Feeds:
Posts
Comments

Poster (1)

Η Αόρατη Ζωή Της Ευρυδίκης Γκουσμάου (A Vida Invivsivel) – 2019

Σκηνοθεσία : Καρίμ Αϊνουζ

Πρωταγωνιστούν : Τζούλια Στόκλερ, Καρόλ Ντουάρτε, Γκρεγκόριο Ντουβιβιέ

Η Ευρυδίκη και η Γκίντα, δυο αδελφές, δυο κορίτσια με όνειρα. Η πρώτη ονειρεύεται καριέρα στο πιάνο και η άλλη αποφασίζει να τα παίξει όλα για όλα για τον έρωτα κι όπου την βγάλει. Το αποτέλεσμα είναι να χαθούν για αρκετά χρόνια.

Δεν χρειάζεται να ξέρει πορτογαλικά όποιος αποφασίσει να διαβάσει αυτό το κείμενο, έχει καταλάβει ποια είναι η γνώμη μου από τον τίτλο. Και ως γνωστόν δεν πρόκειται να εξηγήσω το γιατί τα δύο κορίτσια κατέληξαν να ζουν χώρια. Θα σταθώ σε άλλα πράγματα και πρώτα απ’όλα στην απίστευτη αφηγηματική δύναμη του Αϊνούζ ο οποίος σε κρατά καθηλωμένο στη θέση σου για 150 λεπτά και δεν έχεις καταλάβει για πότε έχει περάσει η ώρα. Είναι τόσο αριστοτεχνική η παράλληλη κινηματογραφική διήγηση των δύο ζωών που δεν αφήνει περιθώριο για την παραμικρή κοιλιά και για την οποιαδήποτε περιττή επανάληψη.

333

Ένα σενάριο (γραμμένο από τους Μουρίγιο Χάουζερ, Ινιέζ Μπορταγαρέη και Καρίμ Αϊνούζ, βασισμένο στο βιβλίο της Μάρτα Μπατάλια) που σε μαθαίνει τι πάει να πει απλότητα, οικονομία χρόνου, και “ξεφύλλισμα”, είναι στιγμές που νομίζεις πως ξεφυλλίζεις ένα εικονογραφημένο βιβλίο, ασφαλώς και ο σκηνοθέτης “ευθύνεται” πρωτίστως γι’αυτό αλλά είχε σενάριο για να πατήσει επάνω του κι έτσι εμείς να παρακολουθήσουμε μια πραγματική συναισθηματική μαγεία.

Πρέπει να το έχω ξαναγράψει από αυτή τη στήλη, μερικές φορές το πιο δύσκολο πράγμα σε μία δραματική ταινία είναι να εκφράσεις απλά συναισθήματα. Είναι δύσκολο γιατί μπορεί να πέσεις σε νάρκισσο ηθοποιό (θα πει κανείς εδώ πρέπει να επέμβει ο σκηνοθέτης) που να αποφασίσει να το παρακάνει, μπορεί να πέσεις σε διαλόγους που στοχεύουν στην υπερβολή γιατί επικρατεί και η άποψη ότι “όσο πιο πομπώδες και υπερβολικό τόσο πιο συγκινητικό”, μπορεί να πέσεις σε σκηνοθέτη που ακολουθεί κανόνες εύκολου μελό με σκοπό τα εισιτήρια.

444

Η Ευρυδίκη δεν έχει τίποτα από τα παραπάνω, η Ευρυδίκη είναι μια ταινία που βγάζει αλήθεια από το πρώτο ως το τελευταίο δευτερόλεπτο. Αλήθεια που προκύπτει από τις εκπληκτικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών, αν και για να είμαι δίκαιος όλοι οι ηθοποιοί είναι υπέροχοι, από τους διαλόγους που λένε τα πιο απλά πράγματα αλλά βαράνε στο ψαχνό, στο μυαλό και στη καρδιά δηλαδή, ακόμα και στο στομάχι, από την συγκίνηση που βγάζουν οι εικόνες έστω κι αν δεν ακούγεται η παραμικρή λέξη. Η αγάπη, η μοναξία, ο συμβιβασμός, η προσωπική φυλακή, η αδικία, η ελπίδα, το κουράγιο, η πίστη, ο αφορισμός, το ψέμα μαζεύονται στο ίδιο τραπέζι.

Η ιστορία ξεκινά από την δεκαετία του 50, σε μία Βραζιλία ανδροκρατούμενη, άκρως συντηρητική όπου η γυναίκα καλείται να παλέψει με νύχια και με δόντια για να μείνει όρθια. Η γυναίκα που απαγορεύεται να έχει όνειρα, να είναι ανεξάρτητη, να κάνει λάθη και να τα πληρώσει, απαγορεύεται να ζήσει! Η Ευρυδίκη είναι μια φεμινιστική ταινία όπως πρέπει να είναι οι φεμινιστικές ταινίες, ένας ύμνος στη γυναίκα μέσα από τον πόλεμο που δίνει κόντρα σε όλα. Πόσο όμορφες οι σκηνές αλληλεγγύης, όταν ακόμα και ένα άγγιγμα λέει “θα είμαι για πάντα δίπλα σου”.

Πόσο έξυπνο το σκεπτικό να μαθαίνουμε για την πορεία των κοριτσιών βλέποντας εικόνες από τη ζωή της μίας και μαθαίνοντας από την αφήγηση ενός γράμματος τη ζωή της άλλης (ωραία δεν είναι η πρώτη φορά που το βλέπουμε αλλά δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα, αν δείτε την ταινία θα καταλάβετε καλύτερα τι εννοώ). Το δράμα είναι δύσκολη υπόθεση αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με μάστορες και έχουμε τη χαρά να απολαύσουμε μία από τις πιο συναισθηματικές, τις πιο ανθρώπινες, τις πιο συγκινητικές ταινίες του είδους που γυρίστηκαν τα τελευταία χρόνια. Ακόμα και το σκιτσάρισμα της βραζιλιάνικης κοινωνίας καθώς περνά ο καιρός και τα πράγματα αλλάζουν είναι ένα ακόμα μάθημα κινηματογράφου.

 

 

 

 


lighthouse_poster

Ο Φάρος (The Lighthouse) – 2019

Σκηνοθεσία : Ρόμπερτ Έγκερς

Πρωταγωνιστούν : Γουίλεμ Νταφό, Ρόμπερτ Πάτινσον

Δύο φαροφύλακες, ο παλιός και έμπειρος και ο νέος. Ο κάπως κουρασμένος και εκείνος που φαίνεται να θέλει να ξεφύγει από κάτι. Θα πρέπει να συνυπάρξουν και να τα πάνε καλά.

Επειδή δεν έχω δει την Μάγισσα δεν έχω ιδέα και για την προηγούμενη δουλειά του Έγκερς, οφείλω να πω ότι εντυπωσιάστηκα από το τρέϊλερ (οκ ξέρω τα τρέϊλερς πρέπει να είναι κράχτες) και είμαι και μέγας θαυμαστής του Νταφό άρα δεν ήθελα και πολλά για να δω την ταινία. Το θέμα το έχουμε ξαναδεί και μάλιστα μια ταινία που το απεικονίζει με τον καλύτερο τρόπο είναι το Πως Τελείωσε Αυτό Το Καλοκαίρι για την οποία την άποψή μου θα την βρείτε εδώ. Από την αρχή λοιπόν καταλαβαίνουμε πως ένα από τα γερά χαρτιά της ταινίας, λόγω θέματος, πρέπει να είναι οι δύο πρωταγωνιστές. Όταν θέλεις να γυρίσεις ένα τέτοιο φιλμ θα ποντάρεις σχεδόν τα πάντα εκεί. Σχέσεις εξουσίας, συγκρούσεις, μυστικά, όνειρα, ψέματα, πόνος, μοναξιά, φόβος, απελπισία, συντροφικότητα, μίσος.

Όλα τα παραπάνω πρέπει να εξελιχθούν μέσα στον κινηματογραφικό χρόνο, πράγμα το οποίο δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο. Το σενάριο ανέλαβε ο σκηνοθέτης μαζί με τον αδελφό του τον Μαξ Έγκερς, σενάριο το οποίο βασίστηκε σε μία ιστορία του Έντγκαρ Άλαν Πόε η οποία έμεινε ανολοκλήρωτη. Πάμε λοιπόν σε ένα άλλο ζήτημα, πόσο δύσκολο είναι να φτιάξεις μια Πόε ατμόσφαιρα στην οθόνη, προσπάθειες έχουν γίνει πολλές στο παρελθόν άλλες πολύ πετυχημένες άλλες όχι και τόσο. Απαιτείται λοιπόν κι ένα δυνατό σενάριο διότι σημαντικό πράγμα οι ερμηνείες αλλά κάπου πρέπει να πηγαίνει και η ιστορία. Και πάμε και σε ένα ακόμα σκέλος, το εικαστικό. Τι έχουμε; Ένα φάρο στη μέση του πουθενά, μια βραχονησίδα, μια θύελλα που δε λέει να σταματήσει, γιγαντιαία κύματα, ένα μικρό δωμάτιο σαν κελί φυλακής που φιλοξενεί τους δύο ήρωες.

light

Ο Έγκερς, πολύ έξυπνα για μένα, θέλησε μάλλον να παίξει και λίγο με το στυλ του Μπέλα Ταρρ, του γερμανικού εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου αλλά και του Π της ταινίας του Ντάρεν Αρονόφσκι. Ο δικός του “Πόε Επί Της Οθόνης” δεν είναι μόνο ψυχικά σκοτεινός αλλά και εικαστικά, η δύναμη του σκοταδιού είναι πολύ καθοριστική καθ’όλη την διάρκεια της ταινίας. Τα πρόσωπα τον ηρώων όταν το φως πέφτει επάνω τους μοιάζουν πονεμένα και απειλητικά ταυτόχρονα, οι όποιες απειλές του Νταφό κρύβουν και ένα είδος ανασφάλειας έναν φόβο. Ο Πάτινσον αφημένος στους τρομακτικούς εφιάλτες του και στα μυστικά του νοιώθει να τον τυλίγει το σκοτάδι ακόμα και στο φως τις ημέρας.

Συχνά οι διάλογοι διακόπτονται από τους κεραυνούς κι από τα κύματα που κοντεύουν να καταπιούν τα πάντα, το περιβάλλον δεν αργεί να μετατραπεί σε προσωπική κόλαση. Βλέπουμε την αγριεμένη θάλασσα σχεδόν να θέλει να εκδικηθεί, το νησί να έχει μετατραπεί σε ένα βραχώδες τέρας που ετοιμάζεται να κατασπαράξει τους ανθρώπους και το παιχνίδι γάτας-ποντικιού συνεχίζεται. Οι φαροφύλακες, πίνουν, τραγουδούν, γίνονται φίλοι, εχθροί, ανταλλάσσουν ιστορίες, ανταλλάσσουν ψέμματα, ανταλλάσσουν ενοχές και τραύματα.

light2

Κάποιες στιγμές λοιπόν έπιασα τον εαυτό μου να ξεφεύγει λίγο από τους διαλόγους και να επικεντρώνεται περισσότερο στον φωτισμό και στις ερμηνείες, γιατί οι δύο ηθοποιοί ακόμα και όταν δεν μιλούν παίζουν εκπληκτικά. Ανέφερα στην αρχή το πόσο θαυμάζω τον Νταφό γι’αυτό, όπως και στην περίπτωση του Χοακίν Φήνιξ στο Τζόκερ, δεν με εξέπληξε καθόλου αυτή η θαυμάσια ερμηνεία του, αυτό περίμενα αυτό είδα. Η πολύ ευχάριστη έκπληξη ήταν ο Πάτινσον ο οποίος από Φλωροβρυκόλακας στη σινε-σειρά Twilight εξελίχθηκε σε έναν απίστευτα πειστικό φαροφύλακα που δίνει αιματηρές μάχες με τους δαίμονες του μυαλού και της ψυχής του. Και επιστρέφουμε στο φως και στη φωτογραφία βάζοντας στην άκρη όσκαρ και υποψηφιότητες, ο Γιάριν Μπλάσκε (διευθυντής φωτογραφίας) δημιούργησε ένα πραγματικό θαύμα. Οι βασανισμένες ψυχές των δύο ηρώων βρίσκουν το ιδανικό “καταφύγιο” στους μισοφωτισμένους και σχεδόν τρομακτικούς και απειλητικούς κλειστούς χώρους, συχνά δε ο έξω χώρος αποτελεί κι αυτός ένα είδος προαυλίου φυλακής και ένα είδος δικαστηρίου, προσέξτε τις αριστουργηματικές σκηνές με τον γλάρο (μικρή αναφορά στα Πουλιά του Χίτσκοκ..ίσως).

Η φωτογραφία παίρνει συχνά το πάνω χέρι κι αυτό για μερικούς αποτελεί δικαιολογία για να καλυφθούν αδυναμίες της ταινίας, δεν θα συμφωνήσω καθόλου. Η γοτθική ατμόσφαιρα παίρνει άριστα, οι εφιάλτες και τα οράματα αποτυπώνονται χωρίς ανόητες υπερβολές και επαναλήψεις, εφιάλτες άλλωστε έχουμε όλοι μας και στους εφιάλτες δεν υπάρχει “λογική” και “νόημα” πάντα αλλά κι αν ακόμα υπάρχει εδώ μιλάμε για κινηματογράφο και όχι για σεμινάριο ψυχιατρικής αφήστε λοιπόν την εικόνα να μιλήσει.

Η τρέλα που συνεχώς μεγαλώνει μια και η μοναξιά την τρέφει συνεχώς, εξελίσσεται με μαεστρία τόσο χάρη στην επιδεξιότητα του Έγκερς, όσο και στους άλλους τρεις βασικούς πυλώνες του φιλμ, ερμηνείες, σενάριο και φωτογραφία. Ο σκηνοθέτης που κάτι φαίνεται να θυμάται και από την Αποστροφή του Πολάνσκι (ναι πάλι αυτός) προσφέρει αφήγηση σταθερή, ουσιαστική και γεμάτη σιγουριά. Ο Φάρος, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα πάρα πολύ ωραίο ψυχολογικό θρίλερ που ακόμα και τη στιγμή που ίσως να “χάνει τη μπάλα” και να δείχνει να ξεφεύγει σε άλλες σφαίρες εμένα με βρήκε απόλυτα σύμφωνο, διότι πως να απεικονίσεις το φευγιό από την λογική και την πραγματικότητα όταν δεν “χάσεις τη μπάλα” και λίγο; Και μη νομίζετε ότι κι αυτό είναι εύκολο, αυτό κι αν κρύβει παγίδες. Πολλοί την έχουν πατήσει και ταινίες που ξεκινούσαν με τον καλύτερο τρόπο κατέληγαν με ανόητα φινάλε που πρόδιδαν αδυναμία στο χειρισμό και στην έμπνευση, κάτι που δεν έλειψε από τον Έγκερς.

1917

1917 (2019)

Σκηνοθεσία : Σαμ Μέντες

Πρωταγωνιστούν : Ντιν Τσαρλς Τσάπμαν, Τζωρτζ Μακέη, Μαρκ Στρονγκ

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του και δύο βρετανοί στρατιώτες αναλαμβάνουν να μεταφέρουν μια γραπτή διαταγή με την οποία θα αποτραπεί μια επίθεση παγίδα.

Πολεμικές περιπέτειες άπειρες στην μεγάλη οθόνη, τα τελευταία χρόνια κάποιες από αυτές μπόρεσαν να δώσουν κάτι αληθινά διαφορετικό στο σινεμά του είδους κάποιες άλλες πάλι βασάνισαν την αισθητική μας με την φιλοσοφία του play station. Ο Μέντες είναι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης που έδειξε ότι μπορεί να γυρίσει τα πάντα με μοναδική δεξιοτεχνία, από δράμα (American Beauty, Ο Δρόμος Της Επανάστασης) μέχρι περιπέτειες με μεγάλες απαιτήσεις (Skyfall, Spectre). Τα δύο πρώτα φιλμ κατά την άποψη μου είναι από τα σημαντικότερα στο είδος τους εδώ και τριάντα χρόνια.

Στο 1917 ο Μέντες καλείται να γυρίσει μια πολεμική περιπέτεια η οποία βασίζεται σε μία πολύ απλή ιστορία, στο κάτω κάτω πόση πρωτότυπη έμπνευση να χωρέσει πια. Δύο στρατιώτες που θα αντιμετωπίσουν χίλιες δύο δυσκολίες για να πετύχουν το σκοπό τους κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Είναι δηλαδή θέμα χειρισμού, θέλεις να κάνεις μια ταινία λίγο πιο λιτή που να στηρίξει μεγάλο μέρος της στο δούλεμα των χαρακτήρων, σε εσωτερικές συγκρούσεις και σε υπαρξιακές αναζητήσεις ή θέλεις να κάνεις μια καθαρή πολεμική περιπέτεια, ένα είδος αναφοράς στο παλιό καλό Χόλλυγουντ και το βάρος να πέσει στην δράση;

19172

Ο Μέντες τα κάνει όλα να φαίνονται πολύ εύκολα, συνδυάζει το λιτό και βαθύ του Ευρωπαϊκού σινεμά με την Χολλυγουντιανή δράση, την ατόφια και την εντυπωσιακή, αυτή που φέρνει τον κόσμο στις αίθουσες και τον κάνει να συνεχίσει να αγαπά τον κινηματογράφο. Να βάλουμε βέβαια τα πράγματα στη θέση τους, το φιλμ σε καμία περίπτωση δεν είναι Λεπτή Κόκκινη Γραμμή, Σταυροί Στο Μέτωπο ή Μεγάλη Χίμαιρα δεν είναι ούτε Διάσωση Του Στρατιώτη Ράϊαν όσον αφορά τη φρίκη το αίμα και το τρέξιμο όμως είναι πολύ καλό σινεμά. Λίγο περισσότερο βάρος πέφτει στη δράση, οι χαρακτήρες έχουν δουλευτεί, οι διάλογοι έχουν ουσία αλλά από ένα σημείο κι έπειτα η συνεχής δράση, τα ανελέητα κυνηγητά έχουν το πάνω χέρι, η πλάστιγγα γέρνει περισσότερο προς την κατηγορία “πολεμική περιπέτεια” παρά σε αυτήν του πολεμικού δράματος, κανένα πρόβλημα.

Σε μια περιπέτεια ο καλός σκηνοθέτης φαίνεται και από το εξής, από το πόσο πειστικές μπορεί να κάνει να φανούν οι “αναληθοφανείς” σκηνές (πτώσεις, εκρήξεις, άλματα, ξώφαλτσα κλπ), εδώ ο Μέντες έχει δώσει ρεσιτάλ επιδεξιότητας, ξέρεις ότι αυτό που βλέπεις δεν γίνεται να συμβεί αλλά…φοβάσαι, έχεις αγωνία, δεν γελάς ειρωνικά, το πιστεύεις! Όσο για τα πλάνα, αυτά σε κάνουν να τρίβεις τα μάτια σου. Οι στρατιώτες δεν χρειάζεται να κουβεντιάζουν πολύ ώρα για τη φρίκη του πολέμου, οι εικόνες μιλούν από μόνες τους και κάνουν τους στρατιώτες να σωπάσουν, ναι τα πλάνα είναι βασικοί πρωταγωνιστές με τη δικιά τους φωνή.

19173

Να πάμε λοιπόν και στο πρώτο από τα τρία όσκαρ που κέρδισε η ταινία, αυτό της φωτογραφίας (Ρότζερ Ντίκινς), δε θα αναφερθώ σε δίκαια και άδικα όσκαρ, δεν το κάνω ποτέ, θα δηλώσω μόνο ότι τη συγκεκριμένη φωτογραφία (προσέξτε κάποιες νυχτερινές σκηνές) θα μου μείνει για πάντα στο μυαλό, ένα πραγματικό θαύμα, εικόνες ολοζώντανες σε σημείο που δεν είσαι πια στην αίθουσα αλλά στο πεδίο μάχης και στα ερείπια, υπέροχη δουλειά από τον άνθρωπο που κέρδισε το όσκαρ και για την δουλειά του στο Blade Runner 2049 και στενό συνεργάτη τόσο του Μέντες όσο και των αδελφών Κοέν.

Για τον ήχο, το δεύτερο όσκαρ, δεν μπορώ να έχω καμία άποψη έχω δηλώσει θεατής και όχι ειδικός αλλά όσον αφορά τα εφέ, το τρίτο όσκαρ, δε ξέρω αν όντως ήταν τα καλύτερα το σίγουρο όμως είναι πως ήταν απόλυτα πειστικά, ας πάρουν μερικοί μαθήματα κι ας κόψουν την “απενοχοποιημένη κομπιουτεροκουλτούρα” της ευκολίας. Εν κατακλείδι στο εικαστικό κομμάτι το 1917 είναι σινεμά διαμάντι, ενώ για τη σκηνοθεσία θα κλείσω λέγοντας πως για μια ακόμη φορά ο Μέντες δίδαξε αφήγηση με νεύρο και ουσία, μια κάμερα που έτρεχε, φοβόταν, κρυβόταν, βαριανάσαινε, πονούσε, πείσμωνε, όπως οι κεντρικοί ήρωες και όχι μόνο.

Για το σενάριο και για τις ερμηνείες δεν μπορώ να γράψω πολλά, όπως είπα και στην αρχή η ιστορία είναι απλή, η δύναμη θα πέσει στον ρυθμό και στην εικόνα όσο η ταινία θα προχωράει, αλλά όλοι οι ηθοποιοί κάνουν αυτό που πρέπει άλλωστε η συντριπτική πλειοψηφία έχει μικρούς ρόλους, τι θα θυμόμαστε από αυτούς ο καιρός θα δείξει, δεν την λέω ταινία ερμηνειών πάντως αλλά ο Ντιν Τσαρλς Τσάπμαν έχει βάλει τα θεμέλια για το μέλλον και τα καταφέρνει να κουβαλήσει μια χαρά το απαιτούμενο ερμηνευτικό βάρος του πρωταγωνιστή.

Είναι τελικά μεγάλη ταινία το 1917; Την απάντηση δεν θα τη δώσω εγώ, όπως είπα εγώ απόλαυσα ένα εικαστικό διαμάντι κι έναν ρυθμό που με καθήλωσε και με άφησε απόλυτα ικανοποιημένο σαν θεατή, τον δικό του πόλεμο ο Μέντες τον κερδίζει όλο και πιο εύκολα

Καλή Διασκέδαση

 

 

 

white

 

ΜΙΑ ΛΕΥΚΗ ΛΕΥΚΗ ΜΕΡΑ ( Hvítur, Hvítur Dagur) – 2019

Σκηνοθεσία : Χλίνουρ Πάλμασον

Πρωταγωνιστούν :Ίνγκβαρ Έγκερτ Σιγκουρόσον, Ίντα Μεκίν Χλινσντότιρ, , Χίλμιρ Σνερ Γκούντνασον

Ο Ίνγκιμουνντουρ είναι ένας αστυνομικός που προσπαθεί να διαχειριστεί το θάνατο της γυναίκας του και ταυτόχρονα να ισορροπήσει  με το περιβάλλον του τόσο το φυσικό όσο και το ανθρώπινο.

Η διαχείριση της απώλειας με λίγα λόγια αλλά κυρίως με εικόνες και εκφράσεις είναι απίστευτα δύσκολη δουλειά. Ο σκηνοθέτης μας τοποθετεί σε ένα φυσικό περιβάλλον που συχνά θυμίζει τα σύνορα ζωής – θανάτου, ομίχλη, έντονο λευκό, φως, παγωνιά και ησυχία. Στο πρώτο μέρος ο Πάλμασον -κινηματογραφικά πάντα- ταυτίζεται κάπως με τον ήρωα του, προσπαθεί δηλαδή κι εκείνος να ισορροπήσει κάπως. Δίνει μεγάλη έμφαση στα τοπία, στις σιωπές του Ίνγκιμουνντουρ, στη θλίψη και στο θυμό που τον τρώνε καθημερινά όλο και περισσότερο κι αυτό το φανερώνουν τόσο οι εκφράσεις του προσώπου του όσο και η γλώσσα του σώματός του γενικότερα, ο Ίνγκβαρ Έγκερτ Σιγκουρόσον στον πρωταγωνιστικό ρόλο σκέτη Αγγελοπουλική φιγούρα και είναι συγκλονιστικός. Οι διάλογοι μοιάζουν τυπικοί, δεν παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τονίζουν μια καθημερινότητα η οποία μοιάζει να λέει συνεχώς “η ζωή συνεχίζεται” και πράγματι συνεχίζεται αλλά όχι για τον Ίνγκιμουνντουρ ο οποίος δείχνει όχι μόνο να αφήνεται ηττημένος στη θλίψη της απώλειάς αλλά να θέλει να βρει και κάποιες απαντήσεις.

Προσπαθεί συχνά να πιαστεί πάνω από την εγγονή του και μοιάζει ιδιαίτερα απελπισμένη αυτή η προσπάθεια, θαρρεί κανείς πως ο Ίνγκιμουνντουρ θέλει να ζητήσει συγγνώμη από τη γυναίκα του μέσω του μικρού κοριτσιού. Το πρώτο μέρος αποτελεί ουσιαστικά τη γνωριμία μας με τον ήρωα και με τους γύρω του. Εκεί κατά τη γνώμη μου υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα όσον αφορά την οικονομία του χρόνου. Κάποιες επαναλήψεις μοιάζουν περιττές, το ίδιο και η διάρκεια κάποιων πλάνων μιλάμε για κινηματογράφο και όχι για πραγματικό χρόνο, κι όπως ανέφερα παραπάνω ο σκηνοθέτης (που έχει αναλάβει και το σενάριο) δείχνει να ψάχνεται. Το φιλμ κάνει μια μικρή κοιλιά αλλά ευτυχώς έρχεται το δεύτερο μέρος για να μας αποζημιώσει.

white2

Εκεί ο Πάλμασον φαίνεται πως έχει βρει τα πατήματά του, δείχνει πολύ πιο σίγουρος γι’αυτό που θέλει να κάνει και όλα πάνε ρολόϊ. Η αφήγηση ξέρει από που ξεκινά και που πηγαίνει και γίνεται ολοένα και πιο στιβαρή, φυσικό περιβάλλον και άνθρωπος συνυπάρχουν κινηματογραφικά με μαεστρικό τρόπο κι εμείς χαιρόμαστε όμορφο ανθρώπινο σινεμά. Με λίγα λόγια αν σκηνοθετικά το πρώτο μέρος έμοιαζε με το δεύτερο θα μίλαγα για μία από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες για τη χρονιά που μας άφησε. Έτσι κι αλλιώς το Μια Λευκή Λευκή Μέρα είναι συγκινητικός κινηματογράφος, με έναν υπέροχο πρωταγωνιστή και με έναν σκηνοθέτη που έχει όραμα. Ακόμα και το σενάριο του δευτέρου μέρους “δυναμώνει”, ωριμάζει, είναι πιο…σενάριο!

Καθηλωτικές είναι και οι σκηνές καθώς το φιλμ πλησιάζει στο φινάλε του, εκεί ο σκηνοθέτης έχει απελευθερωθεί εντελώς και μας χαρίζει τόσο υπέροχα πλάνα που η καρδιά μας χτυπάει γρήγορα και δυνατά. Εκτός από το πένθος, εκτός από τη προσπάθεια να βρεθεί κουράγιο έρχεται και το μυστήριο που ζητά απαντήσεις. Δεν αποκαλύπτω τίποτα παραπάνω όμως. Η άποψη μου είναι πως αν ο Πάλμασον είχε συνεργαστεί με έναν πιο έμπειρο σεναριογράφο το αποτέλεσμα θα ήταν ακόμα καλύτερο, αλλά απόψεις είναι αυτές και δε χρειάζεται να σας θυμίσω τι έλεγε ο Επιθεωρητής Κάλλαχαν για τις απόψεις, πάντως η Λευκή Μέρα είναι από τις ταινίες που μας κάνουν να βγαίνουμε ικανοποιημένοι από τις αίθουσες αφού χαρίσαμε δύο ακόμα ώρες που  στην 7η τέχνη.

 

 

Poster

CORPUS CHRISTI (BOZE CIALO) – 2019

Σκηνοθεσία : Γιαν Κομασά

Πρωταγωνιστούν : Μπαρτόζ Μπιελένια, Αλεξάντρα Κονιέτζνα, Ελίζα Ρίσεμπελ, Τόμαζ Ζιέτεκ.

Όταν ο νεαρός Ντανιέλ βγαίνει από το αναμορφωτήριο ετοιμάζεται να πιάσει δουλειά σε ένα εργοστάσιο ξυλείας. Τελικά όμως αποφασίζει να υποδυθεί τον ιερέα σε μια μικρή ενορία.

Ζητήματα όπως αυτό της της θρησκευτικής πίστης, της εσωτερικής σύγκρουσης, της αμφιβολίας, της υποκρισίας, είναι χιλιοειπωμένα κινηματογραφικά οπότε τι χρειαζόταν ο σκηνοθέτης για να κάνει την διαφορά; Αρχικά ένα καλό σενάριο για να χτίσει επάνω του και πράγματι ο μόλις 27 ετών Ματέους Πάσεβιτς (σεναριογράφος και σκηνοθέτης) έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια ιστορία που δε θα σε αφήσει να ησυχάσεις στιγμή. Οι χαρακτήρες από τον βασικό ήρωα μέχρι και τον τελευταίο κομπάρσο έχουν κάτι να πουν. Οι περισσότεροι από τους διαλόγους πριονίζουν τα πάντα, και κάθε φράση έχει ουσία.

Το Corpus Christi λοιπόν στηρίζεται σε ένα από τα καλύτερα σενάρια που είδα τη χρονιά που μας πέρασε. Οι λέξεις δίνουν έξτρα δύναμη στις εικόνες αλλά και η εξέλιξη της ιστορίας σε μπερδεύει όμορφα, από το υπαρξιακό θρίλερ μέχρι την κοινωνική μελέτη και τη φιλοσοφία. Το πιο ευχάριστο δε, όλα τα παραπάνω συνοδεύουν μια μαεστρικότατη σκηνοθετική αφήγηση και δεν υπάρχει η παραμικρή κοιλιά, στο τέλος αναρωτιέσαι πως πέρασε τόσο γρήγορα η ώρα.

corpus-christi_250713

Και μετά το σενάριο πάμε στο άλλο μεγάλο στήριγμα, τις ερμηνείες. Ο Μπιελένια στον ρόλο του Ντανιέλ δίνει ρέστα, και συχνά η σιωπή του είναι ακόμα πιο ανατριχιαστική ή πιο συγκινητική κι από τις στιγμές κατά τις οποίες μιλά. Λυπάμαι που θα ξαναχρησιμοποιήσω κλισέ αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι καλύτερο, ο νεαρός αυτός παίζει πάρα πολύ με τα μάτια του, συχνά θα συναντήσει κανείς όλη την αγωνία, την οργή, αλλά και την ανάγκη για αγάπη και συγχώρεση  του κόσμου μέσα σε αυτά.

Η σύγκρουση της αληθινής πίστης κόντρα στα ταμπού της εκκλησίας και στα στερεότυπα μιας κοινωνίας που νομίζει ότι πιστεύει. Σκηνοθέτης και σεναριογράφος έχουν ξεκαθαρίσει στο μυαλό τους τι θέλουν να πουν. Τα σχόλιά τους πάνω στην πολωνική κοινωνία του σήμερα δεν λείπουν αλλά δεν λείπει και η αγωνία για την τύχη του Ντανιέλ ο οποίος ναι μεν έχει βγει από αναμορφωτήριο, ναι μεν ο νόμος του απαγορεύει λόγω μητρώου να σπουδάσει σε ιερατική σχολή αλλά τελικά ο Χριστός δεν είναι εκείνος που δίδαξε τη συγχώρεση και την δεύτερη ευκαιρία στους αμαρτωλούς;

To Corpus Christi μπορεί να είναι μια ταινία γεμάτη δύναμη, συγκινήσεις, ανθρωπιά και σασπένς αλλά όταν θα πέσουν οι τίτλοι τέλους ο θεατής θα προβληματιστεί, δεν είναι ψευτοκουλτουριάρικη ταινία αλλά δεν είναι κι εύκολη ταινία, κρύβει αρκετούς άσσους στο μανίκι της για να παίξει με το μυαλό μας. Ξαναγυρίζω στις ερμηνείες και τονίζω πως όλες είναι μία και μία. Δεν υπάρχει κάτι παραπάνω να γράψω γιατί αν το κάνω θα αναγκαστώ να αποκαλύψω κομμάτια του φιλμ κι αυτό δεν το κάνω ποτέ, επίσης δε θέλω να ξεκινήσω μεγάλες αναλύσεις για την εκκλησία και την θρησκεία, ή την πίστη αν θέλετε, γιατί το κείμενο ανήκει σε κινηματογραφόφιλο που γράφει απλώς την άποψή του για την ταινία.

Αν πάντως θέλετε να δείτε ένα φιλμ έχοντας την διάθεση να στίψετε το μυαλό σας και παράλληλα να πάρετε μια γεύση σύγχρονου φρέσκου κινηματογράφου, τότε το Corpus Christi είναι ιδανική επιλογή.

 

ομορφια

Η Ομορφιά Της Ύπαρξης (Om Det Oändliga) – 2019

Σκηνοθεσία : Ρόϊ Άντερσον

Πρωταγωνιστούν : Μπενγκτ Μπέργκιους, Άννα Μπρομ, Μάρι Μπέρμαν

 

Ένα ζευγάρι είναι σφιχταγκαλιασμένο και πετά στα σύννεφα, το συνοδεύουν αποσπάσματα από την Νόρμα του Μπελίνι. Μία γυναίκα αφηγείται σαν να απαγγέλει κάποιο ποίημα του Γκίνσμπεργκ, ή κάποιο απόσπασμα από βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν,  αυτή της την απαγγελία ακολουθούν εικόνες.

Εν ολίγοις, καλώς ήρθατε και πάλι στο εθιστικά παράξενο σύμπαν του σκηνοθέτη Ρόϊ Άντερσον. Και μάλλον η άποψη που θα ακολουθήσει θα είναι η συντομότερη που έχω γράψει ποτέ, άλλωστε η ίδια η ταινία δεν σε “βοηθά” να γράψεις και πολλά, ο λόγος είναι απλός, ο δημιουργός έχει αφήσει ελεύθερη τη φαντασία του θεατή να ερμηνεύσει όπως θέλει εκείνος τις σύντομες και φαινομενικά (προσοχή στο “φαινομενικά”) ασύνδετες μεταξύ τους εικόνες. Η αφήγηση της γυναίκας είναι ουσιαστικά το σενάριο, διότι σενάριο όπως το ξέρουμε δεν υπάρχει. Σύντομα πλάνα, λίγες λέξεις, σιωπές που λένε τα πάντα και φυσικά “τι θέλει να πει ο σκηνοθέτης;” Διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι με ένα κοινό σημείο, την υπαρξιακή αγωνία, από έναν φόνο πάνω σε βρασμό ψυχής, και το φόβο μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, μέχρι την δηλητηριασμένη μοναξιά μιας αδίστακτης εξουσίας και την απώλεια της πίστης ενός ιερέα που καταρρέει.

Συχνά τα πρόσωπα μοιάζουν κέρινα, οι διάλογοι ακούγονται σαν να τους έχει αφαιρεθεί και το τελευταίο ίχνος συναισθήματος, όμως οι εικόνες είναι αποτέλεσμα ενός μυαλού και μιας ψυχής που “παιδεύονται” ανελέητα για να μεταφέρουν ότι τους απασχολεί στη μεγάλη οθόνη. Ο Άντερσον είναι ένας δημιουργός με μοναδικό στυλ, κανένας δεν φαίνεται να μπορεί να τον μιμηθεί και για να είμαι δίκαιος καταλαβαίνω και όσους δεν μπορούν να πλησιάσουν τον κινηματογράφο του. Επαναλαμβάνω πως ο θεατής μπορεί να ερμηνεύσει όπως θέλει κάποιες από τις εικόνες, σε κάποιες ίσως βρει τον εαυτό του μια και ο Άντερσον ποτέ δεν έχει βασικούς πρωταγωνιστές, αρκείται στις μικρές (πολύ μικρές για την ακρίβεια ολίγων λεπτών) ιστορίες. Είναι ένας δημιουργός που απορροφά τα πάντα γύρω του και τον προβληματισμό που προκύπτει από όλα αυτά τον μεταφέρει στην οθόνη με μοναδικό τρόπο. Η ταινία διαρκεί μόλις 76 λεπτά αλλά πόσα έχει πει!

omorfia-ths-yparksis_250727

Όμως μια και το παιχνίδι βασίζεται πολύ στο εικαστικό κομμάτι δε θα μπορούσε να μην πέσει και μεγάλο βάρος στην φωτογραφία την οποία έχει αναλάβει ο Γκέργκελυ Πάλος (συνεργάτης του Άντερσον και στο εκπληκτικό Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο Την ύπαρξη Του). Το γκριζοκίτρινο σε συνδυασμό με ένα κάπως ασθενικό γαλάζιο είναι τα χρώματα που κυριαρχούν, αυτά που προσθέτουν κάποιους μελαγχολικούς τόνους παραπάνω, αυτά που τονίζουν τους φόβους και την αγωνία των ηρώων.

Ο Άντερσον δεν έχει και την καλύτερη γνώμη για την κοινωνία ή αν προτιμάτε για τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει, όμως είναι ένας ποιητής του σινεμά, κι αυτή του την απαισιοδοξία φαίνεται να την αγαπά και να θέλει να την μοιραστεί με ειλικρίνεια μαζί μας. Η Ομορφιά Της Ύπαρξης δεν φτάνει- κατά τη γνώμη μου- το Περιστέρι αλλά δεν παύει να είναι ένα φιλμ που μας θυμίζει πόσο όμορφο είναι αυτό το διαφορετικό σινεμά που μπορεί να απευθύνεται σε λίγους όμως αυτοί οι λίγοι θα μείνουν φανατικοί και πιστοί ως το τέλος.

 

 

ΚΑΤΗΓ1

Κατηγορώ (J’ Accuse) – 2019

Σκηνοθεσία : Ρομάν Πολάνσκι

Πρωταγωνιστούν : Ζαν Ντιζαρντέν, Λουί Γκαρέλ, Εμμανουέλ Σενιέ, Ματιέ Αμαλρίκ 

Ο λοχαγός του Γαλλικού στρατού Αλμπέρ Ντρέϋφους κατηγορείται για κατασκοπία και εσχάτη προδοσία και εξορίζεται στο Νησί Του Διαβόλου. Ο νεοδιόριστος προϊστάμενος της υπηρεσίας πληροφοριών, αντισυνταγματάρχης Πικάρ δεν έχει πειστεί για τα στοιχεία εναντίον του Ντρέϋφους και ξεκινά καινούργια έρευνα.

Η ιστορία του λοχαγού αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα δικαστικά σκάνδαλα όλων των εποχών. Το όνομά του έχει γίνει συνώνυμο σχεδόν κάθε μεγάλης σκευωρίας. Ο συγγραφέας Εμίλ Ζολά έγραψε στην εφημερίδα Ορόρ ένα άρθρο υπεράσπισης του Ντρέϋφους με το οποίο κατηγορούσε ανοικτά όλους εκείνους που τον παγίδεψαν ή αδιαφόρησαν για την έλλειψη στοιχείων.

Ωστόσο το σενάριο βασίζεται στο βιβλίο του Ρόμπερτ Χάρρις, An Officer And A Spy, και το έχουν συνυπογράψει συγγραφέας και σκηνοθέτης. Ο Πολάνσκι κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα από τον καθένα, να υφαίνει έναν εφιαλτικό ιστό μέσα στον οποίο μπλέκεται ο ήρωάς του. Το ότι στην ηλικία των 85 ετών μοιάζει ακόμα φρέσκος, ορεξάτος και τρομερά δημιουργικός σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα και φυσικά παραδίδει μαθήματα σε πάρα πολλούς τομείς. Ξεκινώ από την αφήγηση και την οικονομία στο χρόνο, ενώ περνούν μήνες και χρόνια εσύ αισθάνεσαι ότι έχουν περάσει μόνο λίγες μέρες χωρίς να υπάρχουν κενά, και χωρίς να υπάρχουν “άλματα” για να επισπεύσουν το τέλος. Ο Πολάνσκι κάνει και κάτι άλλο πολύ επιτυχημένα, συνδυάζει το καλό Χόλλυγουντ των ταινιών εποχής με τον πολύ καλό Ευρωπαϊκό κινηματογράφο που εμβαθύνει στους χαρακτήρες, έτσι επανέρχομαι στο σενάριο που αποτελεί εξαιρετικά σταθερό θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται το φιλμ.

ΚΑΤΗΓ2

Όταν ο Πικάρ αντιμετωπίζει τους συνωμότες αυτό γίνεται σε χώρους μισοσκότεινους ή έστω με χλωμό φωτισμό. Τα πρόσωπα μοιάζουν συχνά κέρινα και εχθρικά. Ατάκες υπηρεσιακές αλλά και ταυτόχρονα γεμάτες ψυχρότητα που προειδοποιούν όπως ένα χέρι που κρατάει όπλο. Στην δημιουργία κλειστοφοβικής και Καφκικής ατμόσφαιρας ο Πολάνσκι παίρνει για άλλη μία φορά άριστα. Ο Πικάρ δεν αργεί να ανακαλύψει πως όσο πιο πολύ σκαλίζει τόσο πιο κοντά θα βρεθεί στη θέση του Ντρέϋφους. Επίσης δεν υπάρχει καμία προσπάθειας αγιογραφίας του κεντρικού ήρωα, είναι ένας άνθρωπος που δεν συμπαθεί τον Ντρέϋφους τον οποίο θεωρεί αλαζόνα, και κυρίως δεν συμπαθεί τους Εβραίους, πράγμα το οποίο δηλώνει και ευθέως στον λοχαγό του οποίου είναι και καθηγητής στην στρατιωτική σχολή. Ο Πικάρ έχει και εξωσυζυγική σχέση με μία παντρεμένη γυναίκα (άψογη στο ρόλο η Εμμανουέλ Σενιέ) και πολύ θα ήθελε ο Ντρέϋφους να ήταν ένοχος ώστε να μην μπει κανείς σε μπελάδες και να γλιτώσει  και ο ίδιος από την ταλαιπωρία. Παράλληλα όμως είναι κι ένας αξιωματικός αφοσιωμένος στο καθήκον και στην τιμή του σώματος το οποίο υπηρετεί. Αυτά τα δύο τον εμποδίζουν να γυρίσει αλλού το βλέμμα και να αδιαφορήσει.

Η υπόθεση Ντρέϋφους είναι γι’αυτόν θέμα συνείδησης, εντιμότητας, δεν μπορεί να αφήσει την τιμή του γαλλικού στρατού να κηλιδωθεί με την καταδίκη ενός αθώου. Η ταινία αποτελεί ένα πρώτης τάξεως θρίλερ, όχι μόνο δικαστικό αλλά και υπαρξιακό. Ο Πικάρ παλεύει με τα πολιτικά και τα επαγγελματικά του πιστεύω. Ξεκινά να αντιμετωπίζει όχι μόνο το σώμα που αγαπά αλλά και την κοινή γνώμη. Ο αντισημίτης αξιωματικός γίνεται “φίλος των Εβραίων”. Η αμφιβολίες μεγαλώνουν, οι φόβοι το ίδιο, η απογοήτευση, το αίσθημα της προδοσίας, ένας κόσμος “αγγελικά πλασμένος” μέχρι εκείνη τη στιγμή γίνεται αποκρουστικός. Στερεότυπα, πολιτικά παιχνίδια, τα σκουπίδια κάτω από το χαλί για να γίνουν όλα “όπως πρέπει”.

ΚΑΤΗΓ3

Πάμε λοιπόν σε ένα άλλο πολύ δυνατό χαρτί της ταινίας, αυτό της ερμηνείας του Ντιζαρντέν ο οποίος δίνει ρέστα. Είναι πειστικότατος από το πρώτο ως το τελευταίο δευτερόλεπτο, χειρίζεται το ρόλο πάρα πολύ επιδέξια και τόσο η αλλαγή συναισθημάτων όσο και οι εσωτερικές συγκρούσεις αποτυπώνονται θαυμάσια. Βέβαια ποιός πρωταγωνιστής του Πολάνσκι δεν μας έχει δώσει υπέροχες ερμηνείες; Ο δημιουργός ξέρει να παίρνει πάντα το καλύτερο από τους ηθοποιούς του.

Το κυνήγι μαγισσών, η τραγωδία του αθώου που καταδικάζεται και διασύρεται δεν δίνονται με Χιτσκοκικό τρόπο όπως πολύ πιθανόν να έκαναν άλλοι σκηνοθέτες, ο Πολάνσκι έχει τη δική του σχολή, τον αντιγράφουν ή αν θέλετε τον έχουν σαν πρότυπο, εκείνος απλώς δημιουργεί. Κατά τη γνώμη μου το Κατηγορώ είναι από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, δεν υστερεί πουθενά μονάχα που μας κάνει να ανησυχούμε για το τι θα ακολουθήσει όταν μας αφήσει μια γενιά κινηματογραφιστών -αν και θα ζουν για πάντα μέσα από το έργο τους.