Feeds:
Posts
Comments

IMG_20171008_101221[1]

Φραντς Κάφκα : Ο Πύργος

Εκδόσεις : Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

Μετάφραση : Κώστας Προκοπίου

“Μόλις απαλλάχτηκε από το αποπνικτικό δωμάτιο, όπου σπρώχνονταν οι βοηθοί και οι υπηρέτριες, ένιωσε μια ανακούφιση. Έξω έκανε πολύ κρύο, το χιόνι είχε γίνει σκληρό κι έκανε το περπάτημα πιο εύκολο. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ο Κ βάδιζε πιο γρήγορα.

Ο Πύργος υψωνόταν όπως πάντα, σιωπηλός, το περίγραμμά του άρχισε να χάνεται. Ποτέ του ο Κ δεν μπόρεσε να διαπιστώσει κάποιο σημάδι ζωής εκεί πάνω, ίσως ήταν αδύνατο να διακρίνεις κάτι τέτοιο από τόσο μεγάλη απόσταση. Πάντως το βλέμμα ποθούσε να δει και δεν μπορούσε να βαστάξει την απόλυτη γαλήνη. Σαν κοίταζε ο Κ τον Πύργο του φαινόταν πως εκεί μπροστά του καθόταν κάποιος ήρεμος, ατενίζοντας με αδιαφορία, χωρίς να΄ναι βυθισμένος σε στοχασμούς, αλλά ελεύθερος και ατάραχος. Έδειχνε σα να’ταν μόνος, χωρίς κανείς να τον προσέχει, εντούτοις έπρεπε να δει πως τον πρόσεχαν. Παρόλα αυτά παρέμεινε γαλήνιος. Το βλέμμα εκείνου που παρατηρούσε από κάτω δεν μπορούσε να μείνει σταθερό και ξέφευγε πλάγια, δεν ήξερε αν ήταν αυτό η αιτία ή το αποτέλεσμα. Το δειλινό που έπεφτε πιο γρήγορα έκανε εντονότερη αυτή την εντύπωση. Όσο πιο πολύ παρατηρούσε τον Πύργο, τόσο λιγότερο έβλεπε, τόσο πιο βαθιά όλα έσβηναν στις σκιές του δειλινού.

Μόλις ζύγωσε ο Κ στο Χέρενχοφ, που ήταν ακόμα σκοτεινό, άνοιξε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος και πρόβαλε ένας νέος φρεσκοξυρισμένος χοντρούλης και με γούνινο παλτό, έσκυψε έξω κι έμεινε στο παράθυρο. Ο Κ τον χαιρέτησε, μα δεν είδε καμιά ανταπόκριση. Μπήκε μέσα αλλά ούτε στον προθάλαμο, ούτε στην μπυραρία συνάντησε κανένα. Η μυρωδιά της ξινισμένης μπύρας ήταν πιο ανυπόφορη από την άλλη φορά”

….

” Και οι τρεις κάθισαν σχεδόν σιωπηλοί σε ένα μικρό τραπέζι πίνοντας την μπίρα τους. Ο Κ ήταν στο μέσο, δεξιά κι αριστερά οι βοηθοί του. Ακόμα ένα τραπέζι ήταν πιασμένο με ντόπιους χωρικούς, όπως και χθες το βράδυ. “Είναι δύσκολο να κάνει κανείς κάτι μαζί σας” είπε ο Κ παρατηρώντας και συγκρίνοντας τα πρόσωπά τους . “Πως να σας ξεχωρίζω; Διαφέρετε μόνο κατά τα ονόματα, κατά τα άλλα είστε όμοιοι όπως”- σταμάτησε και μετά απρόθυμα συνέχισε- “είστε όμοιοι όπως ακριβώς δυο φίδια”. Οι δύο βοηθοί του χαμογέλασαν. “Πάντως οι άλλοι μας ξεχωρίζουν αρκετά καλά” είπαν για να δικαιολογηθούν. “Το πιστεύω” είπε ο Κ. “το διαπίστωσα με τα μάτια μου, αλλά εγώ βλέπω μόνο με τα δικά μου μάτια και με αυτά δεν μπορώ να σας ξεχωρίσω. Γι’αυτό θα σας χρησιμοποιώ σαν έναν άνθρωπο και θα σαν ονομάζω και τους δύο με το όνομα Αρθούρος, έτσι ονομάζεται ένας από σας. Εσύ;” ρώτησε ο Κ τον ένα. “Όχι” είπε εκείνος, “ο νομάζομαι Ιερεμίας”. “Είναι αδιάφορο” είπε ο Κ, “και τους δυο θα σας ονομάζω Αρθούρο. Αν στέλνω τον Αρθούρο να πάει κάπου, θα πηγαίνετε και οι δυο σας, αν αναθέτω κάποια εργασία στον Αρθούρο θα την κάνετε πάλι μαζί, αυτό φυσικά για μένα είναι μειονέκτημα, γιατί δεν θα μπορώ να χρησιμοποιώ τον καθένα για μια ιδιαίτερη δουλειά, αλλά έχει και ένα πλεονέκτημα, γιατί και οι δυο σας θα είστε υπεύθυνοι εξ ολοκλήρου για κάθε εντολή που θα παίρνετε. Το πως θα μοιράζετε την δουλειά μου είναι αδιάφορο. Μόνο μην τα φορτώνετε ο ένας στον άλλον. Για μένα είστε ένας άνθρωπος.”

Advertisements

ιτ

ΤΟ ΑΥΤΟ (IT) – 2017

Σκηνοθεσία : Άντι Μουσιέτι

Πρωταγωνιστούν : Τζάεντεν Λίμπερχερ, Φιν Γουλφχαρντ, Τζακ Ντύλαν Γκρέηζερ, Σοφία Λίλλις, Μπιλ Σκάρσγκαρντ

Στην πόλη Ντέρυ το φαινόμενο της εξαφάνισης μικρών παιδιών έχει πάρει επικίνδυνες διαστάσεις. Μία παρέα πιτσιρικάδων, μέλος της οποίας είναι ένα αγόρι που έχει χάσει τον μικρότερο αδελφό του, ύστερα από κάποια παράξενα περιστατικά πιστεύει πως οι εξαφανίσεις αυτές οφείλονται σε ένα τρομακτικό πλάσμα με τη μορφή κλόουν.

Ως παλιός φανατικός αναγνώστης των βιβλίων του Στήβεν Κινγκ και ως κινηματογραφόφιλος έχω καταλήξει στο εξής συμπέρασμα : είναι εξαιρετικά δύσκολο, έως απίθανο να μεταφέρεις την ατμόσφαιρα τρόμου των συγκεκριμένων βιβλίων στην μεγάλη οθόνη, οπότε η καλύτερη λύση για ένα σκηνοθέτη είναι να απομακρυνθεί με έξυπνο τρόπο από το βιβλίο που θέλει να διασκευάσει, να κρατήσει απλά έναν σκελετό και να δουλέψει καθαρά με το δικό του όραμα δημιουργώντας έτσι και το δικό του σύμπαν, το πέτυχε ο Κιούμπρικ με την Λάμψη, το πέτυχε ο Κάρπεντερ με το Κριστίν, ο Ρόμπ Ράϊνερ με το Στάσου Πλάϊ μου και το Misery, και δεν ξεχνάμε και την αξιοπρεπέστατη Ομίχλη του Φράνκ Ντάραμποντ. Ο Μουσιέτι απόφασίζει να χρησιμοποιήσει άλλη μέθοδο, γνωρίζοντας ότι ένα τεράστιο σε όγκο βιβλίο δεν συμμαζεύεται εύκολα ώστε να κινηματογραφηθεί αποφάσισε να πατήσει στα σίγουρα και να το διασκευάσει με τη φιλοσοφία μίνι τηλε-σειράς, σε ένα φιλμ δηλαδή που να αποτελείται από δύο μέρη. Το βιβλίο παίζει πολύ με το φλας μπακ, οι ήρωες πότε σε μικρή ηλικία  και πότε ενήλικες, η συγκεκριμένη ταινία αναφέρεται εξολοκλήρου στη παιδική τους ηλικία. Ο σκηνοθέτης μένει όσο γίνεται πιστός στα παιδικά χρόνια των ηρώων που διάβασε στο βιβλίο οπότε αυτό το κινηματογραφικό IT είναι μια από τις πιο κοντινές αν όχι η πιο κοντινή μεταφορά σε βιβλίο του Κινγκ. Έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμ τρόμου γεμάτο από καλές προθέσεις, είναι όμως αυτό αρκετό ;

Έχω ξαναγράψει για την κατάχρηση των ειδικών εφέ, ειδικά αυτών μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, που συχνά λειτουργούν εις βάρος της κινηματογραφικής αισθητικής, σε αυτή την ταινία ευτυχώς υπάρχει αυτοσυγκράτηση και δεν έχουμε κάποιο από τα συνηθισμένα φεστιβάλ play station τα οποία περισσότερο γέλιο προκαλούν παρά τρόμο. Ο Μουσιέτι δεν προσπαθεί να γίνει καλτ και δεν φλερτάρει με την αυτοπαρωδία, γενικώς δεν ρισκάρει, σε άλλες στιγμές αυτό αποδεικνύεται σωστή επιλογή ενώ σε άλλες όχι. Το ξεκίνημα της ταινίας σε κάνει να περιμένεις πολλά, η ατμόσφαιρα όπως πρέπει και η αόρατη απειλή κάνει την “εμφάνισή” της σε κάθε πλάνο. Η πρώτη συνάντηση με τον Κλόουν είναι σκέτο “βασανιστήριο” περιμένεις να συμβεί το κακό με κομμένη την ανάσα. Από εκεί και μετά και η αφήγηση πάει καλά αλλά και ο ρυθμός, ως ένα σημείο έστω, δεν κάνει κοιλιά ενώ οι ερμηνείες των πιτσιρικάδων πρωταγωνιστών είναι πειστικότατες και μας πάνε πίσω στη χρυσή εποχή του πανέμορφου Σπιλμπεργκικού κινηματογραφικού “παλιμπαιδισμού”.

Σε πολλά από τα βιβλία του Κινγκ η συντηρητική και συχνά πρωτόγονη αμερικανική επαρχία περνιέται από πριονοκορδέλα το ίδιο συμβαίνει και στο Αυτό αλλά στη ταινία δεν συναντούμε κάτι τέτοιο και μένουμε καθαρά στο κομμάτι “αγωνία και τρόμος”. Το φιλμ είναι έντιμο με εμάς τους θεατές αλλά και με τον εαυτό του, δε θέλει να είναι άλλο ένα σπλάτερ για ποπ κορν και χαβαλέ, σκοπεύει να μείνει στη μνήμη μας ως μια ταινία τρόμου που θα την θυμόμαστε και μετά από χρόνια, το αν θα τα καταφέρει ή όχι μόνο αυτά τα χρόνια θα το δείξουν, όσον αφορά τη δική μου τη μνήμη μάλλον θα το τιμήσει μεν αλλά όχι υπερβολικά δε. Το Αυτό θα έλεγα ότι χάνει δυο τρεις κλασσικές ευκαιρίες, όπως θα λέγαμε και στο ποδόσφαιρο, για να να γίνει σπουδαίο θρίλερ, όπως ανέφερα και παραπάνω η όχι και μεγάλη σκηνοθετική τόλμη του Μουσιέτι δεν αφήνει το σφυγμό μας να ανέβει λίγο παραπάνω αφου σε μερικές σκηνές που δαγκώνεσαι και σφίγγεις τα μπράτσα της καρέκλας…μένεις με την γλύκα, το αποτέλεσμα είναι χαμηλότερο των προσδοκιών. Το Αυτό είχε γυριστεί και παλαιότερα σαν μίνι τηλεοπτική σειρά, αν κάνω την όποια σύγκριση τότε πιστεύω πως η κινηματογραφική μεταφορά είναι καλύτερη, αλλά τις δυνατότητες που δίνει ο κινηματογράφος σε τέτοιες μεταφορές δεν τις εκμεταλλεύτηκε όσο θα έπρεπε ο Μουσιέτι και είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσε.

Στα θετικά του φιλμ να προσθέσουμε και τη σημασία που δίνεται στον καθαρό, ακατέργαστο τρόμο τον οποίον σου προξενεί μια έξυπνη κι ευφάνταστη κάμερα χωρίς να καταφεύγει σε ψηφιακά κρεσέντα βαρεμάρας κι επανάληψης, σημαντική και η συνεισφορά του Μπιλ Σκάρσγκαρντ στο ρόλο του κλόουν. Καλό για το είδος σενάριο από τους Γκάρυ Ντάουμπερμαν (Annabelle), Γκάρυ Φουκουνάγκα (True Detective) και Chase Palmer και αρκετά απειλητική φωτογραφία από τον Τσουνγκ Χουν Τσανγκ (φωτογραφία και στο αξέχαστο Κορεάτικο νεο-νουάρ Old Boy). Οι φίλοι των ταινιών τρόμου θα περάσουν καλά όμως σίγουρα θα περιμένουν περισσότερα από την συνέχεια που ήδη γυρίζεται.

 

 

Detroit-movie-banner-poster

Detroit : Μία Οργισμένη Πόλη (Detroit) – 2017

Σκηνοθεσία : Κάθριν Μπιγκελόου

Πρωταγωνιστούν : Τζων Μπογιέγκα, Γουίλ Πάουλτερ, Άλτζι Σμιθ, Χάννα Μαρρεϋ, Τζέησον Μίτσελ

Ντιτρόϊτ 1967, οι έντονες φυλετικές διακρίσεις και η αστυνομική βία είναι οι αιτίες για ένα μεγάλο ξέσπασμα ταραχών. Το φιλμ αναφέρεται στην επέμβαση της αστυνομίας και της εθνοφρουράς στο ξενοδοχείο Algiers προκειμένου να βρεθεί ένας “ελεύθερος σκοπευτής” ο οποίος σημαδεύει αστυνομικούς

Στους τίτλους τέλους αναφέρεται πως όλα όσα είδαμε στην οθόνη βασίζονται σε μαρτυρίες αρκετών από εκείνους που τα έζησαν, αληθινή ιστορία μεν αλλά για την 100% αληθοφάνεια καλό είναι να κρατάμε πάντα μερικές επιφυλάξεις δε, και εξηγούμαι αμέσως για να μην παρεξηγηθώ. Δεν αμφισβητείται ούτε ο ρατσισμός που κυριαρχούσε, ούτε η αδικαιολόγητη βία, απλώς επειδή η σκηνοθέτης καταπιάνεται κυρίως με ένα περιστατικό εξετάζουμε και τις πηγές. Εννοείται πως η Μπίγκελόου σαν βασικό σκοπό έχει να “χτυπήσει” τον ρατσισμό και να μας μεταφέρει σε μια ιδιαίτερη και αρκετά σκοτεινή περίοδο της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας η οποία όπως δείχνουν τα γεγονότα των τελευταίων ετών μοιάζει να επαναλαμβάνεται.

Οι θανάσιμοι πυροβολισμοί αφροαμερικάνων από όργανα της αστυνομίας τόσο στα τελευταία χρόνια της θητείας Ομπάμα όσο και στο ξεκίνημα της θητείας Τραμπ μόνο λίγοι δεν είναι, άρα η Μπίγκελοου αναλαμβάνει να ξυπνήσει συνειδήσεις μέσω της ιστορικής μνήμης. Βέβαια το ζήτημα είναι το εξής, πόσες ακόμα ταινίες για τον ρατσισμό πρέπει να γυριστούν για να ξυπνήσουν όχι μόνο οι αμερικάνοι αλλά ο κόσμος ολόκληρος; Απάντηση βέβαια δεν μπορώ να δώσω αλλά ως φαίνεται ο μέχρι τώρα αριθμός τέτοιου είδους φιλμογραφίας δεν πέτυχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Περνώντας στο καθαρά κινηματογραφικό κομμάτι, η σκηνοθετική γραφή είναι εκπληκτική, η κάμερα τρέχει, καταγράφει, ανασαίνει, ιδρώνει, ματώνει, φοβάται και υπάρχουν φορές που “κλείνει τα μάτια”. Το στυλ κινηματογράφισης θυμίζει έντονα εκείνο του ντοκυμαντέρ χωρίς όμως να καταφεύγει σε φτηνές αντιγραφές που λειτουργουν εις βάρος της έμπνευσης. Ο ρυθμός έντονος όσο χρειάζεται και οι αμέτρητες εντάσεις καταγράφονται άψογα.

Το σενάριο του βραβευμένου με όσκαρ Μάρκ Μποαλ, είναι όσο “ωμό” χρειάζεται, για την ακρίβεια ο θεατής έχει συχνά την εντύπωση πως στην ουσία δεν υπάρχει καν σενάριο αλλά μια κρυφή κάμερα γράφει τα πάντα. Η Μπίγκελόου έχει βρει στη πένα του Μποαλ τον ιδανικό συνεργάτη (έχουν δουλέψει μαζί τόσο στο Hurt Locker όσο και στο Zero Dark Thirty). Αξίζει όμως να σταθούμε και στις ερμηνείες, διοτί αφού στην πραγματικότητα δεν υπάρχει βασικός πρωταγωνιστής, η προσοχή μας εστιάζεται σε όλους τους ηθοποιούς γιατί όλοι τους είναι κεντρικά πρόσωπα με τον τρόπο τους και όλοι ανταποκρίνονται και με το παραπάνω στις απαιτήσεις των ρόλων τους.

Η Μπιγκελόου δεν αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου με φόντο ένα κοινωνικοπολιτικό  γεγονός, κάνει ακριβώς το αντίστροφο, το βασικό της “πρόσωπο” είναι η πόλη που σπαράζει ενώ το φόντο αποτελούν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων του Algiers. Η άποψη μου είναι πως η σκηνοθέτης δεν προσπαθεί ούτε να ηθικολογήσει ούτε να απλοποιήσει, στο αν το πετυχαίνει ή όχι, σίγουρα οι απόψεις θα διαφέρουν, η δική μου άποψη είναι ότι απλώς η κάμερα της μας ρωτά “θέλετε να ξανασυμβούν όλα αυτά;” Οι σκηνές στο ξενοδοχείο από την επέμβαση της αστυνομίας και μετά στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι πολύ σκληρές και αποτελούν ψυχολογική δοκιμασία.

Το πως θα θυμόμαστε το Detroit μετά από κάποια χρόνια είναι δύσκολο να εκτιμηθεί από τώρα αλλά συνοψίζοντας θα κατέληγα στο συμπέρασμα πως είναι ένα καλό δείγμα σύγχρονου αμέρικάνικου σινεμά. Όσοι δε, έχουμε καταλάβει ότι ο ρατσισμός ξαναφουντώνει και η όποια υπερβολική κρατική βία έχει ήδη αρχίζει να ζεσταίνεται καλό θα είναι να αντιμετωπίσουμε την ταινία καθαρά κινηματογραφικά χωρίς το κλασικό “αυτά τα ξέραμε γιατί τα έχουμε ξαναδεί”, ναι όντως τα έχουμε ξαναδεί αλλά μια καλή ταινία είναι πάντα αναγκαία.

IAN McEWAN : ΕΞΙΛΕΩΣΗ

Εκδόσεις : Νεφέλη

Μετάφραση : ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΠΕΛΟΣ

 

“Τα χρώματα έσβησαν από την φαντασία της, η αυτάρεσκη απόλαυση της κίνησης και της ισορροπίας υποχώρησε, το χέρι της πονούσε. Σιγά σιγά ξανάγινε ένα μοναχικό κορίτσι που θέριζε τσουκνίδες. Σε λίγο σταμάτησε , πέταξε τη βέργα και κοίταξε γύρω της.

Κάθε φορά που βυθιζόταν στη φαντασία της πλήρωνε το τίμημα τη στιγμή της επιστροφής. Τώρα ήταν λίγο πιο δύσκολο να ξανασυντονιστεί με το παρελθόν. Το όνειρό της, γεμάτο εύλογες λεπτομέρειες, φάνταζε ανόητο μόλις συναντούσε την σκληρή υλικότητα του πραγματικού. Ήταν δύσκολη αυτή η επιστροφή. Γύρνα πίσω, της ψιθύρισε η αδελφή της, όταν την ξυπνούσε από κάποιον εφιάλτη. Η Βριώνη έχασε την θεϊκή δύναμη της δημιουργίας, και η απώλεια αποκαλυπτόταν μόνο τη στιγμή της επιστροφής. Κομμάτι της γοητείας που έχει το όνειρο, είναι η φαντασίωση της αδυναμίας μπροστά στην λογική : αναγκασμένη από τους αντιπάλους της να ανταγωνιστεί στο υψηλότερρο επίπεδο, με τους καλύτερους του κόσμου, απόδεχόμενη την πρόκληση στο άθλημά της – την διάλυση των τσουκνίδων- ξεπερνούσε τα όριά της, όχι μόνο για να ικανοποιήσει το πλήθος που παραληρούσε, αλλά και για να είναι  η καλύτερη – και κυρίως μοναδική. Μα φυσικά όλα αυτά ήταν δικά της- από αυτήν γι’αυτήν- και τώρα ξαναγύρισε στον κόσμο. Όχι σ’αυτόν που έφτιαχνε όπως ήθελε, αλλά σε εκείνον που την έκανε ότι ήθελε. Ένιωσε να μικραίνει κάτω από τον βραδινό ουρανό. Είχε κουραστεί αλλά δεν ήταν ακόμη έτοιμη να γυρίσει στο σπίτι. Άραγε στη ζωή να υπάρχει μόνο το μέσα και το έξω; Δεν υπάρχει ένααλλού να πάει κανείς;”

Continue Reading »

ΠΙΚΑΔΕΡΟ

 

ΠΙΚΑΔΕΡΟ (PIKADERO) – 2015

Σκηνοθεσία : Μπεν Σάροκ

Πρωταγωνιστούν : Μπάρμπαρα Γκοενάγκα, Χοσέμπα Ουσαμπιάγκα

Δυο νεαροί Βάσκοι, ο Γκόρκα και η Άνε, γνωρίζονται, ερωτεύονται αλλά επειδή είναι άνεργοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να βρουν κάποιο μέρος ώστε να κάνουν έρωτα ανενόχλητοι. Εκείνος κάνει την πρακτική του σε εργοστάσιο χωρίς αμοιβή, εκείνη έχοντας τελειώσει τις σπουδές της στην Ιστορία Της Τέχνης ψάχνει για δουλειά.

Η οικονομική κρίση που τσακίζει όχι μόνο την Ισπανία αλλά σχεδόν όλη την Ευρώπη κινηματογραφημένη με κάπως διαφορετική ματιά. Εδώ δεν έχουμε ούτε την μαεστρική αισιοδοξία, ή αν θέλετε την ελπίδα, που συναντούσαμε στο “Λιμάνι Της Χάβρης” και στο “Τα Χιόνια Του Κιλιμάντζαρο”, αλλά ούτε και τον ανελέητο κοινωνικοπολιτικό σαρκασμό του Κεν Λόουτς. Ωστόσο το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Σκωτσέζου Μπεν Σάροκ κρύβει ευχάριστες εκπλήξεις. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, στη χώρα των Βάσκων το ποσοστό της ανεργίας των νέων αγγίζει το 45%, αληθινός εφιάλτης δηλαδή. Ο Σάροκ δεν αφήνει το θεατή σε ησυχία γιατί σχεδόν σε κάθο πλάνο η αβεβαιότητα και ο φόβος για το τώρα αλλά και μια εξουθενωμένη προσμονή για ένα ίσως καλύτερο αύριο κάνουν αισθητή τη παρουσία τους. Το φιλμ δε βγάζει μιζέρια αλλά θλίψη και θυμό κι αυτό θέλει πολύ μεγάλη ικανότητα για να το πετύχει ο σκηνοθέτης που διαλέγει να καταπιαστεί με ένα θέμα που καίει.

Το γλυκόπικρο χιούμορ που παρεμβαίνει παίζει σημαντικό ρόλο ώστε να αποφευχθούν μελό και κλισέ παγίδες. Η σκληρή πραγματικότητα μπορεί να αποτυπωθεί με ευφυή τρόπο ειδικά αν ξέρεις σινεμά και ο Σάροκ ξέρει, όχι γιατί είναι έμπειρος αλλά γιατί είναι ένας εξαιρετικός μαθητής. Επιρροές από Καουρισμάκι και Ρόϋ Άντερσον μέχρι Ιταλικό νεορεαλισμό και Ρομπέρ Μπρεσόν, προσέξτε κάποιες αντιδράσεις και εκφράσεις του Γκόρκα κι αν έχετε δει τον Πορτοφολά θα καταλάβετε τι εννοώ. Δύο νέοι άνθρωποι που συχνά αισθάνονται ηττημένοι πριν καλά καλά ξεκινήσουν τον αγώνα τους, η ηλικία τους όμως είναι τέτοια που τους απαγορεύει να παραιτηθούν, πόσο θα αντέξουν όμως;

Η “πείρα” και η “σοφία” των μεγαλυτέρων αλλά και των “ρεαλιστών” προσπαθεί να τους προσγειώσει σε ένα ανώμαλο και άγονο έδαφος, στη σημερινή εποχή τα όνειρα είναι πολυτέλεια, το να ψάχνεις να βρείς τη δουλειά που σου αρέσει είναι ουτοπικό και “ανώριμο”. Χώνεσαι κάπου, έχεις έναν μισθό, παντρεύεσαι για να μη σε πάρουν τα χρόνια και…σπίτι-δουλειά-δουλειά-σπίτι, μάλλον σας θυμίζει κάτι, έτσι; Όταν ο Γκόρκα και η Άνε συνειδητοποιούν ότι τέτοιου είδους ζωή είναι και η μοναδική  λύτρωση απο το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται, μουδιάζουν ακόμα περισσότερο. Εκείνη βέβαια κράτα λίγη από την μαχητικότητα και την ενέργεια της ηλικίας της, εκείνος όμως ευνουχίζεται σιγά σιγά από τον ρόλο του “άντρα κουβαλητή-αρχηγού”.

Οι εξωτερικοί χώροι στους οποίους γυρίστηκαν αρκετές από τις σκηνές είναι πολύ προσεκτικά διαλεγμένοι, προσέξτε αυτές που διαδραματίζονται στη στάση του τρένου, αυτές που λαμβάνουν χώρα έξω από το εργοστάσιο, ή αυτές στην εξοχή με το τροχόσπιτο “ερωτική φωλιά” και στο πάρκο κοντά στο νεκροταφείο. Το κερασάκι σε αυτή τη κινηματογραφική τούρτα είναι το φώς και τα χρώματα, τομέας στον οποίο ο Σάροκ παίρνει ακόμα ένα παράσημο.

Η αφήγηση βγάζει συμπόνια, κατανόηση, μελαγχολία ενώ ο ρυθμός δεν κουράζει, παρά την βαριά ατμόσφαιρα. Το χιούμορ δε, ορισμένες φορές φέρνει στο μυαλό τον “ασπρόμαυρο” Τζάρμους. Πολύ καλή δουλειά και στο άκρως ρεαλιστικό αλλά παράλληλα ποιητικό σενάριο, γραμμένο από τον σκηνοθέτη, ενώ την ‘εναλλακτική μπλουζ” φωτογραφία έχει αναλάβει ο Νικ Κουκ (ειδικευμένος κυρίως σε φιλμ μικρου μήκους ). Άφησα για το τέλος τις δύο απόλυτα πειστικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών

Αν είστε κινηματογραφόφιλοι κι αν έχετε σταματήσει να παραμυθιάζεστε από πολιτικές και μηντιακές μπουρδολογίες το Πικαδέρο είναι ένα φιλμ το οποίο έχει να σας πει πολλά παρά το λιτό του ύφος

 

 

 

Scan_Pic0022_resize-500x500

 

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΩΝΙΑ : ΤΖΩΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ

Εκδόσεις : Ελεύθερος Τύπος

Μετάφραση : Νίκος Β Αλεξίου

 

Υποθέτω ότι δεν κατάφερα να αποδώσω αρκετά καλά τι σήμαιναν για μένα εκείνοι οι μήνες στην Ισπανία. Κατάγραψα μερικά από τα εξωτερικά γεγονότα  αλλά δεν μπορώ να καταγράψω τα συναισθήματα που μου είχαν αφήσει. Είναι όλα ανάμικτα με παραστάσεις , μυρωδιές και ήχους που δεν μπορούν να μεταφερθούν στο χαρτί. Η μυρωδιά των χαρακωμάτων, η ανατολή στα βουνά, που απλωνόταν σε απίθανες αποστάσεις, ο παγερός κρότος που έκαναν οι σφαίρες, ο βρόντος και η λάμψη από τις βόμβες. Το καθαρό, ψυχρό φως των πρωϊνων στην Βαρκελώνη. κι ο γδούπος από τις από τις αρβίλες στην αυλή των στρατώνων, τότε τον Δεκέμβρη που οι άνθρωποι πίστευαν ακόμα στην επανάσταση, κι οι ουρές για τα τρόφιμα, και οι μαυροκόκκινες αημαίες και τα πρόσωπα των Ισπανών πολιτοφυλάκων- πάνω απ’όλα τα πρόσωπα των πολιτοφυλάκων-άντρες που τους ήξερα στο μέτωπο και τώρα είναι σκορπισμένοι ένας Θεός ξέρει που, μερικοί σκοτωμένοι στις μάχες, μερικοί ανάπηροι, άλλοι στην φυλακή, οι πιότεροι, ελπίζω , ακόμα ασφαλείς και υγιείς.

Καλή τύχη σε όλους τους. Ελπίζω να κερδίσουν τον πόλεμό τους και να διώξουν όλους τους ξένους από την Ισπανία, Γερμανούς , Ρώσους και Ιταλούς. Αυτός ο πόλεμος στον οποίο έπαιξα ένα τόσο μικρό ρόλο, μου άφησε βασικά άσχημες αναμνήσεις, κι όμως δεν θα ήθελα να τον είχα χάσει. όταν έχεις αντικρύσει μια τέτοια καταστροφή σαν κι αυτή- όποια και να’ναι η έκβαση, ο Ισπανικός πόλεμος θ’αποδειχθεί πως είναι μια φοβερή καταστροφή, ξέχωρα από τις σφαγές και τις σωματικές κακουχίες, το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα η απογοήτευση και ο κυνισμός. Αρκετά παράδοξα, η όλη εμπειρία με άφησε με όχι λιγότερη αλλά με περισσότερη πίστη στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κι ελπίζω ότι η περιγραφή που έδωσα δεν είναι πολύ παραπλανητική. Πιστεύω ότι σε μία τέτοια υπόθεση κανείς δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, απόλυτα αντικειμενικός. Είναι δύσκολο να’σαι σίγουρος για οτιδήποτε, έξω απ’ότι είδες με τα μάτια σου και συνειδητά ή ασυνείδητα όλοι γράφουμε μεροληπτικά. Σε περίπτωση που δεν το έχω ξαναπεί προηγουμένως σ’αυτό το βιβλίο το λέω τώρα: προσέξτε την μεροληψία μου, τα λάθη αναφορικά με γεγονότα και την παραμόρφωση που προκαλείται μοιραία απο το γεγονός ότι είδα μόνο ένα κομμάτι απ’όσα συνέβησαν.”

“Η πάλη για την εξουσία ανάμεσα στα Ισπανικά Δημοκρατικά κόμματα είναι ένα δυσάρεστο μακρινό γεγονός, που δεν θέλω να το ξανασκαλίζω σήμερα. Το αναφέρω μόνο για να πω: μην πιστεύετε τίποτα ή σχεδόν τίποτα απ’όσα διαβάζετε γι’αυτά που έγιναν στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Είναι όλα, απ’όποιαδήποτε πηγή κι αν προέρχονται, κομματική προπαγάνδα- δηλαδή ψέματα. Η πλατειά αλήθεια γοια τον πόλεμο είναι αρκετά απλή. Η Ισπανική αστική τάξη είδε την ευκαιρία να συντρίψει το εργατικό κίνημα και την άρπαξε, με την βοήθεια των Ναζί και των αντιδραστικών δυνάμεων όλου του κόσμου.”

Continue Reading »

 

58171a9933aaf

 

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΧΕΛΩΝΑ (LA TORTUE ROUGE) – 2016

Σκηνοθεσία : Μίκαελ Ντούντοκ ντε Βιτ

Ένας ναυαγός ξεβράζεται από τα κύματα σ’ένα νησί αλλά κάθε φορά που φτιάχνει σχεδία για να να μπορέσει να φύγει μία τεράστια κόκκινη χελώνα του χαλάει τα σχέδια

Τα τελευταία χρόνια το σινεμά κινουμένων σχεδίων μας έχει χαρίσει ουκ ολίγα μικρά διαμάντια, τόσο από το χώρο του “εμπορικού” όσο και από αυτόν του “δύσκολου”. Τα animation που απευθύνονται σε ενήλικες πληθαίνουν συνεχώς, κερδίζουν βραβεία, και το κοινό τους μεγαλώνει. Ο Μίκαελ Ντούντοκ ντε Βιτ έχει ένα εντυπωσιακό βιογραφικό, κέρδισε βραβείο Σεζάρ animation ­μικρού μήκους με το Le Moine et le Poisson (1994 ) και βραβείο όσκαρ στην ίδια κατηγορία για το Father and Daughter (2000). Η ιστορία μοιάζει απλή και συνηθισμένη και πιθανότατα ορισμένοι να περιμένουν να δουν ένα Castaway (Ο Ναυαγός) σε κινούμενα σχέδια, αμ δε! Η Κόκκινη Χελώνα εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες που δίνει η τέχνη του κινούμενου σχεδίου έτσι ώστε να γεννηθεί ένα πραγματικά υπέροχο παραμύθι γεμάτο συμβολισμούς και αλληγορίες. Αλλά εδώ δεν έχουμε τον πλούτο των χρωμάτων και τις λεπτομέρειες που συναντούμε σε αντίστοιχα φιλμς από τις ΗΠΑ, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα λιτό αλλά ιδιοφυές κόμικ το οποίο ..κινείται!

Ο θεατής είναι ελεύθερος να βγάλει τα δικά του νοήματα, να διαμορφώσει τις δικές του “φιλοσοφίες” και τα υπαρξιακά του συμπεράσματα βάση των όσων παρακολουθεί στην οθόνη. Τα κύματα της φαντασίας σε παρασέρνουν όπως αυτά της θάλασσας τον ναυαγό, καταλήγεις μαζί του στο νησί και το παραμύθι αρχίζει. Στοιχεία από την Ελληνική Μυθολογία, από την Παλαιά Διαθήκη ίσως, από τον Ρωβινσώνα Κρούσο, από τις μελέτες του Φρόϋντ πάνω στα όνειρα, αλλά και από πολλούς οραματιστές και δασκάλους του κινηματογράφου. Στην ταινία δεν ακούγεται ούτε μία λέξη, μόνο κάποιες κραυγές, απελπισίας, μοναξιάς, ή και θυμού. Το λόγο έχουν οι εικόνες και ο αυτός τους ο λόγος αιχμαλωτίζει. Συγκίνηση, όνειρα, αγάπη, συντροφικότητα, πεπρωμένο, προορισμός, όλα μαζί σε μια ακτή με συντροφιά τα πουλιά, τα καβούρια, τα δέντρα και τα έντομα.

Η συναισθηματική δύναμη αυτού του φιλμ βρίσκεται σε αυτήν ακριβώς τη λιτότητα των εικόνων του, άλλωστε όπως μερικές φορές  τα πιο σημαντικά πράγματα μπορείς να τα πεις με απλές λέξεις έτσι και τις μεγαλύτερες συγκινήσεις και αλήθειες μπορούν ενίοτε να τις αποκαλύψουν λίγα- απλά σε χρώματα και σχέδια- πλάνα. Θα μπορούσα να γράφω ώρες προσπαθώντας να εξηγήσω πως έπαιξαν με το δικό μου μυαλό οι ονειρικές σκηνές της Κόκκινης Χελώνας αλλά αυτό θα τα χάλαγε όλα, ανέφερα παραπάνω για την “ελευθερία” του θεατή. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως πέρασα 80 λεπτά  τα οποία θα τα θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή.

Ιδιαίτερη αναφορά στη μουσική του Λοράν Περέζ ντελ Μαρ αλλά και στο ηχητικό κομμάτι γενικότερα που συνδυαζόμενα με τον εικαστικό μινιμαλισμό μας φέρνουν  αντιμέτωπους με έναν Brian Eno του σινεμά κινουμένων σχεδίων. Όταν θα έχετε βγει από την αίθουσα θα έρθει μια στιγμή που θα θελήσετε να κλείσετε τα μάτια και να ζωγραφίσετε τη δική σας κόκκινη χελώνα, θα θελήσετε να κάνετε τη δική σας ταινία γιατί σίγουρα ορισμένες από τις εικόνες αυτού του φιλμ θα τις έχετε ονειρευτεί. Φυσικά θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σάρκα και αίμα στο σκελετό της ιστορίας του Ντούντοκ ντε Βιτ έδωσε το σενάριο της Πασκάλ Φεράν (Λαίδη Τσάτερλυ, Bird People) που μαζί με τη σκηνοθεσία απογείωσαν την αφήγηση. ‘Όσο για την ιστορία, η Κόκκινη Χελώνα είχε 29 υποψηφιότητες για βραβεία και κέρδισε 11.

Το ιαπωνικό στούντιο Ghibli έκανε και πάλι το θαύμα του κι εσείς δε θα πρέπει να χάσετε με τίποτα αυτόν τον ύμνο στο συναίσθημα, στη συγκίνηση, στον άνθρωπο, στη τέχνη και στον πολιτισμό.

Καλή Διασκέδαση