Feeds:
Posts
Comments

Stoner

Ο ΣΤΟΟΥΝΕΡ : JOHN WILLIAMS

Εκδόσεις : Gutenberg

Μετάφραση : Αθηνά Δημητριάδου

Στη διάρκεια των Χριστουγεννιάτικων διακοπών, αυτής της ιδιότυπης αναχαίτισης στην ραγδαία εξέλιξη του εξαμήνου, ο Γουίλιαμ Στόουνερ άρχισε να συνειδητοποιεί δύο πράγματα: άρχισε να αντιλαμβάνεται πόσο καθοριστικά σημαντική ήταν η παρουσία της Γκρέις στη ζωή του και να θεωρεί εφικτό να γίνει και ο ίδιος καλός δάσκαλος.

Είχε έρθει η ώρα να παραδεχτεί μέσα του ότι μέχρι τότε δεν ήταν καλός δάσκαλος. Ευθύς εξαρχής, όταν άρχισε να παλεύει με τα πρώτα τμήματα των πρωτοετών, είχε επίγνωση του χάσματος που υπήρχε ανάμεσα σε αυτό που ένοιωθε για το αντικείμενό του και σε αυτό που μετέφερε στην τάξη. Είχε την ελπίδα ότι ο χρόνος και η πείρα θα γεφύρωναν το χάσμα, δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Όλα αυτά που φύλαγε με απερίγραπτη ευλάβεια μέσα στη  ψυχή του ήταν και αυτά που εντελώς ανεξήγητα πρόδιδε, όταν τα κατέθετε στην τάξη, ότι είχε την μεγαλύτερη ζωντάνια, μαραινόταν μέσα από τα λόγια του, ότι τον συγκινούσε περισσότερο, με το που το άρθρωνε γινόταν ψυχρό. Η συνειδητοποίηση αυτής της ανεπάρκειας του προκαλούσε τόση αγωνία, ώστε κατέληξε να του γίνει έξη, κομμάτι του εαυτού του, όπως το κύρτωμα των ώμων του.

Όμως στο διάστημα που η Ίντιθ έμεινε στο Σέντ Λούις, κατά καιρούς, την ώρα που δίδασκε, έπιανε τον εαυτό του τόσο απορροφημένο από το θέμα του, ώστε να λησμονεί την ανεπάρκειά του, τον εαυτό του, ακόμα και τους φοιτητές που είχε μπροστά του. Καμιά φορά παρασυρόταν τόσο πολύ από τον ενθουσιασμό του, ώστε τραύλιζε, χειρονομούσε και αγνοούσε τις σημειώσεις που είχε κρατήσει και που συνήθως καθόριζαν την πορεία της παράδοσης.

Ένας καθηγητής πανεπιστημίου ο οποίος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην επαγγελματική και στην προσωπική του ζωή. Η απόλυτη λατρεία για το επάγγελμά του, οι “κανόνες” με τους οποίους θα χρειαστεί να πολεμήσει, οι συναδελφικές αντιπαλότητες, ο έρωτας, ο συμβιβασμός, η φιλία, η προδοσία… Ένα από τα ωραιότερα βιβλία που διάβασα τα τελευταία χρόνια κι ένας συγγραφέας με τον οποίον μάλλον “έμπλεξα” πολύ “άσχημα”

Diadosi_H_taksikh_bia_sthn_Amerikh_2008_BO

Η ΤΑΞΙΚΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ : ΛΟΥΙΣ ΑΝΤΑΜΙΤΣ

Εκδόσεις : Διάδοση

 

Όσον αφορά τον ταξικό αγώνα, μια περίεργη κατάσταση διαδραματιζόταν στην Καλιφόρνια στις αρχές του 1910, ακριβώς πριν την ανατίναξη των Τάιμς του Λος Άντζελες. Το Σαν Φρανσίσκο ήταν οχυρό του συνδικαλισμού. Το εργατικό κίνημα ήταν ήδη ισχυρό πριν το σεισμό του 1906, μετά απ’ αυτόν έγινε ο κυρίαρχος παράγοντας στη πόλη. Τα συνδικάτα, ιδίως αυτά του κατασκευαστικού τομέα, εκμεταλλεύτηκαν την χαοτική κατάσταση που ακολούθησε τον σεισμό και οργανώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε μέσα σε δύο χρόνια έλεγχαν πρακτικά κάθε έργο στο Σαν Φρανσίσκο. Για να αποκτήσουν αυτό τον έλεγχο οι εργάτες χρησιμοποίησαν σκληρές μεθόδους, ανάμεσα σε αυτές και τον δυναμίτη.

Μετά το 1908, οι εργολάβοι δεν μπορούσαν να κινηθούν καθόλου χωρίς να λάβουν υπ’όψιν τους τα συνδικάτα. Ο Ντ. Γουόρεν Ράϊντερ σε ένα ιστορικό άρθρο του για την περίοδο εκείνη που δημοσιεύθηκε στον Αμερικανικό Υδράργυρο, έγραψε τον Απρίλη του 1926

“Κανένα σφυρί δεν σηκωνόταν, κανένα τούβλο δεν χτιζόταν, καμία σωλήνα δεν τοποθετούνταν, κανένας τοίχος δεν βαφόταν ή δεν στρωνόταν με ταπετσαρία χωρίς την συναίνεση των συνδικάτων. Αν ένας εργοδότης, μικρός ή μεγάλος, απέλυε έναν μεθύστακα, ανυπάκουο ή ανίκανο εργάτη χωρίς την άδεια του συνδικάτου την άλλη μέρα θα ερχόταν αντιμέτωπος με μία απεργία και θα αναγκαζόταν να επαναπροσλάβει τον απολυμένο εργάτη και να πληρώσει αυτόν και τους συντρόφους του για όσο καιρό παρέμεναν εκτός δουλειάς. Οι αντιπρόσωποι των συνδικάτων τριγύριζαν στην πόλη δίνοντας διαταγές και επιβάλλοντας πρόστιμα. Η δύναμη των συνδικάτων ήταν απόλυτη.”

…..

Σχεδόν ταυτόχρονα με τους ξεσηκωμούς στα Ανατολικά και στα Μεσοδυτικά, έλαβαν χώρα βίαιες εργατικές εξεγέρσεις στα Δυτικά. Η απεργία στο Χόμστεντ το 1892 δεν είχε τελειώσει ακόμα όταν οι ανθρακωρύχοι της περιοχής Κερ Ντ’ Αλέν στο Άϊνταχο απέργησαν ενάντια στις επαναλαμβανόμενες μειώσεις μισθών. Αλλά η απεργία ήταν εξ’αρχής καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι άντρες ήταν άσχημα οργανωμένοι, δεν είχαν αποτελεσματική ηγεσία και ισχυρό ταμείο για να στηριχθεί η απεργία. Οι επιχειρηματίες των ορυχείων μίσθωσαν απεργοσπάστες. Μάχες έλαβαν χώρα. Η εθνοφυλακή δολοφόνησε ανθρώπους. Κάποιος έβαλε βόμβα και ανατίναξε ένα εργοστάσιο πυριτόλιθου. Κατόπιν οι απεργοί κατάφεραν να διώξουν τους απεργοσπάστες από την περιοχή. Οι εταιρείες θεωρώντας ανεπαρκή την εθνοφυλακή για την επιβολή της τάξης, έβαλαν τον κυβερνήτη του Αϊνταχο να απευθυνθεί στον πρόεδρο των ΗΠΑ. Για κάποιο διάστημα στο Κερ Ντ’ Αλέν κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος, με τον τακτικό στρατό να φρουρεί τις περιουσίες την ώρα που οι εργοδότες έφερναν ξανά απεργοσπάστες. Η αποτυχία της απεργίας είχε, βραχυπρόθεσμα, τραγικά αποτελέσματα για τους εργάτες, αλλά οδήγησε στην οργάνωση της Δυτικής Ομοσπονδίας Ανθρακωρύχων, η οποία την επόμενη δεκαετία εξελίχθηκε στον πιο επιθετικό, βίαιο και επαναστατικό οργανισμό στις ΗΠΑ και έγινε πολλά χρόνια αργότερα η ραχοκοκαλιά των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου των επονομαζόμενων και Γουόμπλις.

178 συναρπαστικές σελίδες όχι απλώς  αμερικανικής αλλά Παγκόσμιας Ιστορίας, ταξικές συγκρούσεις που στην ουσία αποτέλεσαν ένα είδος εμφύλιου πολέμου. Πολύτιμες πληροφορίες, αποσπάσματα από άρθρα και φωτογραφίες από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και λίγο πριν από το Β’Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο αναγνώστης καλείται να τοποθετηθεί στο τότε χρονικό πλαίσιο ώστε να κατανοήσει καλύτερα συνθήκες και αντιδράσεις. Η εύκολη καταδίκη της βίας “απ’όπου κι αν προέρχεται” εδώ δεν έχει θέση. Και βέβαια δε λείπουν ούτε οι αναφορές σε τραγικά λάθη των εξεγερμένων ή στην καπήλευση των αγώνων από τους οπορτουνιστές και τους πολιτικούς απατεώνες εκείνης της εποχής.

xilia-enniakosia-evdominta-tessera

 

ΧΙΛΙΑ ΕΝΝΙΑΚΟΣΙΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ : DAVID PEACE

Εκδόσεις : ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Μετάφραση : Νίκος Κουφάκης

Εβδομάδα του μίσους. Ξημέρωμα Παρασκευής 20 Δεκεμβρίου 1974.

Ξύπνιος στο πάτωμα του δωματίου 27 ανάμεσα σε ένα χάρτινο χιονάκι και εκατοντάδες σκισμένες κόλλες με λίστες υπογραμμισμένες με κόκκινο. Λίστες, έγραφα συνεχώς λίστες από την στιγμή που έφυγα από την Πόλα. Το αριστερό μου χέρι κρατούσε έναν μεγάλο κόκκινο μαρκαδόρο, το κεφάλι μου γύριζε, κι εγώ έκανα ορνιθοσκαλίσματα πάνω σε φύλλα από την ταπετσαρία..φτιάχνοντας λίστες.

Λίστες με ονόματα

Λίστες με ημερομηνίες

Με μέρη.

Με κορίτσια.

Με αγόρια.

Λίστες με την διαφθορά, τους διεφθαρμένους και τους εν δυνάμει διεφθαρμένους.

Λίστες με αστυνομικούς.

Με μάρτυρες.

Με οικογένειες.

Με αγνοούμενους

Με κατηγορούμενους.

Με νεκρούς.

Ήμουν πνιγμένος σε λίστες και πληροφορίες. Ήμουν έτοιμος να γράψω μια λίστα με δημοσιογράφους, αλλά τα αναθεματισμένα τα δάκρυά μου δεν σταματούσαν να πέφτουν ανάμεσα στο κομφετί, το αριστερό μου χέρι με έκοβε από τον μαρκαδόρο και το δεξί μου είχε μουδιάσει.

ΜΗ ΜΟΥ ΛΕΣ ΓΑΜΩΤΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ!!

Ακούμπησα ξανά κάτω την πλάτη μου, με το νου μου σε λίστες γυναικών που είχα γαμήσει.

….

Δέκα δευτερόλεπτα αργότερα παρκαρισμένος έξω από κάποιο πακιστανικό μαγαζί, ακουμπούσα στο δάπεδο του αυτοκινήτου μπουκάλια και σακκούλες που είχα αγοράσει με τα τελευταία μου μετρητά, το ράδιο ούρλιαζε για την βόμβα στο πολυκατάστημα Χάροντς, κι εγώ έβγαζα τα χάπια από το ντουλαπάκι, με ένα τσιγάρο στο χέρι και ένα ακόμα στο τασάκι.

Οδηγούσα μεθυσμένος.

Με εκατόν σαράντα χιλιόμετρα την ώρα κατέβαζα ουίσκυ από το μπουκάλι, λαιμό με λαιμό, φανταζόμουν κορίτσια από το νότο και διαμερίσματα με θέα στη θάλασσα, αναθυμόμουν τις Κάρεν, τις Κάθριν και όλες τις άλλες κοπέλες που είχαν περάσει από τη ζωή μου και κυνηγούσα τα πίσω φανάρια των αυτοκινήτων και μικρά κοριτσάκια, συνθλίβοντας και παραμορφώνοντας την αγάπη κάτω από τους τροχούς και τα λάστιχα του Βίβα.

Ένιωθα σαν δικτάτορας σε ένα καταφύγιο δικής μου εμπνεύσεως και φώναζα : ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΝΕΙ ΠΟΤΕ ΜΟΥ ΑΣΧΗΜΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ!

 

Ο Βρετανός Ελλρόϋ; Μπορεί αν και ο David Peace είναι μια σχολή από μόνος του. Δεν έχει γράψει ακριβώς μυθιστόρημα, έχει γράψει ένα κολασμένο, βίαιο και εφιαλτικό ρεπορτάζ-ποίημα. Είναι κρίμα που ένας τέτοιος συγγραφέας δεν έχει περισσότερα βιβλία του μεταφρασμένα στα ελληνικά. Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί το πρώτο μέρος της τετραλογίας The Red Riding Quartet με θέμα την δράση στου Στραγγαλιστή Του Γιορκσάϊρ.

Advertisements

DARKEST

Η ΠΙΟ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΩΡΑ (DARKEST HOUR) – 2017

Σκηνοθεσία : Τζο Ράϊτ

Πρωταγωνιστούν : Γκάρυ Όλντμαν, Κρίστιν Σκοτ Τόμας, Λίλι Τζέημς, Μπεν Μέντελσον

Οι πρώτες μέρες της πρωθυπουργίας του Ουίνστον Τσώρτσιλ, στις αρχές του Β Παγκοσμίου Πολέμου τότε που όλη η Ευρώπη έμοιαζε ανίσχυρη απέναντι στις δυνάμεις του Χίτλερ.

Κάποιος κριτικός κινηματογράφου που εκτιμώ πάρα πολύ, είχε γράψει, αν θυμάμαι καλά, “Όποιος ζητά να μάθει ιστορικές αλήθειες, ας ανοίξει βιβλίο, ας μην τις ψάχνει στο σινεμά”. Ο Χίτσκοκ επίσης είχε πει “αν ζητάτε αληθοφάνεια ψάξτε στα ντοκυμαντέρ, όχι στις ταινίες”. Ο κινηματογράφος είναι τέχνη και πρωτίστως έτσι πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε, να στεκόμαστε λίγο παραπάνω στην “ακαδημαϊκή” πλευρά του πράγματος. Παρ’όλα αυτά έχει σημασία και το πως πλασάρεται μια ταινία, όταν λόγου χάρη παρουσιάζεται σαν “βιογραφία” ή σαν “αληθινή ιστορία” οι όσο το δυνατόν μεγαλύτερες δόσεις αληθοφάνειας είναι μάλλον αναγκαίες. Οι μικροαλλάγες, οι  μικροπαραλείψεις ή οι μικροδιαστρεβλώσεις που ενίοτε αποδεικνύονται βολικές για κινηματογραφιστές και κοινό για μένα ποτέ δεν ήταν και τόσο κατακριτέες. Αλλά όλες αυτές οι “μικρό” απέχουν πολύ τόσο από την περίπτωση της αγιογραφίας όσο και από αυτή της απαξίωσης.

Ευτυχώς  Η ΠΙΟ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΩΡΑ παίζει τα χαρτιά της σωστά, αποφεύγει διαφημιστικές παγίδες και στηρίζεται εκεί που πρέπει, δηλαδή στην  εξαιρετική ερμηνεία του Γκάρυ Όλντμαν. Ο ηθοποιός, στη κυριολεξία αγνώριστος, μας χαρίζει πιθανόν τον κορυφαίο ρόλο της καριέρας του, ίσως μετά από χρόνια μάλιστα όταν θα αναφέρεται το όνομα Γκάρυ Όλντμαν ο νους του θεατή (δίκαια ή άδικα) θα πηγαίνει πρώτα στον Τσώρτσιλ. Το φιλμ λοιπόν ανήκει στην κατηγορία του “παράσταση για ένα ρόλο”, από την αρχή ως το τέλος συγκεντρωνόμαστε στον Όλντμαν και ίσως δίνουμε λιγότερη σημασία στα υπόλοιπα. Υπάρχουν ταινίες που μία και μόνο ερμηνεία κατάφερε να τις κουβαλήσει στην πλάτη της Η ΠΙΟ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΩΡΑ ανήκει σαφώς σε αυτές.

DARKEST 2

Όσον αφορά την σκηνοθεσία του Τζο Ράϊτ (Εξιλέωση, Hanna, Άννα Καρένινα), διαθέτει στο πρώτο μέρος τουλάχιστον, και καλό ρυθμό και δυνατή αφήγηση. Στο δεύτερο γίνεται κάπως πιο τηλεοπτική όχι όμως σε σημείο που να ενοχλεί. Άξια αναφοράς και η δουλειά στον τομέα του μοντάζ, του ήχου, της μουσικής του Ντάριο Μαριανέλι (στενού συνεργάτη του σκηνοθέτη) αλλά και της υπέροχα σκοτεινής και παγωμένης φωτογραφίας από τον 4 φορές υποψήφιο για όσκαρ Μπρούνο Ντελμπονέλ (Αμελί, Inside Llewyn Davis).

Το μεγάλο ελάττωμα της ταινίας είναι κατά την άποψή μου το σενάριο. Σέβομαι την διάθεση των Άγγλων να τιμούν την ιστορία τους αλλά όπως ανέφερα και παραπάνω αυτές οι γλυκανάλατες, δήθεν ευαίσθητες, εντελώς σιδερωμένες προσωπογραφίες ηγετών κάπου έχουν αρχίσει να με κουράζουν, ειδικά όταν έχω διαβάσει και πέντε πράγματα. Δεν θα αρχίσω να γράφω για το ποιος ήταν πραγματικά ο Τσώρτσιλ απλώς δεν είμαι παιδάκι του δημοτικού για να δέχομαι αμάσητο και ότι μου σερβίρουν. Η τάση να παρουσιάζεται “άνθρωπος της διπλανής πόρτας” με δημοκρατικές ευαισθησίες ένας υπέρμαχος της αποικιοκρατίας με κάνει να αισθάνομαι κάπως άβολα σαν θεατής. Είμαι υπέρ του καθαρού σινεμά αλλά κομμάτι του καθαρού σινεμά είναι και το σενάριο. Η σκηνή στο βαγόνι του μετρό, π.χ, όταν ο Τσώρτσιλ συνομιλεί με ένα μικρό κορίτσι στα πλαίσια της προσπάθειας του να πλησιάσει και να αφουγκραστεί τη κοινή γνώμη αποτελεί παιδικό μελό και θα έπρεπε να έχει κοπεί όταν μάλιστα και ο ίδιος ο σκηνοθέτης παραδέχτηκε πως κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ.

Βάζοντας τα υπέρ και τα κατά στη ζυγαριά μας αποφασίζουμε αν μια ταινία μας φάνηκε καλή ή όχι. Η ΠΙΟ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΩΡΑ αποτελεί σαφέστατα μία από τις εξαιρέσεις σε μια σειρά από κινηματογραφικές αγιογραφίες και θα χαρώ αν ο Όλντμαν, που τον εκτιμούσα πάντα, κερδίσει και το όσκαρ. Σαφώς και αξίζει να την δει κάποιος, όχι για να μάθει ιστορία βέβαια, αλλά για ένα κομμάτι καθαρού σινεμά.

 

 

eteros_ego_poster1

 

Έτερος Εγώ (2016)

Σκηνοθεσία : Σωτήρης Τσαφούλιας

Πρωταγωνιστούν : Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Δημήτρης Καταλειφός, Μάνος Βακούσης

Ένα μοναχικός καθηγητής Εγκληματολογίας αναλαμβάνει να βοηθήσει την αστυνομία στην προσπάθειά της να ανακαλύψει έναν κατά συρροή δολοφόνο ο οποίος αφήνει για υπογραφή του ρητά του Πυθαγόρα.

Πόσα χρόνια διαβάζουμε και ακούμε ότι το ελληνικό σινεμά περνάει κρίση, πόσα χρόνια διαβάζουμε και ακούμε ότι σχεδόν τα πάντα στην Ελλάδα περνάνε κρίση. Ε λοιπόν ένας από τους λόγους που περνάμε τις κρίσεις μας είναι ότι για κάθε καινούργια προσπάθεια που βγαίνει στην επιφάνεια, αν δεν προέρχεται από διάφορες κλίκες της τέχνης, οι κριτικοί και οι “ειδικοί” βγάζουν τα μαχαιροπίρουνα. Το Έτερος Εγώ είναι ένα είδος αστυνομικού και ψυχολογικού θρίλερ από αυτά που γκρινιάζουμε γιατί δεν τα βλέπουμε στον ελληνικό κινηματογράφο και από την άλλη, “αυτά είναι για τους αμερικάνους”, δεν μας πιάνεις πουθενά.

Ας ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν οι περισσότεροι από τους Έλληνες κινηματογραφιστές είναι κάπως δύσκολο να υλοποιήσουν τα όποια οράματά τους, με αυτό το σκεπτικό λοιπόν καλό θα ήταν να εστιάζουμε και λίγο στην προσπάθεια και αν μη τι άλλο η ταινία του Τσαφούλια είναι προϊόν έντιμης και αξιοπρεπούς προσπάθειας. Δεν περιμένω να δω Seven ούτε True Detective, δεν περιμένω να δω το Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ made in Greece, προσπαθώ να δω μια ελληνική ταινία, κάτι που να μου δείχνει αποσπάσματα από την καθημερινότητα που ζω. Δεν θα είμαι στημένος στη γωνία για να πυροβολήσω με την πρώτη ευκαιρία που θα εντοπίσω κάτι που θεωρώ σαν αδυναμία. Το  Έτερος Εγώ έχει αδυναμίες, ειδικά σεναριακές αλλά έχει και αρκετά θετικά στοιχεία, καλή ατμόσφαιρα, ικανοποιητικό ρυθμό, κεντρικό χαρακτήρα χωρίς πασαλείμματα και πολύ καλή καλή φωτογραφία από τον Γιώργο Μιχελή. Δεν αντέχω να ακούω αυτά περί “πρωτότυπης ιδέας” και “αντιγραφής”, η ίδια η ζωή έχει δώσει εμπνεύσεις για καλογραμμένα θρίλερ τα οποία προσκυνάμε, οι επιρροές του φιλμ είναι αρκετές τόσο από τις αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές όσο και από το ευρωπαϊκό (κυρίως γαλλικό και ισπανικό) σινεμά, ωραία..και που είναι το κακό;

Αν κάτι λείπει έντονα από το φίλμ αυτό είναι η τόλμη, θα μπορούσε πιστεύω να έχει μεγαλύτερη διάρκεια, σε κάποια κομμάτια να μην “έτρεχε” τόσο πολύ, και να είχαμε κι εμείς οι θεατές το χρόνο να μείνουμε λίγο περισσότερο στον σκοτεινό κόσμο του Δημήτρη, του βασικού ήρωα. Δε χρειάζεται να γράψω περισσότερα, χαίρομαι που είδα το φιλμ, το προτείνω γιατί πιστεύω πως δε θα χάσετε την ώρα σας και περιμένω περισσότερα από τον δημιουργό του γιατί μου έδειξε ότι μπορεί.

 

 

 

w3

WONDER WHEEL (2017)

Σκηνοθεσία : Γούντυ Άλλεν

Πρωταγωνιστούν : Καίητ Γουίνσλετ, Τζέημς Μπελούσι, Τζάστιν Τιμπερλέηκ, Τζούνο Τέμπλ

Στο Κόνεϊ Άϊλαντ της δεκατίας του 50 η κόρη ενός υπαλλήλου Λούνα Παρκ προσπαθεί να γλιτώσει από τον μαφιόζο σύζυγό της που την κυνηγά. Πατέρας και κόρη συναντιούνται μετά από πολύ καιρό αφού οι σχέσεις τους δεν ήταν και οι καλύτερες.

Ο Γούντυ Άλλεν δοκιμάζει κάτι που έχει κάνει στο παρελθόν με αρκετά πετυχημένο τρόπο, βάζει δηλαδή έναν από τους πρωταγωνιστές να διηγηθεί την ιστορία. Τα χρόνια πέρασαν βέβαια αλλά αυτός ο τρόπος αφήγησης φαίνεται ότι και τον βολεύει και λειτουργεί αποτελεσματικά επί της οθόνης. Έχω ξαναγράψει και πιο παλιά ότι η τελευταία σπουδαία ταινία του Άλλεν είναι το ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ και είμαι 1000% βέβαιος ότι όχι απλά δεν θα την ξεπεράσει στο μέλλον αλλά ούτε καν θα την φτάσει. Από το “Παρίσι” και μετά έκανε καλές ταινίες, συμπαθητικές ταινίες και αδιάφορες ταινίες. Σε κάποια σημεία επαναλαμβάνεται αλλά αυτό ίσως να είναι κι ένας κώδικας επικοινωνίας με το κομμάτι του κοινού που τον αγαπά ακόμα και ζητά αυτές τις επαναλήψεις. Ακόμα κι έτσι στο Wonder Wheel ο Γούντυ δε σε αφήνει να πλήξεις γιατί απλούστατα είναι από τους πιό ταλαντούχους κινηματογραφιστές όσον αφορά τον “χειρισμό” της επανάληψης.

w1

Πάμε και στο εικαστικό κομμάτι εκεί όπου ο σκηνοθέτης βρίσκεται σε πάρα πολύ μεγάλη φόρμα. Στη φωτογραφία ο μάγος Βιτόριο Στοράτο με τον οποίο ή εξαιρετική συνεργασία στο επίσης εικαστικά πολύ καλό CAFE SOCIETY ήταν η αρχή μιας ωραίας κινηματογραφικής φιλίας, με σπουδαίο βιογραφικό ο Ιταλός έχοντας κερδίσει τρία όσκαρ (ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ, ΟΙ ΚΟΚΚΙΝΟΙ, Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ) αποτελεί το βαρύ χαρτί αυτής της ταινίας χωρίς υπερβολή. Ο ίδιος λέει πως την δουλειά του την θεωρεί “Προσπάθεια ζωγραφικής με φώς”, ενώ η κινηματογραφική φιλοσοφία του συνοψίζεται στη φράση “συνεχής σύγκρουση του φωτός με το σκοτάδι”. Ο Άλλεν κατάφερε να δημιουργήσει μια απόλυτα πετυχημένη αναπαράσταση της δεκαετίας του 50 και φαίνεται πως αποφάσισε και πάλι να μην κάνει τσιγκουνιές.

w2

Όσον αφορά το σενάριο όπως είπαμε και παραπάνω υπάρχουν επαναλήψεις που όμως κατά βάθος δεν ενοχλούν, υπάρχουν οι εμμονές γύρω από το πως το ερωτικό πάθος  μπορεί να οδηγήσει στη τρέλα και μετά ν’αρχίσει ένα ντόμινο αμαρτιών και τύψεων. Μπορεί κάποιος να πει πως όλα αυτά έχουν εξαντληθεί και ίσως γι’αυτόν τον λόγο θα προσπεράσει το WONDER WHEEL, κατανοητό μεν, άδικο δε, διότι το σενάριο χωρίς να διαθέτει τις ατάκες που έκαναν τον Γούντυ σπουδαίο, ή χωρίς να διαθέτει ένα είδος νουάρ πλοκής όπως το ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ή το MATCH POINT, δε σε αφήνει και να πλήξεις συν το ότι τους ρόλους διαχειρίζονται ηθοποιοί έμπειροι που κάνουν ότι καλύτερο μπορούν. Θα σταθώ στην Καίητ Γουίνσλετ η οποία σε κάποιες στιγμές γίνεται ως και καθηλωτική, πολύ καλός και ο Τζαίημς Μπελούσι στο ρόλο του πατέρα, ο Τίμπερλέηκ βέβαια ότι και να γράφουν ορισμένοι εμένα δεν μπορεί να με πείσει ως υπερταλαντούχος παρ’όλα αυτά στέκεται κι αυτός καλά.

Μια νυχτερινή κουβέντα που κάνει η Γουίνσλετ με την κόρη του Μπελούσι την οποία υποδύεται η Τζούνο Τεμπλ ενώ παράλληλα τα φώτα του Λούνα Παρκ φωτίζουν τα πρόσωπα των δύο γυναικών σύμφωνα με τις “προσταγές” των συναισθημάτων που βγαίνουν στη διάρκεια της κουβέντας αυτής αποτελεί μικρό σινε-διαμάντι.  Δε μπορώ να μαντέψω τι θα ακολουθήσει μετά από αυτό το φιλμ, ως πάλαι ποτέ φανατικός Γουντυαλλενικός θα ήθελα μια καλύτερη ταινία, αλλά εξακολουθώ να πιστεύω πως το Wonder Wheel και καλή κινηματογραφική αφήγηση έχει και γενικά στέκεται αξιοπρεπέστατα ως μια προσπάθεια καθαρού σινεμά. Ας αφήσουμε τα μαχαιροπίρουνα κάτω περιμένοντας να δούμε ένα νέο Annie Hall ή ένα νέο Manhattan, αυτά ξεχάστε τα, μπορείτε όμως ακόμα να περνάτε καλά με τους υπαρξιακά ταλαιπωρημένους ήρωες του Γούντυ γιατί αυτή την μικρή απόλαυση να την στερηθείτε;

Καλή Διασκέδαση

IMG_20180113_095709

ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ : ΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ : Σ. Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ : ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

Συνήθως νομίζει κανείς πως ένας κλέφτης, ένας φονιάς, ένας ρουφιάνος, μία πόρνη, αναγνωρίζοντας πως το επάγγελμά τους είναι κακό, θα ντρέπονται γι’αυτό. Ωστόσο συμβαίνει εντελώς το αντίθετο. Οι άνθρωποι που η μοίρα και τα σφάλματά τους ή τα αμαρτήματά τους τους έταξαν σε μια ορισμένη θέση, όσο κι αν αυτή δεν είναι ορθή, σχηματίζουν μια τέτοια ιδέα για τη ζωή γενικά που τη φαντάζονται καλή και σεβαστή. Για να διατηρήσουν την τέτοια γνώμη τους οι άνθρωποι αυτοί κολλάνε ενστικτώδικα σε κείνο τον κύκλο των ανθρώπων όπου είναι παραδεκτές οι αντιλήψεις τους για τη ζωή και για τη θέση τους. Αυτό μας ξαφνιάζει αν πρόκειται για τους κλέφτες που καυχιούνται για την σβελτάδα τους, για τις πόρνες που καυχιούνται για τις παραλυσίες τους, για τους φονιάδες που καμαρώνουν για την σκληρότητά τους. Μα μας ξαφνιάζει αυτό μόνο και μόνο γιατί ο κύκλος, η ατμόσφαιρα αυτών των ανθρώπων είναι περιορισμένη, και το κυριώτερο, γιατί εμείς βρισκόμαστε έξω απ’αυτήν. Μα δεν συμβαίνει τάχα το ίδιο φαινόμενο ανάμεσα στους πλούσιους που παινεύονται για τους θησαυρούς τους, για τα προϊόντα δηλαδή της ληστείας τους, ανάμεσα στους στρατηλάτες που περηφανεύονται για τις νίκες τους, δηλαδή για τους φόνους, ανάμεσα στους ισχυρούς που περηφανεύονται για τη δύναμή τους; Εμείς δε βλέπουμε να διαστρέφουν αυτοί οι άνθρωποι την έννοια της ζωής, του καλού και του καλού και του κακού για να δικαιολογήσουν τη θέση τους, κι αυτό μόνο γιατί ο κύκλος των ανθρώπων με τις διεστραμένες αυτές αντιλήψεις είναι πιο μεγάλος και γιατί σ’αυτόν ανήκουμε εμείς οι ίδιοι

Στο γυρισμό για το σπίτι από την λεωφόρο Νιέφσκι πρόσεξε μπροστά του χωρίς να θέλει μια ψηλή, εύσωμη και με προλητική κομψότητα ντυμένη γυναίκα που περπατούσε με το πάσο της πάνω στο πλατύ ασφαλτοστρωμένο πεζοδρόμιο. Στο πρόσωπό της και σ’όλη την φιγούρα της έβλεπες πως ήξερε καλά ποιά ήταν η απαίσια δύναμή της! Όλοι όσοι την συναντούσαν ή την προσπερνούσαν, γύριζαν και την κοίταζαν. Ο Νιεχλιούντοφ βάδιζε πιο γρήγορα απ’αυτήν, την προσπέρασε και γύρισε κι αυτός και την κοίταξε στο πρόσωπο: ήταν ίσως βαμένο, μα όμορφο, και η γυναίκα του χαμογέλασε με μία λάμψη στα μάτια της. Κι ένα πράγμα παράξενο: Ο Νιεχλιούντοφ θυμήθηκε την Μαριέτε , γιατί ένοιωσε να τον τραβάει και να τον απωθεί μαζί τούτη η γυναίκα, το ίδιο που είχε νιώσει και στο θέατρο. Ο Νιεχλιούντοφ άνοιξε το βήμα του φουρκισμένος για τον εαυτό του, έστριψε για την οδό Μορσκάγια και, βγαίνοντας στην προκυμαία, άρχισε τις βόλτες εκεί βάζοντας σε απορία το όργανο της τάξης.

“Έτσι κι εκείνη μου χαμογέλασε στο θέατρο, μονολογούσε και την ίδια σημασία είχε κι εκείνο και τουτο το χαμόγελο. Με τη μόνη διαφορά πως τούτη εδώ μιλάει απλά και στα ίσια “Αν με θέλεις πάρε με , αν όχι τράβα το δρόμο σου!”. Εκείνη υποκρίνεται κάνει πως δεν έχει σε αυτό το νου της αλλά ζει με κάποια άλλα ανώτερα, λεπτά αισθήματα-που κατά βάθος είναι το ίδιο πράγμα. Τούτη τουλάχιστο είναι ειλικρινής, κείνη λέει ψέματα. Επιπλέον , τούτη έφτασε στη θέση αυτή από ανάγκη, εκείνη παίζει, διασκεδάζει με αυτό το θαυμάσιο, αποκρουστικό και τρομερό πάθος. Τούτη είναι μια γυναίκα του δρόμου- είναι ένα βρώμικο θολό νερό που προσφέρεται σε κείνους που η δίψα τους είναι πιο δυνατή από την σιχασιά, εκείνη στο θέατρο είναι ένα φαρμάκι που δηλητηριάζει απαρατήρητα όπου πέσει”                                                    

 

 

 

media

 

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ (I AM NOT YOUR NEGRO) – 2016

Σκηνοθεσία : Ραούλ Πεκ

Αφήγηση : Σάμιουελ Τζάκσον

Ντοκιμαντέρ που βασίζεται στην επιστολή του συγγραφέα, διανοητή και ακτιβιστή Τζέημς Μπόλντουιν προς τον εκδοτικό του πράκτορα η οποία  αφορούσε τη συγγραφή ενός βιβλίου που θα είχε σαν θέμα την συμβολή στον αγώνα κατά των φυλετικών διακρίσεων τριών ανδρών του Μάλκολμ Χ,  του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Μέντγκαρ ‘Αϊβερς.

Ο Μαρξ είχε γράψει ότι «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούργια», η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη από φυλετική βία, είτε θέλουν να το παραδεχτούν κάποιοι είτε όχι. Από τις σφαγές των Ινδιάνων, από την εκμετάλευση των Κινέζων στην κατασκευή των σιδηροδρόμων, από το δουλεμπόριο, τα λιντσαρίσματα της Κου Κλουξ Κλαν ως και την απίστευτη βαρβαρότητα της αστυνομίας στις μέρες μας. Η “μεγαλύτερη δημοκρατία στον κόσμο” χτίστηκε πάνω στο αίμα σκλάβων. Θα ρωτήσει κανείς “και τι δείχνει το ντοκυμαντέρ του Πεκ που δεν γνωρίζουμε ήδη;”, η απάντηση είναι “πάρα πολλά” και αφού ξεκινήσαμε με γνωμικά θυμίζω και το “Επανάληψις, μήτηρ πάσης μαθήσεως”. Το ντοκιμαντέρ από την αρχή ως το τέλος έχει ένα λογοτεχνικό άρωμα που σου τρυπάει το μυαλό, δεν λαϊκίζει στο ελάχιστο και δεν απλοποιεί καταστάσεις και γεγονότα. Η πραγματικότητα είναι πάρα πολύ σκληρή για να την αντέξουν τα περισσότερα στομάχια αλλά αυτό απασχολεί τα στομάχια και όχι την πραγματικότητα.

i_am_not_your_negro_SD4_758_426_81_s_c1

Η ρατσιστική βία γέννησε εξεγέρσεις και οι εξεγέρσεις με τη σειρά τους κι άλλες δολοφονίες, όπως επισημαίνει ο Μπάλντουιν “Η ιστορία των ΗΠΑ είναι η ιστορία του Νέγρου και δεν είναι μια όμορφη ιστορία”. Διαπιστώνουμε για άλλη μιά φορά πόσο αποτελεσματικό όπλο του συστήματος ήταν η λευκή κουλτούρα της ανεμελιάς και της ευτυχισμένης βολεμένης αμερικανικής οικογένειας για την οποία οι μαύροι ήταν απλά ένα κομμάτι μιας κοινωνίας που είχε την φιλοσοφία του μακρυά κι αγαπημένοι, αλλά οι μαύροι ούτε μακρυά ήταν και σίγουρα δεν υπήρχε αγάπη. Ταινίες, βιβλία και μουσική κάνουν την παρέλασή τους στο ντοκιμαντερ και υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος για κάτι τέτοιο, υπόγεια μηνύματα που προσπαθούσαν να περάσουν ταινίες κυρίως αλλά και βιβλία, από την Καλύβα Του Μπάρμπα Θωμά έως τα φιλμς Όταν Σπάσαμε Τις Αλυσίδες και Μάντεψε Ποιός Θα Έρθει Για Δείπνο. Ίσως θα μπορούσε στο σημείο αυτό να δωθεί μεγαλύτερη σημασία στη συνεισφορά της μουσικής σαν μέσο διαμαρτυρίας και αγώνων των μαύρων για κοινωνική ισότητα αλλά όπως έγραψα εξ ‘αρχής η ταινία βασίστηκε σε μια επιστολή κι εκεί θέλησε να μείνει.

20-i-am-not-your-negro.w710.h473.2x

Συγκλονιστικής δύναμης πλάνα στα οποία συναντάμε σημαντικές προσωπικότητες τόσο από τον πολιτικό όσο και από τον καλλιτεχνικό χώρο. Εκτός από τον Μπόλντουιν , εμφανίζονται ο Μάλκομ Χ, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Σίντνεϋ Πουατιέ, ο Χάρρυ Μπελαφόντε, ο Μάρλον Μπράντο, ο Ρόμπερτ Κέννεντυ κ.α. Πλάνα από άγρια επεισόδια κυρίως της δεκαετίας του εξήντα, μια τηλεοπτική κόντρα του Μπόλντουϊν με έναν καθηγητή φιλοσοφίας πάνω στο ζήτημα της απλοποίησης των φυλετικών διακρίσεων που προσπαθούσε να περάσει η λευκή εξουσία. Ο “μαύρος” μπορεί να έγινε για τους δήθεν πολιτικά ορθούς “Αφροανερικάνος” (λες και η λέξη μαύρο είναι βρισιά και όχι χρώμα) αλλά στο βάθος παρέμεινε “νέγρος”. Ο νέγρος που σιγά σιγά αλλάζει κι από το πλάσμα που θέλει μαστίγωμα για να δουλέψει μετατρέπεται σε έναν πειθήνιο χαμογελαστό κακομοίρη που σκύβει το κεφάλι, δέχεται αντι για μαστίγιο ένα φιλικό χτύπημα στη πλάτη αλλά συνεχίζει να έχει λευκό αφεντικό, που μπορεί πια να μην είναι ο σαδιστής Σάϊμον Λεγρκί του Μπαρμπα Θωμά αλλά η γλυκούλα Ντόρις Ντέη ή κάποιος καθώς πρέπει και ευγενικός ρεπουμπλικάνος με το ύφος του Γκάρυ Κούπερ.

Οι εναλλασόμενες εικόνες του τώρα και του χθες πέφτουν σα χαστούκια και πονάνε το ίδιο. Κάποιες προφητείες που έκανε ο Μπόλντουιν βγαίνουν απόλυτα σωστές μια και ως φαίνεται ακόμα και η εκλογή Ομπάμα ήταν ένα είδος ξεροκόμματου αφού ο “νέγρος” είχε δείξει τη σωστή συμπεριφορά. Θαυμάσιος συνδυασμός εικόνων και γραπτού με μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές, αυτή του ηθοποιού Σάμιουελ Τζάκσον. Το ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ είναι από τα ντοκιμαντέρ που περισσότερο προβληματίζουν παρά αποκαλύπτουν κι αυτή είναι και η μεγάλη του επιτυχία.

Σαραντατρείς υποψηφιότητες για διάφορα βραβεία και ανάμεσα σε αυτές εκείνη του περσινού όσκαρ για καλύτερο ντοκιμαντέρ.

the-nile-hilton-incident-2017_GR-Poster

ΚΑΪΡΟ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ (The Nile Hilton Incident) – 2017

Σκηνοθεσία : Ταρίκ Σαλέχ

Πρωταγωνιστούν : Φάρες Φάρες, Μαρί Μαλέκ, Γιασέρ Αλι Μαχέρ, Αχμέντ Σελίμ

 

Μια γνωστή τραγουδίστρια βρίσκεται νεκρή στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Κάϊρο, ενώ όλα δείχνουν ότι πρόκειται για δολοφονία ο αστυνομικός που αναλαμβάνει την υπόθεση παίρνει εντολή να την κλείσει σαν αυτοκτονία.

Η μέχρι τώρα δουλειά του Ταρίκ Σαλέχ μου ήταν τελείως άγνωστη αλλά αυτό το φιλμ με τσίγκλισε να την ψάξω. Αν μη τι άλλο πρόκειται για ένα νουάρ που έχει τα πάντα, και όταν λέμε “τα πάντα” το εννοούμε. Μαύρη ατμόσφαιρα, ένοχα μυστικά, διαφθορά παντού, μοιραίες γυναίκες, πιόνια της εξουσίας, τύψεις, ανάγκη για κάθαρση. Ο σκηνοθέτης έπαιξε με τους κανόνες των μεγάλων δασκάλων και κέρδισε, πιο πολύ η ματιά του βλέπει προς Ζαν Πιερ Μελβίλ αλλά δε λείπουν και στοιχεία από Φριτς Λάνγκ, Όττο Πρέμινγκερ ή Χάουαρντ Χωκς. Τα γεγονότα διαδραματίζονται λίγο πριν να ξεσπάσουν οι ταραχές στην πλατεία Ταχρίρ, έτσι δίνεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στον Σαλέχ να σκιαγραφήσει και την Αιγυπτιακή κοινωνία η οποία βρίσκεται υπ’ατμόν.

Το καλό σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα φροντίζει να βάζει τον αναγνώστη στο κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν οι ήρωές του, με αποτέλεσμα σιγά σιγά συμπρωταγωνιστής να γίνεται και η πόλη καθώς και ότι συμβαίνει σε αυτήν. Μέσα από τα μάτια του αστυνόμου Νορεντίν (πολύ καλός ο Φάρες Φάρες στο ρόλο) παρακολουθου-με λίγο πολύ την Αίγυπτο των τελευταίων ημερών του Μουμπάρακ, από τα στέκια του υποκόσμου μέχρι τις πιο ισχυρές καρέκλες της εξουσίας και της δικαιοσύνης. Νταβατζήδες, εκμεταλλευτές προσφύγων, καρφιά της αστυνομίας, διαφθαρμένοι βουλευτές, δικαστές που έχουν την τιμή τους και άλλα πολλά.

kairo 1

Η δολοφονία είναι απλά η αφορμή για να μπλέξει ο Νορεντίν μέσα σε ένα δίκτυ το οποίο καθώς ο χρόνος κυλάει μοιάζει να γίνεται ολοένα και πιο ισχυρό. Τους συμμάχους είναι δύσκολο να τους ξεχωρίσεις από τους εχθρούς και τα εμπόδια γίνονται συνεχώς ψηλότερα. Για να μιλήσεις με τους ισχυρότερους και τους “ανέγγιχτους” πρέπει πρώτα να έρθεις σε επαφή με τον υπόνομο. Την κορυφή την καταλαβαίνεις καλύτερα αν συνανα-στραφείς με τον πάτο.

Η ταινία έχει έναν διαολεμένο ρυθμό και οι συνεχείς εντάσεις κόβουν σαν ξυράφι. Η αφήγηση θυμίζει, σεναριακά τουλάχιστον, κάποιες από τις πολύ καλές στιγμές (λες και υπάρχουν και άσχημες) από την πρώτη τετραλογία του Τζέημς Ελλρόϊ γύρω από το Λος Άντζελες ενώ το “κυνήγι” του Νορεντίν από την κάμερα φέρνει επίσης στο νου τον Γκας Βαν Ζαντ όταν ήταν σε φόρμα. Οι φίλοι του νουάρ, του λογοτεχνικού και του κινηματογραφικού, θα περάσουν υπέροχα γιατί πάνω απ’όλα το ΚΑΪΡΟ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ είναι λογοτεχνικό σινεμά! Στην απαισιόδοξη και απειλητική ατμόσφαιρα μέγιστο ρόλο παίζει και η φωτογραφία του Πιέρ Αϊμ, όσοι έχετε δει Το Μίσος ήδη καταλάβατε τι να περιμένετε. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το μαύρο, το γκρί, το κρέμ και οι αποχρώσεις του κίτρινου που προκύπτουν από χαμηλό φωτισμό.

The Nile Hilton Incident - Still 2

Αν υπάρχει ένα μειονέκτημα αυτό είναι η διάρκεια της ταινίας, κατά την άποψη μου είναι μικρότερη απ’όσο θα έπρεπε. Το φιλμ σε καμία περίπτωση δεν τελειώνει απότομα και μάλιστα το φινάλε του είναι εξαιρετικά γυρισμένο και άκρως συμβολικό, απλώς σε κάποια σημεία ο Σαλέχ ίσως έπρεπε να κόψει ταχύτητες και να αφήσει τον θεατή να ανασάνει λίγο μαζί με τους ήρωες.

Από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που μας αφήνει.

Καλή Διασκέδαση

 

 

ΑΛΛΗ ΟΨΗ

Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ (TOIVON TUOLLA PUOLLEN) – 2017

Σκηνοθεσία : Άκι Καουρισμάκι

Πρωταγωνιστούν : Σάκαρι Κουοσμάνεν, Σέρουαν Χατζί

Ο Καλέντ είναι Σύριος πρόσφυγας που ζητά πολιτικό άσυλο στη Φινλανδία και παράλληλα αναζητά τη χαμένη του αδελφή. Ο Βίκστρομ είναι βιοτέχνης που παρατά δουλειά και σπίτι και ύστερα από μια κερδισμένη παρτίδα πόκερ αποφασίζει να αγοράσει ένα κάπως παρακμιακό εστιατόριο, οι δρόμοι αυτών των δύο κάποια στιγμή θα διασταυρωθούν.

Το σινεμά του Καουρισμάκι ποτέ δεν ήταν εύκολο, συχνά μάλιστα από κάποιους ήταν και παρεξηγήσιμο, είχε χαρακτηριστεί “δήθεν”, “ψευτοκουλτουριάρικο μελό” ακόμα και φτηνό. Στον αντίποδα βέβαια υπήρχαν πάρα πολλοί που το λάτρευαν ανάμεσα σε αυτούς και ο γράφων. Ο Φινλανδός δεν είναι από τους σκηνοθέτες που θα σε αφήσουν ήσυχο, και αυτό γιατί σχεδόν σε όλες του τις ταινίες το μυαλό του θεατή εξακολουθεί να ταλαιπωρείται  ακόμα και μετά τους τίτλους τέλους. Με λίγα λόγια σχεδόν κάθε του ταινία που θα δείς, θα την “επαναλάβεις” ξανά και ξανά στη φαντασία σου. Με την Άλλη Οψη Της Ελπίδας δε συμβαίνει κάτι διαφορετικό, στην ουσία ο Καουρισμάκι συνεχίζει να καταπιάνεται με ότι είδαμε και στο Λιμάνι Της Χάβρης, δηλαδή με την εισροή προσφύγων στην Ευρώπη και την αντίμετώπισή τους από αυτή.

Όμως εδώ δεν έχουμε μόνο μια απλή ιστορία, στο φίλμ βλέπουμε και κάποια πλάνα ειδήσεων που σερβίρουν τις δικές τους “αλήθειες”, βλέπουμε μια κοινωνία υποτιθέμενης αλληλεγγύης με αδιάφορο,ανόητο και συχνά βλοσυρό πρόσωπο, βλέπουμε καθρέφτες των οποίων η αλήθεια ενοχλεί. Όλα τα παραπάνω με το μοναδικό κινηματογραφικό στυλ του Καουρισμάκι. Δεν υπάρχει δηλαδή ίχνος μελοδραματισμού, ίχνος “ψευτοηθικολογίας”, ίχνος λαϊκισμού με σκοπό τα περισσότερα εισιτήρια, υπάρχουν καθημερινοί άνθρωποι τους οποίους έχει “φροντίσει” ένα ιδιαίτερα προσεγμένο σενάριο, και μια κάμερα που ξέρει να “διαβάζει” και να “ακούει”.

Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ 1

Οι ήρωες είναι οι γνωστοί μας χαμένοι που όμως δεν χάνουν ούτε το κουράγιο ούτε την ελπίδα τους. Η ζωή τους έχει γυρίσει τη πλάτη ενώ μια κυκλοθυμική μοίρα τους επιφυλλάσει ότι της κατέβει στο κεφάλι. Οι χαρακτήρες του Καουρισμάκι δεν φοβούνται να πέσουν για χιλιοστή φορά γιατί για χιλιοστή πρώτη θα σηκωθούν, μπορεί να μη σηκωθούν αμέσως και να μείνουν για λίγο ακόμα πεσμένοι έτσι ώστε να φιλοσοφήσουν γύρω από τις πτώσεις τους αλλά θα σηκωθούν ίσως μόνο και μόνο για να προκαλέσουν την επόμενη πτώση. Από την αρχή ως το τέλος της ταινίας κυριαρχεί η υπερηφάνια, οι πρόσφυγες στην Άλλη Οψη Της Ελπίδας δεν κλαίνε, δεν μοιρολογούν, δεν βουρκώνουν καν, κοιτάζουν μπροστά, περιμένουν, μάχονται, αναρωτιούνται, αγωνίζονται γιατί έτσι έχουν μάθει από μικρά παιδιά και αυτό προσπαθούν να περάσουν τόσο σε μια ομάδα γραφειοκρατών από την οποία κρέμεται το μέλλον τους όσο και σε αυτούς τους θεατές που μαθαίνουν την πραγματικότητα αυτού του κόσμου μέσα από μακιγιαρισμένους παπαγάλους της μικρής οθόνης, η Ελπίδα έχει και άλλη όψη όπως και το νόμισμα.

ΑΛΛΗ ΟΨΗ 2

Τα κάπως ανέκφραστα πρόσωπα και το “χιούμορ-χαστούκι” παραμένουν ακόμα δύο από τα πολύ δυνατά όπλα του δημιουργού. Ο Καουρισμάκι καταγγέλει μόνο με σαρκαστικό και ανατρεπτικό χιούμορ, είναι αδύνατο να το κάνει αλλιώς! Ξέρει πως το δακρύβρεχτο παραλήρημα και οι ερμηνευτικές εξάρσεις θα καταδίκαζαν την ταινία σε παταγώδη καλλιτεχνική αποτυχία. Οι άνθρωποι του κοινωνικού περιθωρίου, της οικονομικής εξαθλίωσης είναι αυτοί στους οποίους συναντάμε αλληλεγγύη και κατανόηση. Ο Καουρισμάκι όμως ξέρει και κάτι άλλο, πως αν ο θεατής του δεν έχει την ανθρωπιά μέσα του είναι αδύνατον να του την εμφυσήσει η Άλλη Όψη γιατί το φιλμ αυτό διηγείται και δεν προσπαθεί να εκβιάσει κανένα συναίσθημα. Πολύ απλά, τρέχει αίμα στις φλέβες σου; Έχεις διαβάσει μερικά βιβλία παραπάνω; Μπορείς να δεις πίσω από την βιτρίνα; Αν συμβαίνουν όλα αυτά τότε Η Άλλη Οψη Της Ελπίδας θα είναι μέσα στη λίστα με τις αγαπημένες σου ταινίες γι’αυτή τη χρονιά.

Για να είμαι ειλικρινής εγώ βλέποντας την δεν ένοιωσα ακριβώς αισιοδοξία, περισσότερο μου βγήκε ένα “ίσως και να…”, η ελπίδα του τίτλου; Ποιός ξέρει. Πάντως για άλλη μια φορά απόλαυσα μία ακόμα καθαρή μίκη του αληθινού σινεμά απέναντι στη βαρετή επανάληψη βιομηχανοποιημένων talk-shows των οποίων οι σκηνοθέτες κοιμούνται και ξυπνούν με το όνειρο του κόκκινου χαλιού και του χρυσού αγαλματιδίου. Ο Καουρισμάκι καλεί και πάλι την παλιοπαρέα των συναδέλφων και δασκάλων του για να τον βοηθήσει, από Τζίμ Τζάρμους των πρώτων κυρίως χρόνων, μέχρι Γκοντάρ και Μπρεσόν. Πανέξυπνη παράλληλη αφήγηση σχετικά με τη ζωή των δύο ηρώων πριν αυτοί να ανταμώσουν, πλοκή που δεν βαλτώνει πουθενά και βέβαια τα χρώματα! Πόσο καλά ξέρει να παίζει με αυτά, θα έλεγε κανείς πως έχουμε να κάνουμε με έναν Λουκίνο Βισκόντι των απόκληρων.

Στην εκπληκτική φωτογραφία ο Τίμο Σάλμινεν, μόνιμος συνεργάτης ή καλύτερα συνδημιουργός, του οποίου οι κουβέντες του με το φως είναι σκέτα ποιήματα ενώ το σενάριο είναι γραμμένο από τον σκηνοθέτη αφού μάλλον είναι δύσκολο να μπεί κάποιος άλλος σε αυτό το μυαλό και να πιάσει την ουσία. Η κάμερα του Καουρισμάκι είναι η κάμερα της συγκίνησης και της ανθρωπιάς και δε θα βρούμε πολλές σε αυτό το είδος, ενώ Η Άλλη Οψη Της Ελπίδας  είναι από τις ταινίες που όχι μόνο σε αγγίζουν για τα καλά, σε ατσαλώνουν κιόλας.