά του έγιναν συνώνυμα του πατέρα του. ήταν σαν να το φύτεψε ο ίδιος στην μαξιλαροθήκη και μετά στην αυλή, να ανθίζει και να σκορπίζεται στον αέρα. Ο μύθος ήταν τόσο ωραίος που άνθιζε κι αυτός από στόμα σε στόμα. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να τον πιστεύει και ο ίδιος, παρ’όλο που ήξερε πως είχαν γίνει τα πράγματα. Κατάλαβε ότι η αλήθεια έιναι περιττή ιδιότητα στον μύθο- όσο μεγαλύτερη η δόση της αλήθειας, τόσο λιγότερο πειστικός γίνεται ο μύθος.

Το μπαμπάκι πλέον στόλιζε το δικό του κρανίο. Είκοσι εφτά χρονών γέρος, με το ίδιο παράξενο σουβενίρ στο κεφάλι του. Η ιστορία επαναλαμβανόταν. Ένας συνηθισμένος θάνατος. Ένας ασυνήθιστος θάνατος. Τι σημασία είχε; Ένας θάνατος που δεν θα ερχόταν ποτέ στην επιφάνεια. Ο βυθός μέσα του και γύρω του θα κατάπινε τα πάντα.

Ένα Ψηλό Κορίτσι (Dylda) – 2019

Σκηνοθεσία : Καντεμίρ Μπαλάγκοφ

Πρωταγωνιστούν : Βικτόρια Μιροσνιτσένκο, Βασιλίσα Περελίγκινα, Αντρέι Μπίκοφ, Ίγκορ Σιρόκοφ

Βρισκόμαστε στο Λένινγκραντ του 1945, ο πόλεμος έχει τελειώσει κι έχει αφήσει πίσω του ερείπια, υλικά και ανθρώπινα. Δύο νέες γυναίκες παλεύουν να επιβιώσουν η κάθε μία με το τρόπο της αλλά ενωμένες.

Είναι εντυπωσιακό το πόσο ώριμα χειρίζεται ένας τόσο νέος σε ηλικία σκηνοθέτης το ανθρώπινο δράμα και την εξερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής. Ο Μπαλάγκοφ δεν έχει και τόσο πλούσιο βιογραφικό κι όμως νομίζεις πως κάνει κινηματογράφο χρόνια. Οφείλω να ομολογήσω βέβαια ότι ο Ρωσικός κινηματογράφος στις καλές του στιγμές (οι οποίες τα τελευταία χρόνια δεν είναι και λίγες) καταφέρνει κάτι το εξαιρετικά σημαντικό, να πετυχαίνει με τις σιωπές και τις εκφράσεις των ηθοποιών χωρίς πολλά ή συχνά χωρίς καθόλου λόγια τα καλύτερα και πιο δυνατά σε συναίσθημα αποτελέσματα. Το ψηλό κορίτσι “δαγκώνει” από τις πρώτες σκηνές, οι σιωπές, τα απλά λόγια, τα καθημερινά που όμως λέγονται με τέτοια φυσικότητα κι έχουν τόση ουσία, τα μάτια, οι αναπνοές οι εκφράσεις όλα. Θαρρεί κανείς πως έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με κάποια υπέροχα πορτραίτα και κάποιες μαγικές φωτογραφίες που εντελώς ξαφνικά αποκτούν ζωή και μας αιφνιδιάζουν.

Οι δύο ηρωίδες εργάζονται σαν νοσοκόμες κι έρχονται αντιμέτωπες με ότι άφησε αυτός ο πόλεμος, με ανθρώπους παραιτημένους, με ανθρώπους σακατεμένους ψυχικά και σωματικά, με ανθρώπους που δεν χάνουν το κουράγιο τους μπροστά στο θάνατο. Εκείνες πολεμούν ακόμα όμως, η μάχη δεν έχει τελειώσει και πρέπει να σταθούν όρθιες γιατί ξέρουν πως το μόνο που έχουν είναι η μία την άλλη. Αυτό το συναισθηματικό δέσιμο έχει κινηματογραφηθεί τόσο επιδέξια από τον Μπαλάγκοφ ώστε δεν μπορείς παρά να υποκληθείς. Συχνά ο Μπέργκμαν συναντά τον Ταρκόφσκι, τα επιφανειακά παγωμένα πρόσωπα που αφήνουν να ζωγραφίζεται πάνω τους ένας σωρός από συναισθήματα, τα έντονα χρώματα – κυρίως κόκκινο και πράσινο και συχνά ένα κυρίαρχο κέρινο με το λευκό του χιονιού.

Ο σκηνοθέτης έχει όραμα κινηματογραφικό, δεν διηγείται απλά μια έτσι κι αλλιώς συγκλονιστική ανθρώπινη ιστορία. Ξέρει να απεικονίζει άριστα τη μοναξιά, την ανασφάλεια, τον κυνικό λεκέ που έχει αφήσει πίσω του ο πόλεμος, την ελπίδα και την αγάπη η οποία εκφράζεται συχνά με πολύ σκληρό τρόπο. Σενάριο γραμμένο από τον σκηνοθέτη και τον Αλεξάντερ Τέρεχοφ τόσο καλά δουλεμένο που σε βάζει αβίαστα στην ψυχοσύνθεση όχι μόνο των δύο βασικών πρωταγωνιστριών αλλά και σχεδόν όλου του ανθρώπινου σύμπαντος που τις περιβάλλει, εν ολίγοις για μένα στο συγκεκριμένο φιλμ δεν υπάρχει…κομπάρσος, όλοι παίζουν ένα σημαντικό ρόλο. Μια διακριτική ματιά στην απορημένη γι ότι της συνέβη Σοβιετική κοινωνία, η οποία κοιτάζει να ορθοποδήσει αλλά η διαδικασία επούλωσης των πληγών μόνο εύκολη και βραχυχρόνια δεν θα είναι.

Ούτε μία σκηνή μελό και πολλές σκηνές που βουρκώνουν ή έστω κάνουν τα χείλη και την καρδιά να σφίγγονται. Το Ένα Ψηλό Κορίτσι είναι ένα καταπληκτικό δείγμα σύγχρονου κινηματογράφου, με Ντοστογιεφσκικό DNA αλλά και με Σελινικές αναφορές. Δεν μπορείς να κάνεις μια τέτοια ταινία χωρίς δόσεις ωμού ρεαλισμού αλλά πόσοι μπορούν να το κάνουν παντρεύοντας ταυτόχρονα αυτή την ομότητα με μια ποιητική αισθητική; Πόσοι αλήθεια θα μπορούσαν να γυρίσουν αυτή την αληθινά σπαρακτική σκηνή σε ένα οικογενειακό τραπέζι; Πόσοι αλήθεια θα μπορούσαν να γυρίσουν μια ανατριχιαστική δολοφονία χωρίς ίχνος υπερβολής ή αγριότητας η οποία όμως σε τσακίζει πολύ περισσότερο από χιλιάδες όμοιές της;

Για τις ερμηνείες μία λέξη μόνο φτάνει…ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΕΣ!! Φωτογραφία σκέτη μαγεία από την Ξένια Σερέντα, ενώ όσα κολακευτικά επίθετα κι αν χρησιμοποιήσεις για το ενδυματολογικό κομμάτι (Όλγα Σμίρνοβα) ή τον σχεδιασμό παραγωγής (Σεργκέϊ Ιβάνοφ) θα μοιάζουν φτωχά. Μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που έφυγε – κατά τη γνώμη μου.

Η Χώρα : Μανώλης Λυδάκης

Εκδόσεις : Αλεξάνδρεια

“Δούλεψα στα ταχυδρομεία δεκάξι χρόνια. Και θα ‘μενα άλλα τόσα, δεν μ’ένοιαζε, ήταν ωραία η δουλειά μου. Πολλά πάρε δώσε με τους ντόπιους δεν είχα, αλλά ο κόσμος μ’αγαπούσε. Ξέρεις τώρα, οι συντάξεις στα γερόντια, τα γράμματα από τον ξενιτεμένο γιο, και τα λοιπά. Ακόμα και τα σκυλιά στις αυλές δεν με γάβγιζαν. Μόλις με βλέπανε κουνούσαν την ουρά και μου έγλειφαν τα χέρια. Εκείνη την εποχή ήμουν στη Χώρα ήδη τρία χρόνια με δυσμενή μετάθεση, λόγω πολιτικών φρονημάτων. Από αριστερή οικογένεια, βλέπεις. Οι φασίστες! Τέλος πάντων, εμένα δεν με ένοιαζε, καλά περνούσα, είχα και τα τυχερά μου. Δηλαδή δεν έλεγα όχι στο μπαξίσι. Η αλήθεια να λέγεται. Όταν όμως έγιναν όσα έγιναν, παραιτήθηκα. Δεν άντεχα άλλο”.

Ο γέρος που καθόταν απέναντί μου σταμάτησε και κοίταξε σκεφτικός έξω από το παράθυρο.

“Οι λεμονιές θέλουν κλάδεμα”, μου είπε

Συμφώνησα ανυπόμονα και τον διαβεβαίωσα πως το είχα κατά νου

“Έκανα τη δουλειά μου , λοιπόν, ήσυχα και ωραία, δεν είχα κανένα παράπονο ούτε και κανένας παραπονέθηκε ποτέ για μένα. όλα άρχισαν εκείνο τον Απρίλη, όταν έγινε η έκλειψη. Κανείς δεν την είχε προβλέψει, κανείς δεν την περίμενε. Το φεγγάρι έκανε τα δικά του. Άλλαξε λέει, ξαφνικά τροχιά και μπήκε προς τον ήλιο. Οι επιστήμονες τρελάθηκαν. Και ήταν ορατή μόνο στη Χώρα. Το φαντάζεσαι; Μόνο στη Χώρα, λέει”.

Άναψε τσιγάρο και με κοίταξε συνωμοτικά.

Δεν μου το βγάζει κανείς από το μυαλό ότι κάτι μας κρύβουν. Αν θυμάσαι, αλλά που να θυμάσαι εσύ, εσύ ήσουν αγέννητος ακόμα, μετά από λίγο όλοι σώπασαν, σταμάτησαν να δημοσιεύουν άρθρα, κανείς δεν ξαναμίλησε γι’αυτό. Σε όποιες εγκυκλοπαίδειες και να ψάξεις τώρα, σε όλα τα αρχεί, στο αναθεματισμένο το ίντερνετ, παντού, δεν θα βρεις τίποτα. Τα έσβησαν όλα. Δεν είναι περίεργο; Ε;”

Ποια είναι άραγε αυτή η Χώρα όπου συμβαίνουν τα πιο παράξενα πράγματα; Ποια είναι αυτή η Χώρα που ακόμα κι αν φύγεις μακρυά της αυτή σε παίρνει στο κατόπι; Ποια είναι η Χώρα όπου τίποτα δεν μοιάζει να είναι ούτε αληθινό ούτε ψεύτικο; Από τις πιο συναρπαστικές και θαραλλέες συλλογές διηγημάτων που διάβασα εδώ και πολλά χρόνια, Ροντ Σέρλινγκ, Ρέη Μπράντμπερι και γιατί όχι ακόμα και Στήβεν Κινγκ! Οι 140 σελίδες της χώρας δεν αργούν και πολλοί να γίνουν στο μυαλό και στο κορμί σου τατουάζ όπως αυτά που είχε στο δικό του εκείνος ο Εικονογραφημένος Άνθρωπος.

ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ : EDUARDO GALEANO

ΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΠΑΠΥΡΟΣ

Μετάφραση : Ισμήνη Κανσή

Ο Λεβ Γιασίν σκέπαζε την εστία με το κορμί του χωρίς να αφήνει ούτε χαραμάδα. Εκείνος ο γίγαντας με τα μακριά πλοκάμια, ντυμένος πάντα στα μαύρα, είχε ένα απέριττο στυλ, μια χάρη που έμοιαζε να περιφρονεί την υπερβολή των κινήσεων. Σταματούσε τα αστραπιαία σουτ σηκώνοντας μονάχα το χέρι, σαν τανάλια που άρπαζε και εξαφάνιζε το βλήμα, ενώ το σώμα παρέμενε ακίνητο σαν βράχος. Δίχως να κουνηθεί από τη θέση του, άλλαζε την πορεία της μπάλας με την ματιά του και μόνο. Εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο αρκετές φορές με τις επευφημίες και τις ευχαριστίες ξοπίσω του, αλλά ξαναγύριζε. Δεν υπήρχε άλλος σαν αυτόν. Για πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα ο Ρώσος τερματοφύλακας απέκρουσε περισσότερα από εκατό πέναλτι, και αποσόβησε ποιος ξέρει πόσα γκολ. Όταν τον ρωτούσαν ποιο ήταν το μυστικό του, απαντούσε ότι η συνταγή ήταν να καπνίζει ένα τσιγάρο για να ηρεμεί τα νεύρα του και να πίνει ένα ποτηράκι για να δυναμώνει τους μυς.

Ευχάριστη φυσιογνωμία. Δεν μπορούσε κανείς να τον φανταστεί χωρίς μια αφρισμένη μπίρα στο χέρι. Στα γερμανικά γήπεδα ήταν πάντα ο πιο κοντός και ο πιο χοντρός, ένας χάμπουργκερ παχουλός και κοντούλης, με ασταθές βήμα, γιατί είχε το ένα πόδι πιο κοντό από το άλλο. Όμως ο Ούβε Ζέλερ ήταν ψύλλος στο πήδημα, λαγός στο τρέξιμο και ταύρος στις κεφαλιές. Το 1963 αυτός ο μεσοεπιθετικός του Αμβούργου αναδείχθηκε καλύτερος Γερμανός παίκτης. Ανήκε στο Αμβούργο ψυχή τε και σώματι.

Είμαι ένας ακόμα οπαδός. Το Αμβούργο είναι το σπίτι μου, έλεγε.

Ο Ούλβε Ζέλερ απέρριψε όλες τις προτάσεις που του έγιναν- πολλές, και ιδιαίτερα ελκυστικές-για να παίξει στις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Συμμετείχε σε τέσσερα Παγκόσμια Κύπελλα. Όταν φώναζαν Ούβε , Ούβε, ήταν σαν να φώναζαν Γερμανία, Γερμανία

Δεν είμαι παρά ένας ζητιάνος που περιφέρεται ανά τον κόσμο, παρακαλώντας για λίγο καλό ποδόσφαιρο στα γήπεδα. – Ένα καλό παιχνίδι, για τον Θεό! Και όταν η ευχή πραγματοποιείται, πανευτυχής για το θαύμα, λίγο με νοιάζει ποια ομάδα ή ποια χώρα παίζει”

Eduardo Galeano

Η Βοηθός (The Assistant) -2019

Σκηνοθεσία : Κέϊτι Γκρην

Πρωταγωνιστούν : Τζούλια Γκάρνερ, Μάθιου Μακφέηντεν, Μακένζι Λι

Έχει όνειρο να γίνει η ίδια παραγωγός τηλεόρασης και κινηματογράφου, ξέρει ότι πρέπει να ξεκινήσει από χαμηλά και να πολεμήσει για τις φιλοδοξίες της. Εργάζεται σαν βοηθός σε μια εταιρεία κινηματογραφικών παραγωγών στη Ν.Υόρκη, στις πέντε πρώτες εβδομάδες ήδη έχει διαπιστώσει ότι το όνειρο με τον εφιάλτη γειτονεύουν επικίνδυνα.

Η τριανταεξάχρονη Αυστραλέζα Κέϊτι Γκρην δεν έχει περάσει απαρατήρητη από διάφορα ανεξάρτητα και όχι μόνο φεστιβάλς κινηματογράφου. Πολλές υποψηφιότητες αλλά και βραβεία. Η Βοηθός από τα πρώτα κιόλας πλάνα μου έφερε στο νου περισσότερο ευρωπαϊκή ταινία παρά αμερικάνικη, τι εννοώ, συχνά οι εικόνες μιλάνε καλύτερα από τις λέξεις, η Γκρην πιστεύει πως ένα καλοδουλεμένο πλάνο κάποιες στιγμές μπορεί να αντικαταστήσει επάξια ένα σεναριακό κομμάτι. Προσοχή όμως, το σενάριο, το οποίο έχει γράψει η ίδια, ούτε ανύπαρκτο είναι για χάρη των εικόνων, ούτε κάνει καμία κοιλιά. Είναι λιτό και λέει αυτά που πρέπει να πει. Η φοβερή μοναξιά της ηρωίδας δε χρειάζεται κανέναν διάλογο για να την υποστηρίξει, τα μισοσκότεινα πλάνα, ο ψυχρός φωτισμός, οι κρύοι εσωτερικοί χώροι κι εκείνο το βλέμμα της που συνδυάζει φόβο, στρες και ανασφάλεια είναι ο καλύτερος μονόλογος, στο κομμάτι αυτό για μένα η Γκρην έχει πάρει άριστα. Όμως δεν φτάνει μόνο αυτό διότι η δημιουργός δουλεύει καλά και την οικονομία, τα σιωπηλά πλάνα δεν είναι μακρόσυρτα για να σου σπάνε τα νεύρα και να κυλάει ο χρόνος χωρίς νόημα. Η ηρωίδα μπαίνει στο γραφείο ξημερώματα (νύχτα ακόμα) και φεύγει νύχτα. Αλλά ακόμα και κατά τη διάρκεια της ημέρας το φώς είναι ελάχιστο και ψυχρό, κυριαρχεί το γκρίζο, το ξεφτισμένο παστέλ και το μαύρο, η ζωή της κοπέλας δεν έχει ούτε φως ούτε χρώμα.

Επίσης ο ρόλος της βοηθού είναι να κάνει τα πάντα ακόμα και την υπηρέτρια στους παλιότερους συναδέλφους της, καθώς επίσης να γίνεται αλεξικέραυνο για τις διαθέσεις ενός αφεντικού που ως φαίνεται κατέχει άριστα το “άθλημα” της σεξουαλικής παρενόχλησης. Καλείται να κάνει πράγματα έξω από τις σπουδές και τις αρμοδιότητές της και όταν-όπως είναι άλλωστε φυσικό- δεν μπορεί να τα χειριστεί δέχεται ταπεινώσεις και εξευτελιστικές παρατηρήσεις. Δεν ξέρω πόσο πολύ έχει δουλέψει στον σύγχρονο ιδιωτικό τομέα η Γκρην αλλά αν μη τι άλλο είναι πολύ καλά διαβασμένη. Κάπου εδώ θα μπουν και πάλι οι γραφικοί υπέρμαχοι του απάνθρωπου νεοφιλελευθερισμού και θα μας ζαλίσουν τον έρωτα ότι η ταινία λαϊκίζει, αγνοείστε τους για άλλη μια φορά, την ασχετοσύνη και τη φτηνή προπαγάνδα-εμμονή καμία ταινία δεν μπορεί να την νικήσει. Έχοντας δουλέψει 30 χρονάκια στον ιδιωτικό τομέα έχω δει πολλά από αυτά που συμβαίνουν στην ταινία. Το αμερικάνικο όνειρο του “σε ξεζουμίζω μέχρι σταγόνα και αν δεν μου κάνεις σε πετάω γρήγορα σαν λεμονόκουπα” δεν είναι κάτι που θα το μάθουμε τώρα, όμως η Γκρην το κινηματογραφεί με έναν αληθινά ευαίσθητο και ανθρώπινο τρόπο με πολύτιμο αρωγό σε αυτό την εκπληκτική ερμηνεία της Τζούλια Γκάρνερ.

Γκάρνερ και Γκρην συνεργάζονται άψογα και οι εκφράσεις της δεύτερης θα σου πριονίσουν το στομάχι κάποιες φορές. Όλη η μοναξιά και η ανασφάλεια του κόσμου στο βλέμμα της. Η εργασιακή ανασφάλεια, ο σεξισμός και η περιθωριοποίηση της από μία νέα κοπέλα πολύ πιο άπειρη αλλά σαφώς πιο όμορφη η οποία της προξενεί, και ίσως όχι άδικα τρόμο. Δεν βλέπει φίλους, δεν ξέρουμε καν αν έχει, ξεχνάει τα γενέθλια του πατέρα της τρώει μόνη. Προσπαθεί να παραπονεθεί ή έστω να εκφράσει τους φόβους της κι έρχεται αντιμέτωπη με το τέρας της εργασιακής πραγματικότητας, η φράση”μη φοβάσαι δεν είσαι καν ο τύπος του” ακούγεται και παγώνει τα πάντα, το όποιο δίκιο της έχει χαθεί, η εργασιακή αγορά είναι μια ζούγκλα, έχεις τα κότσια να είσαι λιοντάρι και να κατασπαράξεις έχει καλώς, δεν τα έχεις….

Η Γκρην έχει τη δική της φωνή και μπορεί να πει αυτά που έχει πει και ο μέγιστος Κεν Λόουτς με διαφορετικό τρόπο. Δεν ξέρω πόσοι και πόσο καλά θα θυμούνται την ταινία μετά από χρόνια αλλά κακά τα ψέματα ένας άνθρωπος που βιώνει την σημερινή πραγματικότητα αποκλείεται να μείνει αλόβητος από την επαφή του με το φιλμ. Κλείνω με την θαυμάσια φωτογραφία του Μάϊκλ Λάθαμ.

Αν Η Beale Street Μπορούσε Να Μιλήσει : James Baldwin

Εκδόσεις : ΠΟΛΙΣ

Μετάφραση : Άλκηστις Τριμπέρη

Τώρα ο Φόνι ξέρει γιατί βρίσκεται εδώ- γιατί βρίσκεται εκεί που βρίσκεται, τολμάει να κοιτάξει γύρω του. Δεν είναι εδώ για κάτι που έκανε, αυτό το ήξερε από την αρχή, αλλά τώρα το βλέπει διαφορετικά. Στα γεύματα, στις ντουζιέρες, πάνω και κάτω στις σκάλες, το απόγευμα μόλις κλειδωθούν όλα τα κελιά ξανά, κοιτάζει τους άλλους, ακούει, αυτοί τι έχουν κάνει; Τίποτα σπουδαίο. Για να κάνεις κάτι σπουδαίο πρέπει να έχεις τη δύναμη να βάλεις αυτούς τους ανθρώπους εδώ και να τους κρατήσεις εδώ. Αυτοί οι δέσμιοι είναι το κρυφό αντίτιμο ενός κρυμμένου ψέματος: οι ενάρετοι πρέπει να είναι ικανοί να εντοπίσουν τους καταραμένους. Για να έχει αποτέλεσμα, πρέπει να έχουν την δύναμη και τα προσόντα να επιβληθούν στους καταραμένους. Αλλά αυτό, σκέφτεται ο Φόνι, λειτουργεί αμφίδρομα. Είτε είσαι μέσα είτε είσαι έξω. Εντάξει το κατάλαβα. Καριόληδες. Δεν θα καταφέρετε να με κρεμάσετε.

Του φέρνω βιβλία και διαβάζει. Καταφέραμε να του φέρουμε χαρτιά να ζωγραφίζει. Τώρα που ξέρει που βρίσκεται, αρχίζει να μιλάει στους άντρες, προσπαθεί να νιώσει σαν στο σπίτι του. Ξέρει ότι τα πάντα μπορούν να του συμβούν εδώ. Αλλά εφόσον το ξέρει, δεν μπορεί να γυρίσει πια την πλάτη του στο γεγονός: πρέπει να το αντιμετωπίσει, ακόμη και να το χλευάσει, να παίξει μαζί του να τολμήσει.

Η γραφή του Baldwin δαγκώνει γρήγορα και αποτελεσματικά σαν δηλητηριώδες φίδι. Εσύ παραλύεις γιατί απλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο. Η σκληρή αλήθεια της Αμερικής του φυλετικού περιθωρίου, της κοινωνικής αδικίας, του συνεχόμενου ρατσισμού, της τυφλής δικαιοσύνης (ή καλύτερα της επιλεκτικής) δεν έχει ούτε όμορφη γεύση ούτε όμορφο πρόσωπο. Τα χέρια γραπώνονται από τις σελίδες και οι δυνατές κραυγές αγανάκτησης μαζί με τα ουρλιαχτά πόνου που ακούς μπορείς να στοιχηματίσεις ότι είναι και δικά σου. Το “χωρίς αύριο” σύμπαν του Baldwin είναι από τα πιο φοβερά μέρη στα οποία ταξίδεψε η σύγχρονη λογοτεχνία. Ο Baldwin ότι έζησε το βγάζει αλλά δεν μισεί, αναρωτιέται, διαμαρτύρεται, σφίγγει τα δόντια, ελπίζει αλλά και καταριέται.

Οι Monos (Monos) – 2019

Σκηνοθεσία : Αλεχάντρο Λάντες

Πρωταγωνιστούν : Χουλιάν Χιράλντο, Σοφία Μπουεναβεντούρα, Παούλ Κούμπιτες, Μόιζες Αρίας , Τζούλιαν Νίκολσον

Οκτώ μικρά παιδιά εκπαιδεύονται στρατιωτικά στα βουνά της Κολομβίας για να αφοσιωθούν στον σκοπό κάποιας Οργάνωσης, κρατούν όμηρο μία αμερικανίδα για λύτρα και έχουν σαν ύψιστη αποστολή την προστασίας μιας αγελάδας, ένας λάθος πυροβολισμός όμως φέρνει μία σειρά δραματικών ανατροπών.

Αν έκανα μια πρόχειρη έστω λίστα με τις πιο ρεαλιστικές ταινίες που έχω δει τα τελευταία χρόνια τότε οι Monos μπαίνουν άνετα στην πρώτη τριάδα. Το έχω επαναλάβει πολλές φορές ότι ο ντοκιμαντερίστικος τρόπος κινηματογραφικής γραφής κρύβει παγίδες και συχνά λειτουργεί εις βάρος μίας ταινίας, εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Ο Λάντες δεν γύρισε μια απλή ταινία περιπέτειας με χολλυγουντιανά θεμέλια. Οι εικόνες του είναι ωμές, σκληρές και νομίζεις ότι αυτό που βλέπεις είναι ένα κανονικό ντοκιμαντέρ γύρω από τις πολύ σκληρές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οκτώ παιδιά. Παιδιά που δεν γνωρίζουμε τίποτα γι’αυτά, ούτε καν τα ονόματά τους μια και όλα χρησιμοποιούν μόνο τα παρατσούκλια τους.

Κάποιες λεπτομέρειες το σενάριο τις θεώρησε περιττές, τι σημασία έχει πως απήγαγαν την αμερικανίδα, τι σημασία έχει από ποιον ζητούν λύτρα, τι σημασία έχει το όνομα της οργάνωσης, τι σημασία έχει πως βρέθηκαν αυτά τα παιδιά σε αυτό το βουνό. Ακόμα και ο πιο παράξενος θεατής τα παραμερίζει γρήγορα όλα αυτά τα ερωτήματα και παραδίδεται στον ρυθμό και στην εξαιρετική εκμετάλλευση της φύσης από τον σκηνοθέτη.

Παιδιά που ηδονίζονται να πυροβολούν, παιδιά που δεν θα διστάσουν να σκοτώσουν για τον υπέρτατο σκοπό. Παιδιά που δεν υπήρξαν παιδιά ποτέ γιατί ως φαίνεται μάλλον δεν πρόλαβαν. Παιδιά που αγνοούν τη σεξουαλικότητα και προσπαθούν να την διδαχθούν από μόνα τους. Ανήλικοι κομάντος που καλούνται να επιβιώσουν μέσα στη ζούγκλα. Ο Άρχοντας Των Μυγών συναντά συχνά το Όταν Ξέσπασε Η Βία, όχι δεν πρόκειται για κανένα φτηνό κινηματογραφικό υβρίδιο, η ταινία του Λάντες είναι εξαιρετικά δουλεμένη και όπως προανέφερα η φύση δεν έχει καθόλου διακοσμητικό ρόλο, άλλοτε συμμαχεί και άλλοτε σε πολεμάει.

Το σενάριο απλό στη δομή του προσφέρει τα απολύτως απαραίτητα, μια σφιχτοδεμένη ιστορία, άψογα γραμμένους διαλόγους κατανοώντας ότι έχει να κάνει με παιδιά και όχι με μια μάτσο συμμορία από νοτιοαμερικάνους μπαντίτος οπότε συνεισφέρει σημαντικά στο ρεαλιστικό κομμάτι το οποίο μας έκανε και τόση εντύπωση. Ο ρυθμός γρήγορος, η αγωνία ανεβαίνει το ίδιο και οι σφυγμοί μας. Τα άγρια ένστικτα του ανθρώπου έχουν το πάνω χέρι, όπως και το πάθος του να γίνει ο αρχηγός κάποιας αγέλης, εν προκειμένω μιας ένοπλης ανήλικης ομάδας.

Οι Monos είναι μια υπέροχη ταινία γιατί ο σκηνοθέτης της δεν εγκαταλείπει το καθαρό σινεμά ούτε για χάρη του ρεαλισμού και την ωμότητας, σκεφτείτε μόνο πόσοι έχουν δει τοίχο όταν προσπάθησαν να βάλουν τον κανονικό κινηματογράφο στην άκρη για χάρη μιας ωμής γραφής που στο τέλος έφερνε ατέλειωτα χασμουρητά. Το φιλμ δεν πλατιάζει, δεν επαναλαμβάνει για να εντυπωσιάσει και όλα ισορροπούν μια χαρά, όσο δε για την πιτσιρικαρία, χαρίζει απολαυστικές και άκρως πειστικές ερμηνείες.

Καλή Διασκέδαση