Feeds:
Posts
Comments

old_man_and_the_gun

Ο Κύριος & Το Όπλο (The Old Man & The Gun) – 2018

Σκηνοθεσία : Νταίηβιντ Λόουερυ

Πρωταγωνιστούν : Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Σίσσυ Σπεήσεκ, Κέηση Άφλεκ, Ντάννυ Γκλόβερ, Τομ Γουέητς

Ο 74χρονος Φόρεστ Τάκερ το μόνο που έμαθε να κάνει καλά στη ζωή του ήταν να ληστεύει τράπεζες, μαζί με άλλους δύο επίσης ηλικιωμένους φίλους του σχηματίζουν την συμμορία Over The Hill και αναστατώνουν από αστυνομία μέχρι FBI.

Αληθινή ή σχεδόν αληθινή ιστορία, ελάχιστη σημασία έχει. Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ ανέφερε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία του εμφάνιση στην μεγάλη οθόνη, σαν ηθοποιός τουλάχιστον. Οι ταινίες με ηλικιωμένους πρωταγωνιστές συχνά έχουν στόχο την συγκίνηση του θεατή, είτε με μελό τεχνικές είτε με αξιοπρέπεια. Στη δεύτερη κατηγορία οι τελευταίες δύο που μπορώ να θυμηθώ γιατί με έκαναν να βουρκώσω και να μη ντρέπομαι να το παραδεχτώ, ήταν το Γκράντ Τορίνο και το Λάκυ. Αν πάω πιο πίσω θα θυμηθώ και το Στραίητ Στόρυ ή τη Χρυσή Λίμνη. Δεν είμαι σίγουρος αν σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής είχαν στο μυαλό τους τη συγκίνηση, αν είχαν πάντως την περήφανη έξοδο του Ρέντφορντ από το πανί το σχέδιο δεν το λες και πετυχημένο.

Ο Ρέντφορντ είναι ηθοποιός που είχε ταβάνι αλλά ήταν τόσο μάγκας που μπορούσε να σταθεί πολύ καλά δίπλα σε “τέρατα” όπως ο Πωλ Νιούμαν, ο Μάρλον Μπράντο, η Τζαίην Φόντα, η Φέη Ντάναγουέη κ.α. Μπορώ να φέρω στο μυαλό μου καλές του ερμηνείες, καμία όμως συγκλονιστική. Από την άλλη σαν σκηνοθέτης τα πήγε επίσης καλά. Ήταν σταρ αλλά δεν προχώρησε μόνο χάρη στο πολύ όμορφο παρουσιαστικό του είχε λάμψη και είχε και χαρίσματα. Στο συγκεκριμένο φιλμ κάτι από αυτά τα χαρίσματα και από αυτή τη λάμψη προσπαθούν να βγουν στην επιφάνεια αλλά….

redford2.0

Είχα την αίσθηση από την αρχή έως το τέλος ότι έγινε προσπάθεια για μια δεκαετίας εβδομήντα αντιηρωικής ταινίας απλώς οι πρωταγωνιστές θα ήταν ηλικιωμένοι, καθόλου κακή ιδέα, όμως δυστυχώς το φιλμ δεν έχει την έμπνευση που θα έπρεπε, τους κρυφούς άσσους (σεναριακά κυρίως) που θα έπρεπε αλλά και τις ερμηνείες που θα έπρεπε. Για να θυμηθούμε το Space Cowboys, τι χημεία ανάμεσα στους ηθοποιούς, πόσο καλοδουλεμένοι χαρακτήρες και πόσο περήφανα γηρατειά!!! Δεν περίμενα από τον Ρέντφορντ να γίνει ‘Ιστγουντ, δεν τον βοηθάει και το παρουσιαστικό του, απλώς επειδή ούτε ο Ίστγουντ ήταν ποτέ μεγάλος ηθοποιός είχε όμως το μυαλό, το ένστικτο αν θέλετε, και την ικανότητα να δημιουργεί ακόμα και σε μεγάλη ηλικία αλησμόνητους ρόλους.

Η σκηνοθεσία του Λόουερυ (του οποίου είναι και η πρώτη ταινία που είδα) δεν έχει νεύρο και μάλλον δεν έχει και τόλμη γιατί καλούς ηθοποιούς έχει. Η αφήγηση μοιάζει τεμπέλικη και δεν υπάρχει και η παραμικρή κορύφωση. Καλή στιγμή και σεναριακά και σκηνοθετικά π.χ αποτελεί η γνωριμία του Ρέντφορντ με την Σπέησεκ, μετά όμως; Το κακό είναι ότι ο σκηνοθέτης έχει αναλάβει και το σενάριο, το οποίο πάσχει στο βάθος χαρακτήρων, ίσως από άλλη πένα το αποτέλεσμα να ήταν καλύτερο. Καλύτερες ερμηνείες αυτή της Σπέησεκ και αυτή του Γουέητς (με όσα περιθώρια τους άφηνε το σενάριο αφού η έξοδος του Ρέντφορντ έπρεπε να είναι πανηγυρική κι εκεί έπεσε το βάρος), ο Ντάννυ Γκλόβερ είναι διακοσμητικό στοιχείο, ενώ ο συνήθως πολύ καλός Κέηση Άφλεκ παίζει σαν κάποιον που προσπαθεί να φτιάξει καφέ μετά από χανγκόβερ, μοιάζει και ο ίδιος να μην πιστεύει στο ρόλο του. Ο Κύριος & Το Όπλο μπορεί να γινόταν πολύ καλύτερη ταινία αν τη σκηνοθεσία και το σενάριο τα αναλάμβαναν άλλοι, όπως έχω ξαναγράψει στο παρελθόν την κατατάσσω σε μιά δική μου κατηγορία ταινιών που την έχω βαφτίσει Χαμένες Ευκαιρίες.

Κρίμα γιατί ακριβώς επειδή συμπαθώ τον Ρέντφορντ ήθελα η αποχώρηση του να μου αφήσει κάτι γιατί ήταν από τους ηθοποιούς με τους οποίους ξεκίνησα να μαθαίνω σινεμά. Ας είναι όμως έχει παίξει σε τόσες πολλές καλές ταινίες που η δουλειά έχει γίνει! ‘Ισως άλλη μια ευκαιρία ακόμα; ίσως;

Advertisements

η δυναμισ

Γκράχαμ Γκρην : Η Δύναμις Και Η Δόξα

Εκδόσεις : ΠΟΛΙΣ

Μετάφραση : Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Ήταν ένας άνθρωπος που υποτίθεται πως έσωζε ψυχές. Κάποτε έμοιαζε εύκολο αυτό, να κηρύττει κατά την δοξολογία, να οργανώνει τις λέσχες, να πίνει καφέ με ηλικιωμένες κυρίες πίσω από παράθυρα με κάγκελα, να ευλογεί καινούργια σπίτια με λίγο λιβάνι, να φοράει μαύρα γάντια… Τόσο εύκολο όσο και η αποταμίευση. Τώρα ήταν ένα μυστήριο. Είχε επίγνωση της απελπισμένης του ανεπάρκειας.

Έπεσε στα γόνατα και την τράβηξε κοντά του ενώ εκείνη χαχάνιζε και πάλευε να ξεφύγει.

“Σ’αγαπώ. Είμαι ο πατέρας σου και σ’αγαπώ. Προσπάθησε να το καταλάβεις αυτό”. Την κρατούσε σφιχτά από τον καρπό, και ξαφνικά εκείνη έμεινε ακίνητη και τον κοίταζε . “Θα έδινα και την ζωή μου, τίποτα δεν είναι αυτό, την ψυχή μου…αγαπημένη μου, αγαπημένη μου, προσπάθησε να καταλάβεις πως είσαι- τόσο σημαντική”. Το ήξερε από πάντα πως αυτή ήταν η διαφορά ανάμεσα στη δική του πίστη και την δική τους, των πολιτικών ηγετών του λαού, που νοιάζονταν μόνο για πράγματα όπως το κράτος και η πολιτεία: αυτό το παιδί ήταν πιο σημαντικό και από ολόκληρη ήπειρο. Είπε “πρέπει να προσέχεις τον εαυτό σου, γιατί είσαι τόσο- απαραίτητη. Ο πρόεδρος πέρα στην πρωτεύουσα κυκλοφορεί με οπλισμένους άντρες που τον φυλάνε- εσύ όμως, παιδί μου, έχεις όλους τους αγγέλους του ουρανού..” Το παιδί τον παρατηρούσε με μάτια σκοτεινά, χωρίς συνείδηση, εκείνος ένιωσε πως είχε έρθει πολύ αργά. Είπε, “Αντίο καλή μου”, και τη φίλησε αδέξια- ένας χαζός, ξελογιασμένος άντρας περασμένης ηλικίας που, μόλις την άφησε και άρχισε να βαδίζει κουρασμένος ξανά προς την πλατεία, ένιωσε πίσω από τους κυρτούς του ώμους όλο το δηλητήριο του κόσμου να κατακλύζει το παιδί για να το καταστρέψει. Το μουλάρι του ήταν ήδη εκεί, σελωμένο, πλάι στον πάγκο με τα αναψυκτικά.

“Καλύτερα πήγαινε βόρεια πάτερ” είπε κάποιος και στάθηκε αποχαιρετώντας τον με υψωμένο χέρι.

Δεν πρέπει να νιώθει κανείς ανθρώπινη στοργή- ή, μάλλον, πρέπει κανείς να αγαπά κάθε ψυχή σαν να’τανε παιδί του. Το πάθος για προστασία πρέπει να απλώνεται σ’έναν ολόκληρο κόσμο- εκείνος όμως το ένιωθε αιχμάλωτο και πονεμένο, σαν ζώο δεμένο σε κορμό δέντρου. Έστρεψε το μουλάρι του προς τον Νότο.

Δεν είχε νόημα, δεν μπορούσε να μείνει πια εκεί. Θα ήταν κακή ιδέα ακόμα και να έμπαινε στο χωριό, γιατί, αν μαθευόταν, κάποιος θα έχανε τη ζωή του – κάποιον θα έπαιρναν όμηρο. Κάπου πέρα μακρυά λάλησε ένας πετεινός. Η ομίχλη αναδύθηκε από το σπογγώδες έδαφος, μέχρι τα γόνατα, και σκέφτηκε άναν φακό να ανάβει μέσα στην απογυμνωμένη εκκλησία, ανάμεσα στα πρόχειρα τραπέζια. Τι ώρα λαλούν οι πετεινοί; Ένα από τα πιο αλλόκοτα πράγματα στον κόσμο αυτόν τον καιρό ήταν ότι δεν υπήρχαν ρολόγια- μπορούσε να περάσει ολόκληρη χρονιά χωρίς να ακούσεις ούτε ένα να χτυπά. Χάθηκαν κι αυτά μαζί με τις εκκλησίες, κι έτσι απέμεινε μόνο η αργόσυρτη, γκρίζα αυγή και η κατακλυσμιαία νύχτα σαν μοναδικά μέσα μέτρησης του χρόνου.


 

978-618-03-1067-2_1

Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΩΝ ΠΟΔΗΛΑΤΩΝ : LUIGI BARTOLINI

Εκδόσεις : ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Μετάφραση : Κούλα Καφετζή

Γινόμαστε νευρικοί κι ας μην είναι στη φύση μας. Γιατί εκτός των άλλων στα γραφεία της αστυνομίας δεν γίνεται να είμαστε ήρεμοι. Βρισκόμαστε εκεί είτε γιατί μας έχουν καλέσει , οπότε μας ζώνουν τα φίδια, είτε γιατί θέλουμε να καταγγείλουμε , να διαπληκτιστούμε, να ζητήσουμε βοήθεια. Αποκλείεται λοιπόν να είμαστε ήρεμοι.

Ο άνθρωπος αυτός είχε τρομερό εκνευρισμό και ξεθύμαινε μιλώντας μαζί μου. Τρεις φορές μου διηγήθηκε την ιστορία του με άλλες τόσες παραλλαγές. Σαν τον σπίνο στο κλουβί του την ώρα που μελετάει το τραγούδι του, το αλλάζει συνέχεια ώσπου να το βρει απόλυτα πειστικό και ικανοποιητικό. Στην αρχή τον άκουγα ανόρεχτα μετά όμως κατάφερε να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ειδικά όταν άρχισε να διηγείται πως μία από τις πόρνες είχε βγει μισόγυμνη στον δρόμο με τις παντόφλες για να στήσει καβγά μαζί του. Τώρα μου διηγιόταν ότι μία άλλη τον είχε απειλήσει και μάλιστα είχε προσπαθήσει να του ρίξει νερό- ποιος ξέρει πόσο βρωμερό- στο κεφάλι από το τέταρτο πάτωμα, απ’ όπου τον προκαλούσε και τον κορόιδευε. Ε΄λεγε πως ήταν μεγάλο σκάνδαλο και πως είχε δύο κορούλες, μία σε ηλικία που δεν καταλάβαινε, αλλά η άλλη αν και ανήλικη, σε ηλικία που θα μπορούσε να καταλάβει θαυμάσια, γι’αυτό κι εκείνος, για χ΄’αρη των κοριτσιών του και της ηθικής , ήθελε να σταματήσει το σκάνδαλο. Χώρια που, απ’ότι φαινόταν, η μέγαιρα δεν του πλήρωνε και το νοίκι, το οποίο δεν του πλήρωνε ούτε ο παλιός ένοικος. Ο ανθρωπάκος δηλαδή εισέπραττε και όνειδος και χλευασμό.

Όταν ο κλέφτης έφτασε στο σημείο απ’όπου ξεκινούσε ο έρημος δρόμος, ξαφνικά γύρισε και χίμηξε καταπάνω μου απειλώντας να με χαστουκίσει. Διέγραψε έναν γύρο με ανοικτή παλάμη. ήταν μια πελώρια παλάμη. Οι τρίχες των μαλλιών του είχαν σηκωθεί όρθιες, όπως τα φτερά των κοκόρων όταν θυμώσουν, ενώ τα μάτια του θύμιζαν μάτια αρπακτικού που έχει πληγωθεί θανάσιμα. Από την μία ήταν να γελάς κι από την άλλη να τρέμεις. Εγώ απλώς έκανα ένα βήμα πίσω και έμεινα ατάραχος. Οι άνθρωποι του υποκόσμου είναι δειλοί δεν εμπλέκονται σε μονομαχίες. όσο λοιπόν ήμασταν ένας εναντίον ενός δεν υπήρχε φόβος. όσο δηλαδή η σύγκρουση περιοριζόταν μεταξύ δύο, ο αγώνας ήταν ισότιμος. Και οι αγώνες, ακόμα και όταν είναι άγριες συμπλοκές, είναι αναμενόμενοι. Αντιπροσωπεύουν τις μοιραίες στιγμές της ζωής μας. Δεν γίνεται να θέλουμε όλες οι στιγμές της ζωής μας να είναι ρόδινες. Βυθισμένοι μέσα στο ποιοτικό μας όνειρο περί αγάπης και δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων του κοινωνικού συνόλου, είναι μάταιο να ονειρευόμαστε κάτι τέτοιο και ως και ηλίθιο να το ευχόμαστε.

Πως μπορώ ας πούμε να ξεχάσω την σκηνή που παρακολούθησα σήμερα το πρωί στη Πιάτσα Ντελ Μόντε. Κάποια στιγμή ανάμεσα στους κλέφτες που πουλούσαν λάστιχα και σαμπρέλες εμφανίστηκε ένας κομψός νέος. ήταν ένας ψηλός και ρωμαλέος νέος. Δεν συνηθίζω να κοιτώ τους ανθρώπους με σκοπό να τους κρίνω από την ομορφιά τους, αλλά τα μάτια μου έπεσαν πάνω του σα να έβλεπα ελληνικό άγαλμα. Άγαλμα του Φειδία. Μια μορφή ιππέα από την ζωφόρο του Παρθενώνα. Τα μαλλιά του ήταν σπαστά και καστανά. όχι μαύρα κορακίσια όπως τα μαλλιά των κατοίκων του Τραστέβερε ή του Παριόνε, αλλά καστανά όπως των αστέρων του κινηματογράφου. Τα μάτια του είχαν το ανοιχτό χρώμα των απόνερων, με ανταύγιες που θύμιζαν κάτουρο μουλαριού κι ωστόσο ήταν η ενσάρκωση του φυσικού κάλλους του Άδωνη. Κι εγώ, παρατηρώντας τον, αναπολούσα με μελαγχολία τα δικά μου νεανικά χρόνια -που δυστυχώς πέρασαν ανεπιστρεπτί- τότε που ήμουν κι εγώ έτσι όμορφος. Τον παρατηρούσα γι’αυτόν τον επιπλέον λόγο, με συμπάθεια ή και με περιέργεια. Φορούσε όπως και οι αστέρες του κινηματογράφου, πλεχτή μπλούζα από μετάξι ή λεπτό μαλλί, ή ότι ότι άλλο ήταν τέλος πάντων, στο χρώμα του φουντουκιού, η οποία άνοιγε με φερμουάρ, και παντελόνι με άψογη και ολόισια τσάκιση, που μπορούσε να ξετρελάνει κάθε νεαρή δακτυλογράφο. Υπέθεσα πως ήταν κάποιος ηθοποιός του σινεμά. Κάποιος διάσημος ηθοποιός. Επειδή όμως δεν τρελαίνομαι για τα κατορθώματα του κινηματογράφου, ή μάλλον επειδή θεωρώ πως ο κινηματογράφος είναι μια χυδαία τέχνη, που ποτέ δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από το χυδαίο(λόγω της φύσης της, της ουσίας της και των πρακτικών αναγκών), δεν παρακολουθώ τις θεότητες του σελιλόιντ. Αγνοώ και τα ονόματα και τα κατορθώματα (γνωστά σε όλες τις κυρίες) των μεγάλων αστέρων μας.

the-square-the-square-film-the-square-film-review-1

ΤΟ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ (THE SQUARE) – 2017

Σκηνοθεσία : Ρούμπεν Έστλουντ

Πρωταγωνιστούν : Κλάενς Μπανγκ, Ελίζαμπεθ Μος, Ντόμινικ Γουέστ

 

Ο Κρίστιαν είναι επιμελητής σε ένα μεγάλο μουσείο σύγχρονης τέχνης στην Στοκχόλμη, λίγο πριν την έναρξη μιας έκθεσης που έχει τίτλο Το Τετράγωνο βρίσκεται αντιμέτωπος με επαγγελματικά και προσωπικά προβλήματα που τον οδηγούν σε κρίση ταυτότητας.

Από τα πρώτα κιόλας πλάνα καταλαβαίνουμε ότι ο σκηνοθέτης σκοπεύει να “παίξει” σε τρία ταμπλό. Η κινηματογραφική του φιλοσοφία ακουμπά αυτή του 8 1/2 (Φεντερίκο Φελίνι) και αυτή των ταινιών του συμπατριώτη του Ρόϊ Άντερσον ( Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο Την Ύπαρξή Του) ενώ εικαστικά με κάποιες αποχρώσεις του κίτρινου, του μπεζ και του καφέ θυμίζει κάπως τον Φον Τρίερ στο φιλμ Το Στοιχείο Του Εγκλήματος. Βέβαια το σενάριο (γραμμένο από τον Έστλουντ) δεν αναφέρεται σε κάποιο κοντινό μέλλον αν και θα μπορούσε, αναφέρεται κυρίως σε ένα εφιαλτικό παρόν που το έχουν κυριεύσει, η υστερία, η απανθρωπιά, ένας αποκρουστικός καθωσπρεπισμός, και διάφορες τραγελαφικές ομάδες ανθρώπων που ασχολούνται με τη τέχνη, σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Αν ναι, είστε σε καλό δρόμο.

Η ταινία δεν αφήνει ανέγγιχτο ούτε τον μύθο της “Οργανωμένης Βορειοευρωπαϊκής Κοινωνίας – Πρότυπο”, για την ακρίβεια την ξεχαρβαλώνει και κανιβαλίζει το διαμελισμένο της πτώμα. Η κάμερα του Έστλουντ είναι σκέτο αλυσοπρίονο από το οποίο δε γλιτώνει κανένας. Και εδώ έρχεται η στιγμή που οφείλω να προειδοποιήσω, αν δεν σας αρέσουν οι κινηματογραφικές σάτιρες με το ψυχρό δολοφονικό βλέμμα μην πείτε στο κόπο να δείτε το φιλμ, θα κουραστείτε και θα θελήσετε να το εγκαταλείψετε μέσα σε ένα τέταρτο. Καλοντυμένα ρομποτάκια κυκλοφορούν με σχεδόν συγχρονισμένο βηματισμό για να πάνε στις, δουλειές τους, στα εστιατόρια, στις εκθέσεις και στα σπίτια τους. Λίγο πιο πέρα κάποιοι άστεγοι και κάποιοι ζητιάνοι που “χαλάνε” αυτή την όμορφη και γεμάτη αρμονία εικόνα , αρκεί βέβαια μια τόση δα αναποδιά και το καλά οργανωμένο και ασφαλές σύνολο να μετατραπεί σε μια πανικόβλητη ομάδα μυρμηγκιών που δέχεται επίθεση από παντού, τα ανέκφραστα και αυστηρά πρόσωπα ουρλιάζουν και ψάχνουν μέρος να κρυφτούν.

The-Square

Το φιλμ μας βομβαρδίζει με ερωτήματα στα οποία ίσως και να φοβόμαστε να απαντήσουμε. Μήπως αυτό που ονομάζουμε “σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία” είναι στη πραγματικότητα ένα είδος κοστουμαρισμένου στρατοπέδου που σαν σκοπό έχει μόνο την προσωπική επαγγελματική καταξίωση με κάθε κόστος; Μήπως φιλοδοξία και φιλοτομαρισμός χοροπηδούν πιασμένοι χέρι-χέρι; Μήπως η όποια αλληλεγγύη έχει γίνει συνώνυμο του λαϊκισμού και της αδυναμίας ή ακόμα χειρότερα του κοινωνικοπολιτικού πισωγυρίσματoς ;  Φυσικά ούτε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αποφεύγουν τα βέλη του σκηνοθέτη, αλλά Το Τετράγωνο στην ουσία δεν είναι ένα ανάθεμα στη τεχνολογία ή στην κοινωνική οργάνωση όπως μπορεί εσφαλμένα να υποθέσουν κάποιοι, είναι ένα δριμύτατο “κατηγορώ” σε έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να τα διαχειριστεί σωστά, τα αντιλαμβάνεται λάθος και συμπεριφέρεται σαν Χόμο Σάπιενς μόνο που αντί για ρόπαλα, και πέτρες, χρησιμοποιεί κάμερες, κινητά τηλέφωνα και υπολογιστές, τα άγρια ένστικτά του όμως δεν τα έχει δαμάσει ακόμα, η σκηνή στην τεράστια σάλα με τον ημίγυμνο που συμπεριφέρεται σαν χιμπατζής είναι προϊόν πανέξυπνης σύλληψης και λέει τα πάντα μέσα σε λίγα λεπτά.

Το Τετράγωνο επίσης αποτελεί ένα πρώτης τάξεως δοκίμιο γύρω από την σύγχρονη τέχνη. Τι είναι τελικά αυτό που ονομάζουμε “Σύγχρονη Τέχνη”; Γιατί στους πιο πολλούς από εμάς μοιάζει τόσο δυσνόητο; Φταίει η έλλειψη παιδείας μας; Φταίει το ότι πολλοί από τους μοντέρνους καλλιτέχνες μπορεί να είναι εντελώς ατάλαντα ανθρωπάκια γεμάτα συμπλέγματα τα οποία όμως χάρη σε ισχυρές γνωριμίες γίνονται γνωστά και προβάλλονται μέσα από καλοδουλεμένες καμπάνιες; Η απάντηση δεν είναι μία γι’αυτό και το φιλμ θα σε κάνει να σκέφτεσαι για αρκετό καιρό αφού πέσουν οι τίτλοι τέλους. Η αιχμηρότατη σάτιρα του Έστλουντ δε θα βγάλει γέλιο, το πολύ πολύ χαμόγελο, θα σε αρπάξει από το μαλλί και θα σε σύρει γύρω γύρω στην αίθουσα, οι συμβολισμοί θα σε χτυπήσουν κατακούτελα αλλά τουλάχιστον θα το κάνουν μέσα από εικόνες γνήσιας κινηματογραφικής μαγείας!

the-square-06

Η τέχνη κριτικάρει και συχνά “διαπομπεύει” την τέχνη, τι καλύτερο; Τον κινηματογράφο του Σουηδού τον έχουμε ανάγκη γιατί μοιάζει με δροσερό νερό στο κουρασμένο πρόσωπό μας. Το Τετράγωνο έχει φρεσκάδα, έχει φωνή, έχει μυαλό και έχει προτάσεις. Δεν είναι ανάγκη να συμφωνείς με τις όποιες απόψεις του δημιουργού της, δεν είναι αυτός ο σκοπός του, το ζήτημα είναι να σε κάνει να σκεφτείς κι αυτό το πετυχαίνει και με το παραπάνω. Οι όποιες υπερβολές (πετυχημένη σάτιρα χωρίς υπερβολές δεν υπάρχει, ας μην κοροϊδευόμαστε) αποτελούν δείγματα σύγχρονου ανατρεπτικού κινηματογράφου που δεν σκοπεύει όμως να δείξει ασέβεια στο παρελθόν. Ανέφερα παραπάνω τον Φελίνι, ο Ιταλός δάσκαλος δε θα μπορούσε να μην κάνει αισθητή την παρουσία του σε ένα τέτοιου είδους σινεμά, οι υπαρξιακές και καλλιτεχνικές κρίσης του Μαστρογιάνι στο 8 1/2 μοιάζουν με αυτές του Κρίστιαν, μόνο που ο τελευταίος δεν είναι δημιουργός για την ακρίβεια υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέται και ο ίδιος τι είναι τελικά.

Τέλος Το Τετράγωνο δεν είναι αυτό που λέμε “ταινία ερμηνειών”, ασφαλώς και ο Κλάενς Μπανγκ είναι ένας πολύ πειστικός Κρίστιαν ενώ και η Ελίζαμπεθ Μος θα αφήσει την σφραγίδα της στον μικρό ρόλο της Αν, αλλά στο τέλος θα κυριαρχήσουν τα εκπληκτικά πλάνα, η αριστοτεχνικά παγωμένη ατμόσφαιρα και η λογοτεχνική αφήγηση του σκηνοθέτη. Ο σουρεαλιστικός θίασος των “πολιτικώς ορθών” καθημερινών ανθρώπων, των “άδειων από αισθήματα και φαντασία” στελεχών επιχειρήσεων, των διαφημιστών με τη νοοτροπία “μηντιακών κατά συρροή δολοφόνων”, των καλλιτεχνών που βρίσκονται σε δημιουργικό αδιέξοδο, αλλά και των απελπισμένων που “δε χωράνε πουθενά” θα περάσει από μπροστά μας κάνοντας θόρυβο, σε μία γωνιά η αληθινή τέχνη θα γλύφει τις πληγές της και θα πνίγει το κλάμα της.

Τέλος να αναφέρουμε και την εκπληκτική φωτογραφία του Φρέντρικ Βένζελ (συνεργάτη του Έστλουντ στο επίσης πολύ καλό φιλμ Ανωτέρα Βία)

4ef0cc35-75be-4c59-8f12-ddf579be8fdd_6

Μια Μικρή Γερμανική Πόλη : Τζον Λε Καρέ

Εκδόσεις : Καστανιώτης

Μετάφραση : Ιλαείρα Διονυσοπούλου

“Ιδού τι γίνεται”, είπε απότομα ο Μπράντφιλντ “Γνωρίζουμε και οι δύο τι μπορεί να είναι ή και να ήταν ο Χάρτινγκ. Κύριος οίδε τι έχουν δει τα μάτια μας. Όσο μεγαλύτερη η προδοσία του τόσο μεγαλύτερο το ενδεχόμενο αδιέξοδο, τόσο μεγαλύτερο το πλήγμα στην εμπιστοσύνη των Γερμανών. Ας πάρουμε το χειρότερο ενδεχόμενο. Εάν ήταν δυνατό να αποδείξουμε- δε λέω ότι είναι, ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις, εάν ήταν λοιπόν δυνατόν να αποδείξουμε ότι χάρη στις δραστηριότητες του Χάρτινγκ,σε ετούτη την πρεσβεία τα πιο μύχια μυστικά μας προδόθηκαν στους Ρώσους στην πορεία πολλών ετών- μυστικά που ως ένα βαθμό τα μοιραζόμαστε με τους Γερμανούς- τότε αυτό το πλήγμα, όσο επουσιώδες και αν φαίνεται μακροπρόθεσμα,θα μπορούσε να κόψει το τελευταίο νήμα από το οποίο κρέμεται το κύρος μας εδώ. Περίμενε”. Καθόταν πολύ στητός στο γραφείο του, με μια έκφραση ελεγχόμενης δυσαρέσκειας ζωγραφισμένη στο όμορφο πρόσωπό του. “Άκουσέ με. Υπάρχει κάτι εδώ που δεν υφίσταται στην Αγγλία. Λέγεται Αντισοβιετική Συμμαχία. Οι Γερμανοί την έχουν περί πολλού κι εμείς την χλευάζουμε με προσωπικό μας κίνδυνο, εξακολουθεί να αποτελεί το εισιτήριό μας για τις Βρυξέλλες. Επί είκοσι και πλέον χρόνια είμαστε ντυμένοι με την αστραφτερή πανοπλία του υπερασπιστή. Μπορεί να χρεοκοπήσαμε , μπορεί να εκλιπαρούμε για δάνεια, συνάλλαγμα και εμπόριο, μπορεί περιστασιακά… να επαναπροσδιορίζουμε τις νατοϊκές μας δεσμεύσεις όταν ηχούν οι τουφεκιές, μπορεί και να κρυβόμαστε κάτω από τα σκεπάσματά μας οι ηγέτες μας μπορεί να είναι εξίσου ανάξιοι με τους δικούς τους”.

Τι ήταν εκείνο που διέκρινε ο Τέρνερ στη φωνή του Μπράντφιλντ τη στιγμή αυτή; Ντροπή; Μια αμείλικτη αίσθηση της προσωπικής του παρακμής; Μιλούσε σαν άρρωστος που δοκίμασε καθε είδους γιατρειά και σιχάθηκε τους γιατρούς. Στιγμιαία το χάσμα ανάμεσά τους έκλεισε και ο Τέρνερ άκουσε τη φωνή του να αντηχεί μέσα στην ομίχλη της Βόννης.

“Εντέλει για να το πούμε με απλά λόγια, αυτή είναι η μεγάλη ανείπωτη δύναμή μας: πως όταν οι βάρβαροι έρθουν από την Ανατολή, οι Γερμανοί θα μπορούν να βασιστούν στην υποστήριξή μας. Ο στρατός του Ρήνου θα συγκεντρωθεί εσπευσμένα στους λόφους του Κεντ και το βρετανικό αυτόνομο πυρηνικό φόβητρο θα τεθεί σε λειτουργία. Καταλαβαίνεις τώρα τι θα μπορούσε να σημαίνει ο Χάρτινγκ στα χέρια κάποιου σαν τον Κάρφελντ;”

Ο Τέρνερ είχε βγάλει από την εσωτερική του τσέπη το μαύρο σημειωματάριο. Καθώς το άνοιξε ακούστηκε ένα ηχηρό τρίξιμο. “Όχι. Δεν καταλαβαίνω. Όχι ακόμα. Δεν θέλεις να βρεθεί, τον θέλεις εξαφανισμένο. Εάν ήταν στο χέρι σου δεν θα με καλούσες εδώ”. Κούνησε το μεγάλο του κεφάλι με απρόθυμο θαυμασμό. “Λοιπόν σου αναγνωρίζω το εξής: κανείς δεν προσπάθησε να με διώξει από τόσο νωρίς. Χριστέ μου ούτε να καθίσω δεν πρόλαβα. Ούτε ολόκληρο το όνομά του δεν ξέρω. Εμείς στο Λονδίνο δεν τον είχαμε ακουστά , το ξέρεις; Ούτε καν πρόσβαση είχε, σύμφωνα με τα δικά μας αρχεία. Πουθενά. Μπορεί κάλλιστα να τον απήγαγαν. Μπορεί να τον πάτησε λεωφορείο, να το έσκασε με καμιά γκόμενα, με όλα αυτά που ξέρουμε. Όμως εσείς εδώ. Χριστέ μου! Κυριολεκτικά τα δώσατε όλα έτσι; Αυτός ο τύπος είναι όλοι μας οι κατάσκοποι μαζί σε συσκευασία ενός. Τι βούτηξε λοιπόν; Τι ξέρεις που δεν ξέρω;”

 

Ένας υπάλληλος της βρετανικής πρεσβείας στη Βόννη και σαρανταπέντε απόρρητοι φάκελοι εξαφανίζονται. Γερμανία τέλη της δεκαετίας του εξήντα, παλιοί μεχθρί και νυν σύμμαχοι, παλιού σύμμαχοι και νυν εχθροί, μυστικά, τρικλοποδιές στο σκοτάδι και κρυφοί μηχανισμοί που κινούν τα πάντα. Κανείς δεν γράφει μυθιστορήματα κατασκοπείας όπως ο Τζών Λε Καρέ.

7ff368da-b259-443e-a9bb-09fb44a8d276_5

ΟΙ ΤΥΦΛΟΙ : ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΤΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Έχεις ιδρώσει. Ανακαλύπτεις ότι τα πόδια σου τρέμουν και πάλι, και νιώθεις φόβο ότι το τρέμουλο στους μηρούς και στα γόνατά σου πρόκειται σύντομα να μονιμοποιηθεί, κάνοντάς σε να μοιάζεις με κάποιον παρκινσονικό παλιόγερο, έπειτα από νεύμα του Κονοβέση, εσύ, ο Λάκης κι ο Ζαραλίκος κατευθύνεστε με γοργά βήματα προς το άρμα που βρίσκεται παρκαρισμένο στα μισά του σταδίου, εκείνο με την επιγραφή “ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ”. Προσέχοντας να μη γριστρήσετε αφου τα τσαρούχια με τα καρφιά δεν είναι σχεδιασμένα για σκαρφάλωμα, δρασκελίζετε τα πέντε σκαλάκια της πλατφόρμας του άρματος, οι δυο πιάνοντας θέση στη δεξιά και την αριστερή πλευρά, κάτω από τις αψίδες τις στολισμένες με γαρύφαλα, κι εσύ στη κορυφή του, στο μικρό βάθρο με τη διπλή αψίδα των λουλουδιών, ακριβώς μπροστά από το χαρτονένιο ομοίωμα του Φοίνικα, του μυθολογικού πουλιού που αποτελεί το σήμα του καθεστώτος και βρίσκεται αποτυπωμένο παντού, στα κουτιά των σπίρτων, στα σχολικά βιβλία και τετράδια, στις μαθητικές ποδιές και στις εισόδους των δημόσιων υπηρεσιών, ένα απροσδιόριστο πλάσμα, αρρενωπό και ιθύφαλλο σύμβολο που ξεπετάγεται αναγεννημένο απ’τις στάχτες του ( και που για την πλειοψηφία του κόσμου είναι απλά “το πουλί της χούντας”), εσύ λοιπόν, μπροστά από τον Φοίνικα, ανοίγοντας τα πόδια σου σε στάση σχεδόν πλήρους διάστασης, με τρόπο που σε κάνει να μοιάζεις με ανθρώπινο Χ, και το δεξί σου χέρι σε ανάταση, χαιρετώντας υποτίθεται τα πλήθη των Ελλήνων μέσα από την σήραγγα των αιώνων απ’όπου έχεις βγει, αποκορύφωμα και ενσάρκωση του αθάνατου, ανίκητου Έλληνα πολεμιστή. Το άρμα ξεκινάει να κινείται αργά (οδηγουμενο από έναν κακόμοιρο φαντάρο των τεθωρακισμένων σε κάποια έγκατα, ο οποίος πιθανότατα θα ιδροκοπάει στο τιμόνι, αφου είναι ένα αφύσικα ζεστό βράδυ του Απρίλη), κάνοντας υπομονετικά το γύρο του στίβου, με τον Οικονομίδη να ωρύεται “μεθύστε με το αθάνατο κρασί του ’21!” και “ο ανθός της πατρίδας μας, οι εύζωνές μας”, ενώ εσύ νιώθεις τελειωτικά ηλίθιος, έτσι που στέκεσαι με τα πόδια ανοιχτά, λες κι ετοιμάζεσαι να γεννήσεις ή ακόμα και να χέσεις κάποιο ιστορικής μορφής σκατό σε μέγεθος μωρού παιδιού, κάτι που άλλωστε θα ήταν το πιο ταιριαστό επιστέγασμα και απτή κατάληξη όσων συμβαίνουν ολόγυρά σου. Ο ιδρώτας αυξάνεται. Η κόπιτσα στο γιακά της φέρμελης έχει στραβώσει και σου τρυπάει το λαιμό, αλλά δεν μπορείς να κάνεις την κίνηση να τον ανοίξεις , γιατί όλα τα μάτια στο στάδιο (και, το χειρότερο απ’όλα, του διοικητή σου και του Κονοβέση) είναι στυλωμένα πάνω σου, κι απ’ το μυαλό σου περνάει μια θάλασσα από λέξεις και φράσεις, ψυχικά σήματα των θεατών, σαν καυτές σταγόνες που απειλούν να σε πνίξουν, λες κι έχεις βρεθεί γυμνός μεσοπέλαγα, με τον τρόπο που που πάντα σε επηρεάζουν τα πλήθη, γι’αυτό και πολύ συχνά τα φοβάσαι, αφού απαιτείται να καταβάλεις μεγάλη προσπάθεια για να μονώσεις το μυαλό σου από τα άπειρα σήματα που δεν μπορείς παρά να τα λαμβάνεις, ξανά και ξανά και στο ρυθμό μιας ανελέητης βροχόπτωσης μέσω εκείνου του καταραμένου ραντάρ που κάποια άστοργη μοίρα έχει φυτέψει ανάμεσα στα μηνίγγια σου.

thumbnail_lady_bird_oscar_nom_gg_win_aw_gr

LADYBIRD (2017)

Σκηνοθεσία : Γκρέτα Γκέργουικ

Πρωταγωνιστούν: Σίρσα Ρόναν, Λόρι Μέτκλαφ, Τρέησι Λέτς, Μπίνι Φέλντστάϊν, Τιμοτέ Σαλαμέ, Λούκας Χέτζες.

Η Κριστίν θέλει να την φωνάζουν Ladybird, αυτό το όνομα έχει διαλέξει για τον εαυτό της, με αυτό συστήνεται, με αυτό κάνει αιτήσεις για κολέγια. Η Ladybird λοιπόν αφήνει πίσω τα δεκαεπτά και πρέπει να πάρει αποφάσεις. Το σίγουρο είναι πως θέλει να φύγει από την γενέτειρά της την οποία θεωρεί πολιτιστικά υπανάπτυκτη, πολιτικά συντηρητική, μια πόλη βάλτο για ένα νέο παιδί με όνειρα, ποια είναι όμως τα όνειρα της Ladybird;

Σκηνοθετικό ντεμπούτο για την Γκρέτα Γκέργουικ την οποία γνωρίσαμε σαν σεναριογράφο και ηθοποιό κυρίως από τα Frances Ha και Mistress America όπου είχε φροντίσει να μας δώσει να καταλάβουμε πως το είδος του σινεμά που θέλει να υπηρετήσει, για την ώρα τουλάχιστον, είναι το ανεξάρτητο. Οι ταινίες με θέμα την εφηβεία είναι δύσκολη αποστολή για έναν κινηματογραφιστή πόσο μάλλον για μια κάμερα που κάνει τα πρώτα της βήματα. Εδώ και αρκετά χρόνια προσπαθώ να μην επηρεάζομαι από υποψηφιότητες για όσκαρ, χρυσές σφαίρες, φοίνικες, άρκτους , βατόμουρα κλπ,κλπ πριν πάω να δω ή και πριν γράψω για μία ταινία, το ίδιο προσπάθησα να κάνω και τώρα.

lady-bird-beanie-feldstein-saoirse-ronan

Η κεντρική ηρωίδα είναι ένα κορίτσι που δεν είναι πολύ όμορφο, δεν είναι πολύ δημοφιλές στο σχολείο του, δεν έχει τους καλύτερους βαθμούς αλλά έχει τη δική του φωνή και φροντίζει να τη κάνει όσο πιο δυνατή γίνεται. Δε φοβάται τις συγκρούσεις, δε διστάζει να δείξει τόλμη ή ακόμα και θράσος προκειμένου να πει με τον τρόπο της “είμαι κι εγώ εδώ”. Η Ladybird θυμίζει θηλυκό  Άντουαν του “400 Χτυπήματα” (τι να κάνουμε αυτή η ταινία αποτελεί ευαγγέλιο για όποιον αποφασίσει να κάνει σοβαρό σινεμά γύρω από την εφηβεία), απλώς είναι λίγο μεγαλύτερη σε ηλικία και με διαφορετικά προβλήματα γιατί λίγο πριν τα δεκαοκτώ καλείσαι να βρεις ένα καλό κολέγιο που θα σου υποσχεθεί ένα “λαμπρό μέλλον”, καλείσαι να βρείς δουλειά γιατί πρέπει να πληρώνεις τις σπουδές σου και να ανακουφίσεις οικονομικά την οικογένειά σου, καλείσαι να πάρεις αποφάσεις ζωής όταν δε ξέρεις καλά καλά ποιός είσαι, και η Ladybird ψάχνει την ταυτότητά της κάνοντας την αρχή με την αλλαγή του ονόματός της.

Αυτό το κορίτσι δεν κρύβει μέσα του ένα αγρίμι που είναι κινηματογραφικά πιο πιασάρικο, δεν επισκέπτεται ψυχίατρο, δεν κλαίει στη μισή διάρκεια της ταινίας, δεν παίρνει ναρκωτικά για να το προσέξουν οι γονείς του λίγο παραπάνω και να το φλομώσουν στα darling και honey, ή στα we will always love you ώστε να συγκινηθεί και το mainstream κοινό και να πάμε όλοι χαρούμενοι στο σπίτι μας έχοντας παρακολουθήσει ένα πολιτικώς ορθό οικογενειακό φιλμ, η Γκέργουικ έχει αποφασίσει να δώσει τα χαστούκια της αλλά με προσοχή και συχνά με κωμική φιλοσοφία, γιατί πολύ απλά όταν γυρίσεις πίσω για να κοιτάξεις την εφηβεία σου θα βουρκώσεις αλλά και σίγουρα θα γελάσεις για κάποιες επιλογές σου. Όλη η ζωή, όχι μόνο η εφηβεία έχει χαρές και λύπες απλώς όσο είσαι έφηβος συχνά δε ξέρεις γιατί είσαι τόσο χαρούμενος ή γιατί είσαι τόσο απελπισμένος.

65b7409e-8be0-4dbd-b628-b503b2025943

Μέσα στη Ladybird βρίσκεται παγιδευμένο ένα πουλί που περιμένει να πετάξει, περιμένει κάποιος να ανοίξει τη πόρτα του κλουβιού, που δεν είναι άλλο από την πόλη που ζει. Το σενάριο, στο οποίο η Γκέργουικ έχει σαφώς μεγαλύτερη πείρα απ’ότι στη σκηνοθεσία, ρίχνει ματιές και σε μια κοινωνία που απαιτεί μεν αλλά δεν έχει και πολλά να δώσει δε, εταιρείες κλείνουν, άνθρωποι μένουν χωρίς δουλειά σε απαγορευτικές ηλικίες ενώ η εύρεση εργασίας δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, συχνά επικρατεί η άποψη “δουλειά έστω για ένα χαρτζιλίκι” ή αυτή του “καλύτερα στο τόπο σου”, μια κοινωνία που γίνεται ολοένα και πιο “καθωσπρέπει” για να αισθάνεται ασφαλής, από τι, ένας Θεός ξέρει. Το “πατρίς, θρησκεία, οικογένεια” δεν επικρατεί ακριβώς αλλά μοιάζει να μην είναι τελικά και τόσο άσχημος τρόπος ζωής, μόνο που η Ladybird δεν αντέχει το “όχι και τόσο άσχημο”, ψάχνει το συναρπαστικό, το σπουδαίο, δεν έχει αντίρρηση να πάει στην εκκλησία απλώς θέλει να έχει το δικαίωμα της αμφιβολίας.

Παρά την απειρία της στη σκηνοθεσία η Γκέργουικ  τα πάει αρκετά καλά, το φιλμ έχει ικανοποιητικότατο ρυθμό, δεν υπάρχει το παραμικρό κενό, εκμεταλλεύεται την ηρωίδα χωρίς να μετατρέπει την ταινία σε παράσταση για έναν ρόλο και σου αφήνει κι ένα αίσθημα φρεσκάδας. Το σενάριο έχει δημιουργήσει πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες οι οποίοι έστω κι αν έχουν λίγα λεπτά συμμετοχής καταφέρνουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, βέβαια αυτό δεν είναι μόνο θέμα ικανότητας γραφής αλλά και ερμηνειών. Η αρχή φυσικά από την Σίρσα Ρόναν της οποίας η έφηβη είναι από τις πιο πειστικές που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στη μεγάλη οθόνη, συχνά δίνει πραγματικό ρεσιτάλ, αλλά όπως προανέφερα έχει άξιους συμπαραστάτες τόσο την Λόρι Μέτκλαφ (μητέρα), τον Τρέησι Λετς (πατέρας) και την Μπίνι Φέλντστάϊν (η κολλητή της φίλη). Το Ladybird συγκινεί χωρίς υπερβολές και σε κάνει να γελάσεις επίσης χωρίς υπερβολές.

Δε θα μπω στη διαδικασία του αν αυτή η ταινία άξιζε υποψηφιότητες, αν άξιζε όσκαρ, ή αν άξιζε την τόση κουβέντα γύρω απ’αυτή, μένω στο ότι παρακολούθησα ένα φιλμ από εκείνα που μπορεί να μη με έριξαν στο καναβάτσο όμως με άγγιξαν και με πήγαν πίσω χωρίς μάλιστα να χρησιμοποιήσουν κανένα από τα γνωστά κλισέ. Απαλλαγείτε από κριτικές, διθυράμβους ή τυχόν θαψίματα και απολαύστε μία από τις πιο ζεστές και ταυτόχρονα πιο δροσερές ταινίες της χρονιάς που πέρασε, αυτό θα έκανε και η Ladybird!